Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΛΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΛΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΑΣΥΝΑΡΤΗΣΙΕΣ


Μόνο με αυτόν τον τίτλο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τα όσα ειπώθηκαν την περασμένη Κυριακή, 16/12/2012 στην τηλεοπτική εκπομπή "Παγκρήτιες ώρες" του τηλεοπτικού σταθμού "Blue Sky" που εκπέμπει στην Αττική. Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της εκπομπής και του αφιερώματος που έγινε στον Μιχ.Κουνέλη και στο βιολί, με τον γίγαντα Φώτη Κατράκη, ακούστηκαν ένα σωρό ασυναρτησίες από άτομα, τα οποία προφανώς έχουν μαύρα μεσάνυχτα όσον αφορά τα της μουσικής των Χανίων.
Το δυστύχημα της υπόθεσης είναι ότι αυτές οι ασυναρτησίες ακούστηκαν και ειπώθηκαν από κάποιους κυρίους οι οποίοι είναι και Χανιώτες! Δεν θα θέλαμε βέβαια να σχολιάσουμε περαιτέρω την "μουσικολογική δεινότητα" του παρουσιαστή, κυρίου Φαρσαρη, ο οποίος καλύτερα, αν δεν γνωρίζει, να μην μιλάει. Ειπώθηκε λοιπόν , μεταξύ άλλων "τερατολογιών",  το φοβερό και άσχετο, ότι ο Ναύτης, ο μακαρίτης ο Κωστής Παπαδάκης, ήταν αυτός που εμπόδισε το βιολί να βγεί εκτός νομού Χανίων!!! Εκτός του παρουσιαστή που υποστήριξε την ανωτέρω άποψη, δυστυχώς την υποστήριξαν και μερικοί παρευρισκόμενοι, ναί ναί, αυτοί οι κύριοι, που όταν ο Ναύτης ήταν εν ζωή, δεν υπήρχαν απλά!
Ευτυχώς - και προς τιμήν του - ο Γιώργης ο Κουνέλης, ο γιός του Μιχ.Κουνέλη, κάπως το "έσωσε".
Πρέπει κάποτε να καταλάβουν, όλοι αυτοί που από την ημέρα που έφυγε από κοντά μας ο Ναύτης έχουν βγεί και σκορπούν ρίγη.....ασυναρτησιών, ότι ο Ναύτης όχι μόνο δεν εμπόδισε την εξάπλωση του βιολιού, αντιθέτως, ήταν αυτός που κυριολεκτικά μόνος του προσπάθησε να διασώσει τα αυθεντικά μουσικά μοτίβα της δυτικής Κρήτης, κι ήταν αυτός που πάλεψε ώστε να καταστεί σαφές στον κόσμο ότι η βιολιστική παράδοση είναι ολοζώντανη και τεράστια σε πλούτο και ιστορία. Και επιτέλους, σε τέτοιου είδους εκπομπές, ας μιλάνε άτομα τα οποία κατέχουν πέντε πράγματα από μουσική ιστορία αυτού του τόπου. Έλεος πιά με τους φολκλορικούς μαϊντανούς και τους όπου γής παρατρεχάμενους που μόλις βγούν στο γυαλί, λένε ότι τους κατέβει. Λίγος σεβασμός σε έναν άνθρωπο που η μουσική της Κρήτης του οφείλει πολλά! Και κυρίως, η παρουσία του, ήταν πολυτέλεια για τον τόπο μας. Είναι λοιπόν τόσο ακατανόητο το έργο του Ναύτη; 'Η, είναι τόσο ευκολονόητη η ασχετοσύνη μερικών;

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

ΜΑΥΡΟΣ - ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ





Ακολουθούν αποσπάσματα από ερασιτεχνική συνέντευξη του Γ.Παπαδάκη με τον μεγάλο Νικολή Σαριδάκη ή Μαύρο, Χανιά 1980. Το " Κισαμος - Μουσική και Κουλτούρα" ευχαριστεί θερμά τον γιό του Γιάννη Παπαδάκη, Δημήτρη και τον εγγονό του, Κώστα, για την ευγενή παραχώρηση των αποσπασμάτων.


Ερ: Ήσουν αυτοδίδακτος στο βιολί;

Απ: Ο μακαρίτης ο πατέρας μου έπαιζε λύρα, κι από το σοϊ μου παίζανε όργανα, εγώ δηλαδή το κληρονόμησα αυτό το ταλέντο και μου άρεσε πολύ η μουσική. Κι όταν ήμουνα κοπελάκι, πήγαινα στα γλέντια και έβλεπα τα όργανα και προσπαθούσα να δώ τα κόλπα τους και μετά να πάω να παίξω στο σπίτι να κάνω μπρόβες δηλαδή. Και σιγά σιγά έμαθα και άρχισα να βγαίνω κι εγώ στα γλέντια. Δεκατεσσάρων, δεκαπέντε περίπου ήμουνα κι έπαιζα όπως μπορούσα κι έμενε ο κόσμος ευχαριστημένος....

Ερ: Λένε πολλοί, οι περισσότεροι δηλαδή, ότι στον νομό Χανίων ο Μαύρος ήταν αυτός που δημιούργησε σχολή, αναμόρφωσε τα τοπικά ακούσματα....

Απ: Σχολή; Να μαθαίνω λές;

Ερ: Εννοώ, ότι το παίξιμο σου δημιούργησε μιμητές...

Απ: Ναί, πραγματικά. Κοίτα, εγώ δεν πήγα σε δασκάλους. Αλλά άκουγα όλους τους παλαιοτέρους μας και από τον καθένα τους έπαιρνα κι ένα στοιχείο και μετά έβανα και τα δικά μου τα ακούσματα τα προσωπικά και έκανα τα δικά μου τα κόλπα. Και λέγανε, να έτσε τον παίζει ο Μαύρος τον σκοπό αυτόνα. Οι παλιοί παίζανε με άλλο σύστημα, αλλιώς κρατούσανε το δοξάρι και το χρησιμοποιούσανε με άλλο τρόπο που για εμένα ήτανε κουραστικό, δηλαδή να πηγαίνει το χέρι πέρα-πόδε για να βγάλει μια νότα. Ενώ εγώ έκαμα το εξής, με μια δοξαριά έβγανα μισή στροφή, έκανα ένα γέμισμα, πιο ξεκούραστα γιατί έδινα βάρος στα δαχτύλια πιο πολύ. Μου αρέσανε τα γεμίδια, τα γλυκάδια, αλλά να μην είναι περρίσια, δηλαδή έβανα γλυκάδια στον σκοπό εκειά που το καλούσε κι όχι συνέχεια να χαθεί δηλαδή η ομορφιά του...

Ερ: Δύσκολο αυτό έ;

Απ: Ε ναι, δεν το κάνανε πολλοί, εγώ πέρναγα πολλές ώρες για να παίξω έναν σκοπό και να τον ευχαριστιούμαι, να βγεί δηλαδή ένα σωστό αποτέλεσμα, ωραίο, να το ακούει ο άλλος και να λέει ότι είναι ωραίο πράμα...

Ερ: Πάμε παρακάτω, τα πρότυπα σου ποιά ήτανε;

Απ: Τότε ήτανε φίρμα μεγάλη ο Χάρχαλης. Ήτανε ο Χάρχαλης, ήτανε ο Μαργιάνος, ο Κοπανίδης, ο Κουνέλης ο γέρος, ο Ζερβός, ο Σιδερής, ο Παπουτσής, ήτανε πολλοί. Αλλά αυτοί που μου κάνανε εντύπωση, ο Χάρχαλης, ο Μαργιάνος...

Ερ: Τι είχαν αυτοί και ξεχώριζαν;

Απ: Ο Χάρχαλης έπαιζε στον άσσο, στην τρίχα που λέμε. Δηλαδή, άκουγες ένα ωραίο πράμα χωρίς να χαλάει τσοι σκοπούς. Και τραγούδιε καλά, πολύ καλά. Δηλαδή, άνοιγε το στόμα του κι ήταν ένα πράμα ετσά εντυπωσιακό, πώς να στο πώ, εντυπωσίαζε τον κόσμο αυτό. Κι ο Μαργιάνος ήτανε καλός τεχνίτης, λεβέντης, τσιτσεκλής που λέμε, εφόριε σαλβάρια και τον εθωρούσε ο κόσμος και καμάρωνε...

Ερ: Από αυτούς τους δύο, ποιός σου άρεσε πιο πολύ;

Απ: Ο Χάρχαλης μου άρεσε, να σου πώ γιάντα μ'άρεσε. Ήτανε πιο τεχνικός, έβανε ωραία γλυκάδια, έπαιζε πολύ γλυκό όργανο, εταίριαζε τσοι σκοπούς αναμεταξυ τωνε και είχανε ωραία ακολουθία. Και το τραγούδι του ήτανε που είπα και πρίν εντυπωσιακό. Ενώ ο Μαργιάνος, έπαιζε καλό όργανο, αλλά έπαιζε πιο ξερά, πιο άγρια και δενε τραγούδιε καλά και το απέφευγε αν είχε μπαρή του δίπλα  που τραγούδιε καλά. Εμένα ο Χάρχαλης μ'αγαπούσε πολύ. Ναί. Και με αγαπούσε και με θαύμαζε κι ερχότανε όποτε του σέρβιρε και με έβριστε εδώ και καθόμασταν και παίζαμε και μου έλεγε, να δώ το γλυκάδι που βάνεις στον τάδε σκοπό....

Ερ: Ζήταγε δηλαδή την γνώμη σου;

Απ: Ναί, δεν είχε εγωισμούς με μένα, με αγαπούσε πολύ, μα κι εγώ το ίδιο όμως διότι ο Χάρχαλης ήτανε και θα είναι πάντα η κορφή των Χανίων....

Ερ: Έπαιζες λοιπόν στα πανηγύρια, στους γάμους ε;

Απ: Ναί, στην Αθήνα ανέβηκα και ήμουνα κάμποσο καιρό κι έπαιζα κι εκειδέ και μετά κατέβαινα κάτω κι έπαιζα και παντού, γλέντια πολλά...[...]

Ερ: Με ποιούς έπαιζες;

Απ: Με πολλούς έπαιξα. Με ένα Κολομπάκη έπαιζα κάμποσους χρόνους, μετά έπαιζα με το Λεβεντάκη από το Μάλεμε, με το κακορίζικο το Μαρουβαδάκι έπαιζα....

Ερ: Αυτός σκοτώθηκε κι ήσουν κι εσύ παρόν...

Απ: Ναί, κακιά ώρα. Ο Αντώνης ο Γεραιούδης, μα το λέγαμε Μαρουβαδάκι. Και γαέρναμε από ένα πανηγύρι και στο Γεράνι παραπάνω ήτονε πιωμένος ο οδηγός και του'φυγε το φορτηγό και ντούμπαρε  κι εγώ πρόλαβα κι έπαιξα τον πήδο και τηνε γλύτωσα κι αυτό το κακορίζικο δεν πρόλαβε και το μισέρωσε του θανατά το φορτηγό και το πλάκωσε. Που λές, αυτός ο Αντώνης ήτανε σπουδαίος καλλιτέχνης κι αν ζούσε ακόμα κάμποσα χρόνια θ'αφηνε μεγάλο όνομα, διότι ήτανε λαμπρός χαρακτήρας και τεχνίτης από τσοι λίγους. Ο Κουτσουρέλης τονε φοβότανε, άμε να τονε ρωτήσεις να σου πεί. Ποιόν φοβόσουνα τότε; Τον Μαρουβά θα σου πεί, διότι έπαιζε στην τρίχα.

Ερ: Μάλιστα. Και με ποιούς άλλους έπαιξες;

Απ: Έπαιξα με τον Κουτσουρέλη, με τον Μιχάλη τον Πολυχρονάκη, τον Λευτέρη τον Ντουρουντάκη, τον Καλομοίρη, τον Κάτη τον Αντώνη, τον Λαϊνά, με πολλούς, με ούλους σχεδόν τους Χανιώτες έπαιζα....

Ερ: Ο Ντουρουντάκης ποιός ήταν;

Απ: Ζεί ακόμα ο Λευτέρης, Γερανιώτης είναι. Λαγούτο σωστό, χωρίς πολλά πολλά ετσέ στολίδια. Αλλά αυτός είχε μια φωνή, τι να λέμε εδά. Στα καλά του πάνω δεν είχε το ταίρι του, να πεί τραγούδια ωραία να ακούς μια φωνή, αηδόνι. Να φανταστείς, στην Αθήνα έπαιζε με τον Μουντάκη, κι όταν άνοιγε το στόμα του ο Λευτέρης, δενε τόλμα ο Μουντάκης να τραγουδήσει. Τόσο καλός. Και παίζαμε με τον Λευτέρη το '60 - '65 σε πολλά γλέντια. Και επίσης, ξέχασα να πώ, ήτανε, κι είναι ακόμα, ένας Λιονής Στεφανής, Ρουματσίτης και καλός οργανοπαίχτης και παίξαμε και με αυτόνα. Και είναι στα Χανιά ο Θοδωράκης ο Μανώλης, καλό κοπέλι είναι και τώρα τελευταία έχουμε παίξει κάμποσες φορές...

Ερ: Με τον Κουτσουρέλη πόσα χρόνια παίζατε μαζί;

Απ: Δεκατέσσερα- δεκαπέντε χρόνια παίζαμε...

Ερ: Συνεχώς παίζατε μαζί; Δηλαδή, δεν παίζατε και με άλλους;

Απ: Παίζαμε και με άλλους, αλλά πιο πολύ, δηλαδή εφτά στα δέκα γλέντια τα παίζαμε μαζί. Και μαζί γράψαμε και δίσκους και γινήκανε επιτυχίες μεγάλες. Και στο ραδιόφωνο παίζαμε και παντού παίζαμε, είχαμε πολλά καλέσματα και μας προτιμούσε ο κόσμος...

Ερ: Μα ήσασταν θρυλική ζυγιά...

Απ: Αυτό είναι αλήθεια, ναί. Μας ζητούσε ο κόσμος να πάμε να παίξουμε. Επήγαμε το 1939, όταν ήμασταν στις αρχές μας, στα πρώτα μας, επήγαμε και παίξαμε σε έναν γάμο στον Άη Γιάννη στα Σφακιά και ήτανε η πρώτη μου φορά που έπαιζα στα Σφακιά. Και καθήσαμε στο χωριό και παίζαμε επί δεκαπέντε μέρες. Γιατί, οι Σφακιανοί εδιψούσανε για μουσική, διότι είχανε οικογενειακά, είχανε πένθη και όντενε γινότανε ένα κακό ας πούμε, πενθούσε ούλο το χωριό και για δυό-τρία χρόνια δενε κάνανε ούτε πανηγύρι, ούτε γάμους. Και εδιψούσανε για μουσική και μας είχανε εκεί και δεν μας αφήνανε να φύγουμε. Κι ήτανε ένας Πολύρης μα δεν κατέω ανε ζεί, λεβέντης και καλός μερακλής, χορευτής. Και όταν είπαμε ότι θα φύγουμε, επήρε ένα μαλιχέρι, κατέεις ήντα'ναι το μαλιχέρι έ; Και μας εξάμωσε με το μαλιχέρι και μας ελέει, δεν έχετε να πάτε πουθενά. Ναί. Και καθήσαμε δεκαπέντε μέρες. Και μετά, όταν πήγαμε να φύγουμε να γαήρουμε στα σπίτια μας, διότι να σου πώ ότι τότε δεν υπήρχανε ούτε δρόμοι, ούτε αυτοκίνητα. Και μας κατεβάσανε στο γυαλό να πάρουμε το καϊκι και να βγούμε στην Παλιόχωρα κι από 'κειδέ να πάρουμε ένα φορτηγάκι να έρθουμε στα σπίτια μας. Και στον γυαλό που λές, εδιχονίσαμε με τον Μαργιάνο, διότι ο Μαργιάνος ήτανε σε έναν γάμο στην Ανώπολη. Ο Μαργιάνος έπαιζε στα Σφακιά πολύ, ήτανε η μεγαλύτερη φίρμα στα Σφακιά. Ο Χάρχαλης ήτανε φίρμα στον Αποκορώνα αλλά στα Σφακιά ήτανε ο Μαργιάνος, αυτόνα θέλανε πιο πολύ. Και που λές, μόλις είδαμε τον Μαργιάνο, είπα από μέσα μου, ανάθεμα με ανε πάμε σπίτια μας. Διότι, ο βαρκάρης που'τονε Αγιορουμελιώτης. μας έβαλε στο καϊκι και μετά, αντί να μας επάει στην Παλιόχωρα, μας επήγε στην Αγιά Ρουμέλη και καθόμασταν άλλες δυό μέρες και παίζαμε κι εκεί.

Ερ: Δηλαδή κρατούσαν πολύ τότε τα γλέντια έ; Δεν σας αφήνανε να φύγετε....

Απ: Γιάε, εμείς που παίζαμε ας πούμε κι εκτός Κισάμου, είδαμε πολλά τέτοια περιστατικά. Πηγαίναμε να παίξουμε στο Μπρόσνιερο και καθόμασταν μια βδομάδα. Παρασκευή - Σάββατο - Κυριακή - Δευτέρα παίζαμε στον γάμο και μετά μας επαίρνανε στα σπίτια του χωριού και γλεντίζαμε.  Παίζαμε στου Καμπανού στο Σέλινο και καθόμασταν πέντε - έξι μέρες, πάλι τα ίδια. Και στα χωριά που περνούσαμε, μας σταματούσανε και γλεντίζαμε κι εκειδέ. Καθήσαμε τρείς μέρες στ'Ασκύφου, φύγαμε και στον Αλίκαμπο μας σταματήσανε και καθήσαμε άλλες δυό μέρες. Στσοι Βρύσες καθήσαμε μετά άλλες δυό μέρες. Στα Κεραμιά επήγαμε, στ'Αλετρουβάρι και γλεντούσαμε τέσσερις μέρες. Ενώ στην Κίσαμο, ο κόσμος δεν είχε δίψα τόσο μεγάλη, γιατί ήτανε πολλά τα πανηγύρια, πολλά τα γλέντια και οι γάμοι κι ήτανε και πολλά τα όργανα, πολλές ζυγιές γιατί μέχρι και το '50 η Κίσαμος είχε τα πρωτεία στην Κρήτη από τα όργανα. Και ο κόσμος ήτανε συνηθισμένος, δεν του έκανε δηλαδή εντύπωση να πάει να λαχταρίσει το όργανο, γιατί το άκουγε συχνά πολύ, τουλάχιστον μετά την κατοχή, πρίν ήτανε αλλιώς, οι παλαιοί ήτανε πιο μερακλήδες.  Αλλά και πάλι, κρατούσανε πολλές μέρες οι γάμοι, ειδικά στα πανωμέρια κρατούσανε τρείς - τέσσερις μέρες οι γάμοι....[...]

Ερ: Τραγουδούσες κι εσύ στα γλέντια ή κι ο Κουτσουρέλης για παράδειγμα;

Απ: Ο Κουτσουρέλης δεν είχε καλή φωνή κι απόφευγε. Εγώ τραγουδούσα αρκετά, αλλά είχαμε και μαζί μας, επαίρναμε τότε δηλαδή μαζί μας και τραγουδιστές, αν ξέραμε ότι είναι καλός γάμος και καλό πανηγύρι, παίρναμε τραγουδιστές. Ο Θεοχάρης ο Τζινευρής τραγουδούσε άριστα, ο κακορίζικος ο Κορωνιωτάκης επίσης, ο Λευτέρης ο Ντουρουντής, ήτανε καλοί τραγουδιστάδες. Αλλά και οι λαγουτιέρηδες μετά που δούλεψα μαζί τωνε, τραγουδούσανε καλά, ο Μιχάλης ο Πολυχρονάκης είχε, κι έχει ακόμα δηλαδή καλή φωνή.

Ερ: Είπες πρίν ότι παίζατε στα Σφακιά, κι έπαιζε και ο Μαργιάνος. Παίζανε κι άλλοι εκεί;

Απ: Ναί, παίζαμε εμείς, πολλές φορές. Κισαμίτες πηγαίναμε, βιολιά. Μην κοιτάς που τα τελευταία χρόνια πάνε οι λυράρηδες. Κι ο Μαργιάνος όταν ήτανε στα καλά του, δεν έλειπε από'κεί.
Ο Χάρχαλης έπαιζε, ο Γαλαθιανός έπαιζε με τον Γαλάνη, ο Ζερβός έπαιζε, ο Σιδερής ο Μανωλάκης έπαιζε, ο Ναύτης έπαιζε μαζί με τον μπατζανή του τον Σημαντηρά πρίν πάνε στην Αμερική.....

Ερ: Τον είχα γνωρίσει τον μακαρίτη τον Σημαντηρά στην Αμερική....

Απ: Ναί, ο Ναύτης τον έβγαλε τον Σημαντηρά. Διότι, αυτός έπαιζε μέτριο όργανο κι ο Ναύτης που είναι τεχνίτης, καλιά απ'ούλους μας και το λεώ και του βγάνω το καπέλο, του'δειξε αυτός πώς να παίζει και κάνανε μετά καλή ζυγιά. Και άκουγες μετά τον Σημαντηρά και έλεγες, αυτός είναι μωρέ; Και κάνανε τότε μεγάλη επιτυχία οι δυό τωνε....

Ερ: Τον παραδέχεσαι τον Ναύτη έ;

Απ: Βεβαίως. Διότι είναι τεχνίτης μεγάλος. Και λαγούτο παίζει και μπουζούκι κι ότι όργανο να του δώσεις θα το παίξει. Και μου αρέσει στο βιολί, διότι μπορεί να παίξει έναν σκοπό και την καθεμιά στροφή να τηνε παίξει διαφορετικά και να βάνει γεμίδια και γλυκάδια εκεί που δεν τα περιμένεις.

Ερ: Είναι γεγονός αυτό. Να σε ρωτήσω τώρα Νικολή, με τον Κουτσουρέλη γιατί σταματήσατε;

Απ: Ναί, εμείς παίζαμε πολλά χρόνια. Μετά, αρχίζεις και βαριέσαι, θες να κάμεις και κάτι άλλο.Διαφωνήσαμε σε κάποια πράγματα, εγώ τα ήθελα αλλιώς, ο Γιώργης τα ήθελε αλλιώς και είπαμε να σταματήσουμε και ο καθένας να πάρει το δρόμο του.

Ερ: Έχω ακούσει ότι υπήρξε παρεξήγηση....

Απ: Ο Γιώργης ήτανε, κι είναι κι ακόμα, εγωιστής. Θα μου πείς, ποιός δεν είναι; Και αν έχει και την αξία που έχει ο Γιώργης, δεν είναι; Ναί. Διότι εγώ, το λέω και το υπογράφω αυτό και δεν αλλάζω, ο Κουτσουρέλης αν έλειπε, δεν θα υπήρχε λαγούτο αυτή την στιγμή. Γιατί τον μιμήθηκαν ούλοι οι οργανοπαίχτες σε ούλη την Κρήτη. Έβγανε ένα ωραίο αποτέλεσμα, ωραίο παίξιμο, μερακλήδικο,τεχνίτης, πως να το κάνουμε. Έπαιζε έναν σκοπό και σου έκανε τέτοιο γύρισμα που έλεγες, πώς διάολο το έκανε; Είχε φαντασία στο παίξιμο, δεν ξεπατήκωνε κανένανε και δημιουργούσε δικά του γυρίσματα διότι είχε μουσικό αφτί. Ήτανε κι άλλοι καλοί, ο Μαυροδημήτρης είχε μεγάλη τέχνη, αλλά δεν είχε φαντασία, ο Γιώργης είχε όμως. Αλλά πίστευε ότι μπορεί να παίζει στο γλέντι και να ακούγεται περισσότερο αυτός, εκεί εγώ δεν συμφωνούσα και χαλούσε σιγά σιγά η δουλειά.....[......]

Ερ: Πρίν πάς στο γλέντι, έκανες κάποια πρόβα, προετοιμαζόσουν;

Απ: Ναί, όταν βγαίνανε και καινούργιοι σκοποί, τους μαθαίναμε και κάναμε μπρόβες. Εγώ δηλαδή, όταν μάθαινα σκοπούς που δεν τσοι κάτεχα, έκανα πολύ ώρα μπρόβες. Ο Χάρχαλης ερχότανε και μου έδειχνε σκοπούς παλαιϊκούς, διότι ήτανε γνώστης σε αυτά τα πράματα και μου΄δινε την γραμμή κι ύστερα έπαιρνα εγώ τον σκοπό και τον έπαιζα. Και ο κόσμος, όταν έβγαινε ένας σκοπός κι έκανε ντόρο, μας τονε ζητούσε συνεχώς, οπότε έπρεπε να είμαι έτοιμος να τονε παίξω. Όταν γράψαμε τον Κολυμπαριανό στον δίσκο κι έγινε μεγάλη επιτυχία, ο οποίος είναι προσωπική μου έμπνευση, πήγαμε και παίξαμε με τον Κουτσουρέλη στο Βλάτος στα πανωμέρια σε ένα γάμο. Σε πληροφορώ ότι καμιά εικοσαριά φορές μας εζητήσανε να παίξουμε τον καινούργιο σκοπό. Κι όταν ο Ναύτης έβγαλε τον δίσκο με τον Βατολακιανό σκοπό, μεγάλη επιτυχία κι αυτή, μας εζητούσανε να τον παίξουμε και πέντε και δέκα φορές στο ίδιο γλέντι. Οπότε, έπρεπε να έχω κάνει μπρόβα για να μπορώ να τονε παίξω σωστά. Και μας παραγγέλνανε και ευρωπαϊκά τραγούδια, ταγκό. Και έπρεπε εγώ να τα γνωρίζω κι έκανα πολύ ώρα μπρόβα για να τα παίζω αυτά τα πράματα.....



Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Η "ΚΡΗΤΙΚΗ" ΛΥΡΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ






Πρίν από λίγες ημέρες λάβαμε ένα e-mail από τον καλό φίλο, τον Γιώργο Τζανακάκη, ερασιτέχνη μελετητή της κρητικής μουσικής αλλά και ιστορίας, που ζεί στο Λονδίνο. Το e-mail, περιείχε μια σελίδα από το βιβλίο του Γάλλου Προξένου στην Κρήτη το 1825 X.Fabre Quettes. Το βιβλίο έχει εκδοθεί το 1850 περίπου και έχει μεταφραστεί σε τρείς γλώσσες και όπως καταλαβαίνουμε, είναι σπανιότατο. Σε αυτή την σελίδα ο X.Fabre Quettes αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο γιόρταζαν οι Τούρκοι κάποια θρησκευτική τους γιορτή (προφανώς το Μπαϊράμι ή το Ραμαζάνι)και ασφαλώς, αναφέρεται στην χρησιμότητα της λύρας από τους Τούρκους!!
Κάνει και μια αντιπαραβολή, στον τρόπο με τον οποίο γιόρταζαν οι Χριστιανοί τις δικές τους γιορτές εν αντιθέσει με τους Μουσουλμάνους.
Βέβαια, το κείμενο και η όλη διάθεση του συγγραφέα(του Πρόξενου δλδ) είναι φιλο-τουρκική, όμως, για άλλη μια φορά φαίνεται η προέλευση και η ταυτότητα της "λύρας", αυτού του οργάνου που προωθήθηκε από εξωγενείς παράγοντες, εγκληματικά εις βάρος του βιολιού και των βιολιστών της δυτικής και ανατολικής Κρήτης. Και βέβαια, δείτε ανάλογα, ποιά θέση είχε το βιολί στα χριστιανικά-κρητικά δρώμενα!!




Τα σχόλια, δικά σας!

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΛΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΙΣΑΜΟΥ




Η λύρα σήμερα, είναι το πιο αναγνωρίσιμο όργανο της κρητικής μουσικής. Έχουν περάσει κατά καιρούς, αξιόλογοι και σπουδαίοι καλλιτέχνες που χειρίστηκαν αυτό το όργανο με μοναδική δεξιοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την δεκαετία του '50 και έπειτα, μετά από κάποιες προσπάθειες μερικών μουσικολόγων και λαογράφων, η λύρα απέκτησε έναν σχεδόν παγκρήτιο χαρακτήρα, συμβολίζοντας την κρητική μουσική με αυτήν.
Δεν είναι βέβαια επί τους παρόντος να κρίνουμε αν αυτό ήταν και είναι σωστό ή όχι, ούτε και να αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους παραγκωνίστηκαν κάποια άλλα όργανα πρός όφελος της λύρας.
Τι γίνεται όμως στην επαρχία Κισάμου του νομού Χανίων και ποιόν ρόλο έχει παίξει η λύρα όλα αυτά τα χρόνια.
Από όλες τις μαρτυρίες (γραπτές και προφορικές), καθώς και από τα όποια ντοκουμέντα που έχουν διασωθεί και ερευνηθεί από διεθνούς φήμης μουσικολόγους αλλά και τοπικούς λαογράφους, η λύρα τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου ήταν σχεδόν άγνωστη στην ευρεία περιφέρεια της Κισάμου. Η λαϊκή μνήμη δεν έχει διασώσει κάποιο όνομα σημαντικού λυράρη στην επαρχία Κισάμου, τουλάχιστον μέχρι το 1850. Σίγουρα υπήρξαν κάποιοι που έπαιζαν λύρα, όμως δεν είχαν καθιερωθεί ώς "επαγγελματίες" και δεν έχει μείνει ούτε προφορική, ούτε γραπτή μαρτυρία του έργου τους. Το όργανο που έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο,ήταν το βιολί, είτε στην πρώτη-πρωτόγονη μορφή του, είτε κατόπιν στην πιο εξελιγμένη. Οι συνθέτες των κρητικών συρτών, που έως τις αρχές του 20 αιώνα ήταν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ Κισαμίτες(πλήν του Βουρογιάννη από την Μονή Σελίνου), έπαιζαν όλοι βιολί. Ήδη, από το 1750 που σηματοδοτείται το ξεκίνημα του συρτού με την μορφή που τον γνωρίζουμε σήμερα, αυτοί που απέδιδαν συρτά και συνέθεσαν επίσης μελωδίες συρτών, ήταν βιολιστές. Η λύρα δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνιση της, σε καμία μορφή. Μαρτυρίες για την μεμονωμένη ύπαρξη της λύρας στην Κίσαμο, αρχίζουμε να έχουμε από το 1860 κι έπειτα. Η λύρα όμως έπαιζε έναν άλλο ρόλο από αυτόν που γνωρίζουμε σήμερα. Τον ρόλο του μαθησιακού οργάνου. Δηλαδή, λόγω του ότι τα βιολιά ήταν σχετικώς ακριβά όργανα, οι περισσότεροι που θέλανε να μάθουνε βιολί, ξεκινούσανε με λύρα(τις περισσότερες φορές, αυτοσχέδιες λύρες) και όταν μαθαίνανε τα βασικά, αγόραζαν κάποιο καλό βιολί (μαρτυρίες των Ν.Χάρχαλη, Γ.Μαριάνου, Βασ.Κοπανίδη, Κων/νου Κουνελάκη, Εμμ.Φαντάκη). Επίσης, πολύ συχνά, η λύρα έπαιζε τον ρόλο του συνοδευτικού οργάνου δίπλα στο βιολί, δηλαδή, πρίμο το βιολί και σεγόντο η λύρα. Ο πρώτος ονομαστός λυράρης με εκτενή δράση στα μουσικά δρώμενα της Κισάμου, ήταν ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης από τα Μαρεδιανά Κισάμου, ο οποίος άκμασε προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, μερικές φορές, πρίν ο ίδιος καθιερωθεί, έπαιζε δίπλα στον Κουνελοκωστή με την λύρα του ώς συνοδεία. Τα λαγούτα μέχρι τα μέσα πρός τέλη του 19ου αιώνα σπάνιζαν. Ένας σημαντικός παράγοντας επίσης που δεν επέτρεψε την ένταξη της λύρας στην μουσική της Κισάμου, ήταν οι περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες της. Στην περιοχή αυτή που δέσποζαν(και δεσπόζουν ακόμα) τα δαιδαλώδη συρτά, το πεντοζάλι, η γιτσικιά σούστα, η λύρα δεν μπορούσε να αποδώσει στο 100% τις μελωδίες αυτές, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι καλλιτέχνες να μην ασχολούνται με αυτό το όργανο. Όσο και καλός να ήταν ο χειριστής της λύρας, σε κάποια σημεία το όργανο "εχανε" την απόδοση, με αποτέλεσμα οι σκοποί να παίζονται πιο απλά, πιο λιτά, χάνοντας έτσι κάποια σημαντικά στοιχεία της μουσικής δομής τους. Επίσης, άλλος ένας σημαντικός καλλιτέχνης, ο Ιωαν.Φελεσάκης, στα πρώτα του βήματα έπαιζε λύρα, όμως την εγκατέλειψε διότι δεν μπορούσε να αποδώσει σωστά τις μελωδίες του συρτού.
Άκόμα είναι άγνωστο με ποιόν τρόπο έφτασε η λύρα στην Κίσαμο, αν και υπάρχουν μερικές τοποθετήσεις κατά το παρελθόν που αναφέρονται στην είσοδο της λύρας μέσω των μουσουλμάνων υπηκόων, ή μέσω των επαναστάσεων, όταν οι Κισαμίτες ήρθαν σε επαφή με άλλους επαναστάτες από διάφορα μέρη που υπήρχε ήδη η λύρα.
Μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και του 'Β παγκοσμίου πολέμου, η λύρα σπάνιζε στην Κίσαμο και συναντιόταν ελάχιστα, εν συγκρίσει με το βιολί και το λαγούτο. Από την εποχή όμως που άρχισαν μερικοί Κισαμίτες λαγουτιέρηδες να συνεργάζονται με λυράρηδες του Ρεθύμνου και κυρίως, από το '55 κι έπειτα που ο Σίμων Καρράς, τότε υπεύθυνος του ΕΙΡ, απαγόρεψε με μια απαράδεκτη διαταγή να παίζεται κρητική μουσική με βιολί, η λύρα άρχισε να εισχωρεί δειλά δειλά στην Κίσαμο. Ο Κώστας Μουντάκης, λόγω της συνεργασίας του τότε με τους Αφους Κουτσουρέλη, ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιξε πιο εκτενή στα κισαμίτικα γλέντια την δεκαετία του '50.
Η λύρα άρχισε να εισχωρεί ευρύτερα στα μουσικά πράγματα της περιοχής κυρίως από την δεκαετία του '70 και μετά, λόγω του ότι οι βιολιστές ήταν παραγκωνισμένοι και είχαν υποστεί μια "κοιλιά" όσον αφορά την δράση τους. Αν και το μουσικόφιλο κοινό της Κισάμου προτιμούσε το βιολί, καθώς είχε γαλουχηθεί μουσικά με αυτό το όργανο, μερικοί θέλησαν να φέρουν την λύρα και να αντικαταστήσουν το βιολί, πράγμα όμως που παρόλες τις "ενέργειες" τους, δεν απέφερε το επιθυμητό για αυτούς αποτέλεσμα. Βέβαια, παρουσιάστηκαν ντόπιοι λυράρηδες, μερικοί εκ των οποίων σήμερα είναι αξιότατοι δεξιοτέχνες και σταδιοδρομούν στην κρητική μουσική, οι βιολιστές όμως συνεχίζουν να κρατούν επάξια το όργανο των προγόνων τους και να πρωταγωνιστούν στα μουσικά δρώμενα της επαρχίας, αλλά και του νομού Χανίων γενικότερα.
Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι πριν την δεκαετία του '50 δεν υπήρχε κανένας απολύτως διαχωρισμός οργανών, όλα ήταν αποδεκτά και αγαπητά από τον κόσμο. Με τις ενέργειες όμως πρώτα του Σιμ.Καρρά και κατόπιν των συνεργατών του, μερικοί εκ των οποίων συνεχίζουν αυτή την "πολιτική" μέχρι και τις μέρες μας, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πρόβλημα ανάμεσα στους καλλιτέχνες, με τοπικιστικές εξάρσεις, κι είχε ώς αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια άδικη διαμάχη μεταξύ των βιολιστών και των λυράρηδων, καθώς και μεταξύ των ερευνητών για το ποιό όργανο είναι το παλαιότερο και καταλληλότερο να εκτελεί την κρητική μουσική.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΝΕΛΗΣ, ΕΝΤΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ.

Μιχ.Κουνέλης-Γ.Κουτσουρέλης (από το αρχείο του Ανυφαντή)



21 Δεκεμβρίου 1928 - 8 Σεπτεμβρίου 1999 +

Συμπληρώνονται 11 χρόνια από την ημέρα που ο Μιχάλης Κουνέλης έφυγε από κοντά μας. Το κενό που άφησε είναι μεγάλο, η απουσία του έντονη. Ήταν ένας άνθρωπος που απλόχερα σκόρπιζε το κέφι, την χαρά, το χαμόγελο. Δεν θα μιλήσουμε για την καλλιτεχνική του πορεία και προσφορά, άλλωστε ήδη στο ιστολόγιο μας έχουμε ήδη αναφερθεί εκτενώς στο μουσικό του βιογραφικό. Στις μέρες μας όμως που η μουσική μας έχει περάσει σε έναν καθαρά εμπορικό δρόμο με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η παρουσία σήμερα του Μιχάλη Κουνέλη θα ήταν πραγματική πολυτέλεια. Βέβαια, οι συνεχιστές του, οι μαθητές του, για τους οποίους ο ίδιος υπερηφανευόταν, πατάνε στα χνάρια του και προχωρούν με βάση τις αξίες με τις οποίες γαλουχήθηκαν από τον μεγάλο αυτόν δάσκαλο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η μουσική συνείδηση του κόσμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το όνομα του Κουνελομιχάλη και ποτέ δεν θα μπεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, ούτε θα σκεπαστεί από την καταχνιά των χρόνων.

Αξέχαστος για πάντα!!


Ακούστε τον Μιχ.Κουνέλη.Στο λαγούτο ο Στεφ.Καρεφυλλάκης.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΗΣ ΦΟΒΑΚΗΣ - ΦΟΒΟΓΙΩΡΓΗΣ


Το Βασιλόπουλο Κισάμου Χανίων.


1915 - 2010

Γεννήθηκε το 1915 στο Βασιλόπουλο Κισάμου, στο χωριό που κατοικούσε μέχρι σήμερα. Βιολιστής καλός, μερακλής, χιουμορίστας. Δεν τραγουδούσε και γι'αυτό τον λόγο επέλεγε λαγουτιέρηδες που τραγουδούσαν καλά, όπως ο Καρεφυλλομανώλης, ο Γ.Γεραιουδάκης(Μαρουβάς) κι άλλοι πολλοί. Για εβδομήντα περίπου χρόνια γλέντισε τους Κισαμίτες στις πολλές διασκεδάσεις. Πλούσιο ρεπερτόριο από παλιά συρτά. Στο πανηγύρι του Άη Γιάννη στον Γκιώνα έπαιζε πολλά χρόνια. Τα εύθυμα περιστατικά της καριέρας του είναι δύσκολο να τα απαριθμήσουμε ένα-ένα. Ο Φοβογιώργης συνδύαζε την δεξιοτεχνία με το χιούμορ .
Ο εγγονός του, ο Γιώργος Μυλωνάκης, συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση, καθώς είναι ένας από τους νέους βιολιστές που σταδιοδρομούν στην κρητική μουσική.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ




1895 - 1955

Ο Μιχάλης Παπουτσάκης ήταν ένας παλιός βιολιστής από το Γαβαλομούρι Κισάμου του νομού Χανίων. Θεωρείται ώς ένας εκ των καλυτέρων δεξιοτεχνών εκείνης της εποχής και έδρασε κυρίως στην ανατολική Κίσαμο. Έπαιζε κυρίως με το λαγούτο του κοντοχωριανού του, του Γιάννη Κουριδάκη, αλλά και με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τους Μαρουβάδες (Αντώνη και Γιώργη). Μάλιστα, τον Αντώνη Γεραιουδάκη ή Μαρουβά, αυτός τον πρωτόβγαλε στα γλέντια.
Ο γιός του, ο Χαράλαμπος Παπουτσάκης ( + 1974), συνέχισε την οικογενειακή παράδοση αφού εξελίχθηκε σε άριστο βιολιστή.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ




Από την μαρτυρία του φίλου Νικ.Παπαδάκη, που την παραθέτω αυτούσια όπως μου την έγραψε και μου την έστειλε.

"Οι περισσότερες ζυγιές στα Χανιά βρισκόντουσαν στην Κίσαμο, τουλάχιστον από την εποχή που εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου δηλαδή. Και στο Σέλινο είχανε καλά όργανα, αλλά σε εμάς ήτανε το κάτι άλλο, ο ανθός. Μακάρι να προλάβαινα τον Χάρχαλη και τον Μαριάνο στα καλά τους, αλλά ίσα ίσα που θυμάμαι τον Μαριάνο μόνο,ο Χάρχαλης είχε το πένθος και δεν έπαιζε, σου μιλώ τώρα για μετά το '55 περίπου. Επίσης δεν πρόλαβα την δυνατή ζυγιά του Λυραντώνη με τον Λέφη γιατί τον Λυραντώνη τονε σκοτώσανε οι Γερμανοί το '44, τρία χρόνια δηλαδή πριν γεννηθώ. Το λοιπόν, από όλους αυτούς που άκουσα και γνώρισα και χόρεψα, προσωπικά ξεχωρίζω τις παρακάτω ζυγιές:

1. Από τις παλιές και καλές ζυγιές ήτανε ο Μαύρος με τον Κουτσουρέλη, αυτοί παίζανε σε όλο τον νομό Χανίων και μαζευότανε ο κόσμος σαν τα μελίσσια. Ειδικά στις μπάντες μας έχουνε γράψει ιστορία.

2. Αν και τους άκουσα εγώ μόνο μια φορά, από τον μακαρίτη τον πατέρα μου άκουγα ότι καλή ζυγιά ήτανε και ο Μαριάνος με τον Φαραντάκη. Δραπανιανοί κι οι δυό και παίζανε και στην Αθήνα αρκετά συχνά. Δυστυχώς δεν πρόλαβα στα πολυ καλά του τον Μαριάνο.

3. Κουνέλης και Καρτσώνης, την θεωρώ την καταπληκτικότερη ζυγιά του νομού Χανίων για πάνω από 40 χρόνους. Ταιριάζανε και στο παίξιμο και στον χαρακτήρα και όπου κι αν παίζανε γινότανε το αδιαχώρητο.

4. Άλλη μια ζυγιά που μου έρχετε στο μυαλό ήτανε και το Δρακοπουλάκι από τα Καψανιανά με τον Λέφη και παίζανε για μερικά χρόνια μαζί, κυρίως από το να πάς Ποταμίδα Βουλγάρω μέχρι Καλάθενες Σηρικάρι.

5. Χριστοφοράκης - Λαϊνάκης, πιο μετά αυτοί παίξανε, εμένα προσωπικά μου άρεσε πολύ ο Χριστοφοράκης, ήτανε ο άσσος της Μεσογειανής μπάντας.

6. Αναγνωστάκης - Νταουντές μια εποχή ήτανε η καλύτερη ζυγιά από τα Τοπόλια και στα Πανωμέρια πέρα. Ο Αναγνωστάκης έπαιζε ένα φεγγάρι και με το Πολυχρονάκι, αλλά πιο πολύ ταίριαζε με τον Νταουντέ.

7. Φοβογιώργης και Καρεφύλλης Μανώλης, ταιριαστοί οργανοπαίχτες και είχανε και χιούμορ. Αυτοί όσες φορές παίξανε και πήγα και τους είδα, μαζεύανε αρκετό κόσμο.

8. Χαρχαλομιχάλης και Μαρέντος Θεοχάρης, πρίν ο Χαρχαλομιχάλης ανέβει στην ΑΘήνα, είχανε βγάλει καλό όνομα γιατί παίζανε καλά και ο Μαρέντος ήταν πρώτης τάξεως τραγουδιστής. Τους είχα ακούσει μια φορά στο Παλιόκαστρο κι άλλη μία στα Χάμπαθα.

9. Ο Ναύτης με τον Σημαντηρά, πρωτού πάνε στην Αμερική, ήτανε ταιριαστή ζυγιά. Γενικά ο Ναύτης με όσους έπαιζε μου άρεσε πολύ.

10. Καλή ζυγιά, τους είχα ακούσει στα Ρούματα τρείς φορές που πήγαινα σε γάμους, ήτανε τα Γουβεράκια, αδέρφια.

11. Έπίσης ο Μαθιουδάκης με τον Μαργαρίτη παίζανε καλά και μερακλήδικα. Ο Μαθιουδάκης πρίν πάθει το ατύχημα στο χέρι ήτανε από τα καλά βιολιά της Κισάμου και εξαίσιος τραγουδιστής.

12. Αν και δεν είναι Κισαμίτης, ο Κατράκης μου άρεσε μιαν εποχή που έπαιζε με τον Χαιρετάκη από τον Κάμπο. Σου μιλάω τώρα για τέλη δεκαετίας του '70 με αρχές του '80.

13. Τελευταία άφησα μια ζυγιά που μου άρεσε αρκετά και τους είχα ακούσει σε δυό γάμους, ήτανε ο Παπουτσής ο Χαραλάμπης με τον Μαρουβά τον Γιώργη, αλλά δυστυχώς ο Χαραλάμπης έφυγε νωρίς. Αν συνέχιζε, θα γινόταν μεγάλο όνομα. "

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ - ΜΑΥΡΟΣ






1910 - 1994

Ο καλλιτέχνης - πρότυπο. Ο μουσικός - καινοτόμος. Μοναδικός βιρτουόζος του βιολιού.
Γεννήθηκε και έζησε όλα του τα χρόνια στον Σκουτελώνα Κισάμου Χανίων. Από 15 χρονών στα γλέντια ,μια ζωή γεμάτη μουσική. Πρακτικά αυτοδίδακτος, θεωρητικά "δασκαλεμένος" από τους ήχους των παλαιών πρωτομαστόρων των Χανίων. Η λέξη "ψεγάδι" ανύπαρκτη στο παίξιμο του. Ένα παίξιμο που φέρει πέρα για πέρα την προσωπική του σφραγίδα. Και για αυτό, έγινε πρότυπο για όλους σχεδόν τους βιολιστές. Το παρατσούκλι "Μαύρος" δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε από που βγήκε. Ήταν πολύ μελαχροινός. Τόσο μελαχροινός που το παρατσούκλι επισκίασε το πραγματικό του όνομα. Οι καινοτομίες του, λαμπρές. Προώθησε τον δικό του - προσωπικό ήχο. Το βιολί που ώς τότε παιζόταν κάπως "άγρια" και πρωτόγονα, απέκτησε έναν πιο γλυκό και στρωτό ήχο. Οι τριπλοδοξαριές που ίσχυαν για τα τότε δεδομένα, έδωσαν την θέση τους σε ένα σύστημα πιο απλό και συνάμα, πιο τεχνικό. Κι εκτός αυτού, ο Μαύρος επεξεργάστηκε τα παλιά συρτά, τους έδωσε έναν άλλο, πιο φρέσκο αέρα χωρίς όμως-κι αυτό είναι το σημαντικότερο-να επηρεαστεί η γνήσια δομή τους.
Ο Μαύρος δισκογραφικά κάνει τα πρώτα του βήματα στα τέλη της δεκαετίας του'30. Μεταπολεμικά όμως, δισκογραφεί αδιάκοπα μαζί με τον Γιώργη Κουτσουρέλη. Μαζί άλλωστε αποτέλεσαν μια από τις πιο θρυλικές ζυγιές που έχουν περάσει ποτέ από το κρητικό μουσικό στερέωμα. Αξιόλογες οι συνεργασίες του επίσης με τον Αντ.Γεραιουδάκη ή Μαρουβά, με τον Ντουρουντολευτέρη, τον Λιονάκη και με πλήθος άλλων λαγουτιέρηδων που είναι αδύνατον να απαριθμήσουμε. Στην περίοδο της κατοχής είχε αποκτήσει ένα βιολί του τρανού κατασκευαστή Στραντιβάριους, που σήμερα σώζεται ως οικογενειακό κειμήλιο.
Έπαιξε σε πολυάριθμα γλέντια στην Κρήτη και στην ΑΘήνα, όπως επίσης εμφανίστηκε και αρκετές φορές στα ραδιόφωνα της εποχής παίζοντας ζωντανά κρητική μουσική. Ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις είχε κάνει και στο στούντιο του Γιάννη Σταματάκη στο Καστέλλι που έγιναν ανάρπαστες. Τιμήθηκε κατά καιρούς από διαφόρους συλλόγους και πολιτιστικούς φορείς της Κρήτης.
Σε όλα αυτά που προσέφερε στην κρητική μουσική, πρόσθεσε άλλο ένα δώρο. Την προσωπική του σύνθεση, τον κλασσικό πλέον, Κολυμπαριανό συρτό.

ΚΩΝ/ΝΟΣ ΜΠΟΥΛΝΤΑΔΑΚΗΣ - ΚΑΝΑΡΙΝΗΣ



1840 - 1920

Μεγάλη φυσιογνωμία στο κισαμίτικο μουσικό στερέωμα. Βιολιστής φημισμένος αλλά και από τους καλύτερους τραγουδιστές, καταγόμενος από την Δρακόνα Κισάμου. Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από την εποχή που άκμαζε αλλά το όνομα του έχει μείνει στην μνήμη του κόσμου. Από τις προφορικές μαρτυρίες που περνάνε από γενιά σε γενιά, λέγεται ότι ήταν τόσο καλλίφωνος όσο το καναρίνι. Κι έτσι έμεινε αυτό το παρατσούκλι. Αυτό όμως που ξεχωρίζει, είναι το σπουδαιότατο συνθετικό του έργο. Σκοποί αθάνατοι, λεβέντικοι που μυρίζουν "Κίσαμο". Στον αντίποδα όμως αυτοί οι σκοποί,λεηλατημένοι από τους μεταγενέστερους υποτιθέμενους "συνθέτες" που δεν δίστασαν να τους αντιγράψουν και να τους προβάλουν ώς δικές τους συνθέσεις. Δυστυχώς, δεν άφησε απογόνους ώστε να μάθουμε περισσότερα στοιχεία για το καλλιτεχνικο βιογραφικό του. Και το πιο άτυχο ακόμα, στα χρόνια της ακμής του τραυματίστηκε και διαταράχτηκε μόνιμα η διανοητική του ισορροπία με αποτέλεσμα να ζεί παραμελημένος μέχρι το τέλος της ζωής του. Τις περισσότερες πληροφορίες τις γνωρίζουμε σήμερα από την έρευνα του Θαν.Δεικτάκη στο αξιόλογο βιβλίο του "Χανιώτες λαϊκοί μουσικοί που δεν υπάρχουν πιά".
Ο Καναρίνης συνεργάστηκε με παλαιούς λαγουτιέρηδες όπως ο Παπαδογιώργης, ο Μπέρτης κ.α.
Οι αθάνατες του συνθέσεις είναι οι ακόλουθες:

-Καρεφυλλιανός συρτός 1866(χρησιμοποιήθηκε από τον Ροδινό στις ηχογραφήσεις του)

-Ινάντιος συρτός 1870(με το γνωστό "μπέρδεμα" στην μαντινάδα που πάει κόντρα στα μέτρα του σκοπού κι έχει ηχογραφηθεί και ώς "Βαφιανός" ή ώς "Σπίθα" την δεκαετία του '30).

-Σφηναριώτικος συρτός 1875(που έχει διασκευαστεί ώς "Τέσσερις είναι οι μάρτυρες" από διαφόρους λυράρηδες)

-Συρτός του Καναρίνη 1880(γνωστός και ώς "Άρωμα" που αποτελεί την 1η μουσική φράση στον "Άνεμο" του Θ.Σκορδαλού).

-Τριαλώνης συρτός 1896

-Δρακονιανός συρτός 1898

Οι δύο τελευταίοι σκοποί του, από μαρτυρία του Ν.Χάρχαλη στον Γιάννη Παπαδάκη το 1970, συντέθηκαν όταν ήδη ο Καναρίνης είχε το διανοητικό πρόβλημα.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

ΜΕ ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ



ΆΡΘΡΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑΚΗ


"Με το βιολί και το λαγούτο. Με αυτά τα όργανα μάθαμε την γνήσια κρητική μουσική. Με αυτά τα όργανα χορέψαμε τους περήφανους κρητικούς χορούς στα νιάτα μας. Πολλές φορές ανατρέχει ο λογισμός μου στα παλαϊικά γλέντια, στους απλούς-γνήσιους γλεντιστάδες. Μα πού είναι όλα αυτά σήμερα; Τα πάντα έχουν πάρει μια περίεργη τροπή και ναί, ευθυνόμαστε κι εμείς. Δεν είναι φταίξιμο μονάχα των νέων παιδιών. Αυτά, έτσι μάθανε, έτσι ζούνε και σήμερα. Πάς σήμερα σε ένα γλέντι στα Χανιά, βλέπεις να καταναλώνονται κούτες με ουϊσκι και μπύρες. Που είναι ο μαρουβάς, η τσικουδιά; Γυρνάς την πόλη από άκρη σ'άκρη και παντού βλέπεις κολλημένες τις αφίσσες του λυράρη που θα παίξει στο τάδε μαγαζί. Λυράρης!Φίρμα μεγάλη. Και να πείς ότι ξέρει τι παίζει...Μα μπά!. Μια φορά δεν υπήρχε λύρα, μα έλα μου ντέ που έτσι το αποφάσισαν κάποιοι καλά κατέχοντες τις θέσεις και θεώρησαν πώς η Κρήτη πρέπει να πρεσβεύεται μουσικά μόνο από την λύρα. Άλλο που δεν ήθελαν μερικοί δοξαραίοι και να που σήμερα μας έχουν πάρει τα αυτιά με την ατεχνία τους, την κακοφωνιά τους, την ασχετοσύνη τους. Να'ναι καλά εκεί στον παράδεισο ο Ναύτης κι ο Κουνέλης που δούλεψαν σκληρά για να μην χαθεί από τον κόσμο τούτο το βιολί, το γλυκόηχο αυτό όργανο, ο βασιλιάς των οργάνων! Ο περήφανος συρτός, το επαναστατικό πεντοζάλι είναι χοροί που υπαγορεύτηκαν πάνω στο βιολί, πρωτοπαίχθηκαν πάνω στο βιολί. Δεν λέω πρός Θεού να μην τα παίζει η λύρα όλα αυτά. Αλλά μην τα κάνουμε όλα σαλάτα για τις τοπικιστικές σκοπιμότητες μερικών-μερικών. Τα τελευταία χρόνια ξεπετιούνται κάμποσα Χανιωτάκια με όρεξη και διάθεση να συνεχίσουν την παμπάλαια μουσική παράδοση των Χανίων, αλλά τα πολεμούνε. Ναί. Τα πολεμούνε όλοι αυτοί που τόσα χρόνια είχαν βρεί την βολή τους και γυρνούσανε την Κρήτη παριστάνοντας τις φίρμες. Τρυπώσανε στις τηλεοράσεις αυτοί οι κύριοι, τρυπώσανε γενικά σε όλα τα ΜΜΕ, ακόμα και στο διαδίκτυο με μοναδικό σκοπό να χτυπήσουνε το βιολί, να τσαλοπατήσουν την Χανιώτικη μουσική έκφραση. Μα δεν καταλαβαίνουν ότι το κακό δεν το κάνουν μόνο στην Χανιώτικη μουσική παράδοση, αλλά γενικά στην Κρητική; Μην κρυβόμαστε όμως πίσω από το δάχτυλό μας. Δεν φταίνε μόνο αυτοί. Φταίνε και αρκετοί ντόπιοι Χανιώτες που είτε για λόγους προσωπικής προβολής, είτε για άλλους διαφόρους λόγους, άφησαν την μουσική μας να γίνει έρμαιο των λυράρηδων και των μουσικολόγων της κακιάς ώρας. Και σήμερα, μερικοί από αυτούς παριστάνουν τους μορφωμένους λόγιους, τους λαογράφους, που με "δανεικές" γνώσεις κάνουνε τους καμπόσους, γυρίζουν τις εκδηλώσεις σε όλο τον νομό μας, έχοντας πραγματικό έρωτα όχι για το έργο που επιτελούν, αλλά για την δόξα, την κάμερα και το μικρόφωνο. Και με το αζημίωτο όλα αυτά βέβαια. Και αυτοί που πρέπει πραγματικά να ακουστούν, δεν ακούγονται. Ίσως γιατί φοβούνται ότι αυτά που θα πούνε, θα χαρακτηριστούν ώς ρομαντικά. Αφήστε που μερικοί "λαογράφοι" ήδη αρχίζουν και διεκδικούν....τις πατρότητες των πηγών τους. Ναί, τα έχω λοιπόν και με αυτούς, τους δικούς μας τους κατεχάρηδες.

Τα νέα παιδιά είναι το μέλλον μας. Μα να περπατάνε στον ίσιο δρόμο και αλλάργο από
προκλήσεις που δεν ταιριάζουν με τα ήθη μας. Μακριά από τις φίρμες και τους εγωισμούς. Να ρωτάνε όταν δεν ξέρουν κάτι, δεν είναι ντροπή. Και πάνω απ'όλα να σέβονται τον κόσμο και την μουσική παράδοση που υπηρετούν. Διότι, άλλο πράγμα η παράδοση, κι άλλο οι παράδες. Και κάποια μέρα, που ξέρετε, μπορεί να βρεθούμε και να μιλάμε για τον νέο Χάρχαλη, τον νέο Κουνέλη, τον νέο Κουτσουρέλη και να καμαρώνουμε. Γιατί κακά τα ψέματα, αυτό λείπει σήμερα από την μουσική μας. Το ήθος αυτών των ανθρώπων.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Η ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ


Κάποτε, το να μάθει κάποιος ένα όργανο φάνταζε πολύ δύσκολο. Δεν ήταν μόνο η μεγάλη αγοραστική αξία ενός οργάνου, αλλά ήταν και η δυσκολία της εκμάθησης. Δεν υπήρχαν ούτε ωδεία, ούτε σχολές, ούτε κάν ένα κασετόφωνο. Ακουστικά και μόνο, με πρακτικές μεθόδους που ξεπερνάνε κάθε φαντασία. Υπήρχε όμως και άλλο ένα «αγκάθι» στην όλη υπόθεση της εκμάθησης: Η άρνηση των καλλιτεχνών να διδάξουν! Σίγουρα ακούγεται παράξενο, κι όμως, τα παλιά χρόνια ήταν τέτοιο το σύστημα των καταξιωμένων μουσικών και ελάχιστοι ήταν αυτοί που δίδαξαν. Υπάρχουν μάλιστα ιστορίες, χιουμοριστικές εν μέρει, που δίνουν πολύ εύστοχα το στίγμα αυτού του πράγματος. Βέβαια, για να διαχωρίζουμε τα πράγματα, οι πολύ παλαιές γενιές μουσικών, όπως του Ματζουράνα, του Μανιατογιάννη, του Μαριαναντρίκου κ.ο.κ. δεν είχαν αυτό το χαρακτηριστικό, αντιθέτως, δίδαξαν το όργανο και τους σκοπούς σε αρκετούς βιολιστές. Το «ζόρι» όμως, παρατηρείται στην γενιά του Χάρχαλη, του Μαριάνου, του Ζερβού, του Κοπανίδη και άλλων πολλών. Σε κατ’ιδίαν συζήτηση με τον αείμνηστο Κ.Παπαδάκη «Ναύτη» πρίν αρκετά χρόνια είχα ακούσει το περίφημο «αν ήθελες να μάθεις, έπρεπε πρώτα να έσκαβες». Δηλαδή, η πληρωμή του δασκάλου ήταν μερικές αγροτικές δουλειές. Ο Μαριάνος – ο μοναδικός ίσως που έδειχνε το όργανο σε νέα παιδιά – για αντάλλαγμα έβαζε και του έκαναν δουλειές στα χωράφια, στα λιόφυτα κλπ. Από μαρτυρίες πολλών, ο Χάρχαλης δεν έδειχνε εύκολα. Ο Ναύτης είχε πεί ότι ο Χάρχαλης ξεκίνησε να διδάσκει από το ’50 κι έπειτα που δεν έπαιζε σε επίσημα γλέντια λόγω πένθους, αλλά και πάλι, έδειχνε ως επί το πλείστον σε συγγενικά του πρόσωπα. Ο περίφημος λυράρης Χαρίλαος Πιπεράκης είχε μείνει στον Δραπανιά περίπου έξη μήνες για να μάθει τα συρτά κοντά στον Μαριάνο. Από δήλωση του Ναύτη, κάθε μέρα έσκαβε στα χωράφια του Μαριάνου ως ανταμοιβή για τα….δίδακτρα! Εδώ βέβαια γεννάται το ερώτημα, γιατί άραγε οι παλαιοί δεν έδειχναν εύκολα στους νεωτέρους κάποια πράγματα; Πολλοί υποστηρίζουν ότι το έκαναν επειδή δεν ήθελαν να τους «φάνε» την δουλειά, λόγω του τότε μεγάλου ανταγωνισμού. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν ήθελαν να φανερώσουν κάποια μυστικά της τέχνης τους και να αντιγραφούν από άλλους. Το θέμα όμως είναι ότι σήμερα, αν δεν ενεργοποιούνταν οι καλλιτέχνες της περασμένης γενιάς, όπως ο Μιχάλης Κουνέλης, ο Ναύτης, ο Κατράκης, ο Μανιός κλπ, πολύ απλά δεν θα είχαμε νέους συνεχιστές του βιολιού. Αλλά και στο λαγούτο, δεν αλλάζει η κατάσταση. Αρκετοί ήταν αυτοί που δεν θέλησαν να διδάξουν για τους προσωπικούς τους λόγους (αλλά και για τους παραπάνω που είπαμε) με αποτέλεσμα να χαθούν κάποια πράγματα και κακά τα ψέματα, η Κίσαμος σήμερα δεν καυχάται ότι έβγαλε έναν νέο Κουτσουρέλη. Βέβαια εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε το άξιο έργο του Μανώλη Καρτσωνάκη, του Στέλιου Λαϊνάκη(του Λαρδιανού), του Θεόφιλου Μαργαριτάκη, του Πέτρου Καρμπαδάκη, του Μιχάλη Πολυχρονάκη κ.α. που σήμερα αν έχουν βγεί κάποιοι νέοι λαγουτιέρηδες, το οφείλουμε σε αυτούς που πραγματικά δίδαξαν τις νεώτερες γενιές.
Τελικά, από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι το δοξάρι και η πένα πήγαιναν παρέα με τον….σκαπέτη!

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΕΛΕΣΑΚΗΣ-ΦΕΛΕΣΟΓΙΑΝΝΗΣ


Εννιά χωριά। Η πανέμορφη περιοχή της Κισάμου, ανάμεσα σε ορεινούς όγκους και σε μικρά φαράγγια। Περιοχή με καστανιές, πλατάνια, ελιές και πολλά νερά। Εκεί γεννήθηκε ο πρωτομάστορας της κισαμίτικης μουσικής, ο Φελεσογιάννης, το 1866,στον Αερινό, στον ορεινότερο οικισμό των Εννιά χωριών. Γειτονιές-γειτονιές ο Αερινός, τα Καλυβάκια, τα Φελεσιανά, τα Κωσταντουλιανά, τα Ταμπασιανά κλπ. Μα αλίμονο, σήμερα οι περισσότερες γειτονιές είναι έρημες, ακατοίκητες, πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων από μερικούς πεισματάρηδες γερόντους που αρνούνται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Μα στην εποχή του Φελεσογιάννη το χωριό έσφυζε από ζωή. Η γιαγιά μου, το γένος Φελεσάκη, έλεγε ότι το 1910 πηγαίνανε 60 παιδιά στο σχολειό.
Ο Φελεσογιάννης,προικισμένος από την φύση, έδωσε χρώμα και ήχο σε μια παλιά λύρα.Σαν λυράρης ξεκίνησε και περίπου μέχρι τα 30 του με την λύρα στο βουργιάλι γλέντησε τα γύρω χωριά. Μα οι δυνατότητες της λύρας είναι περιορισμένες, δεν μπορεί δηλαδή να παίξει στο 100% τα κισαμίτικα συρτά. Έτσι λοιπόν εγκατέλειψε την λύρα για το βιολί. Και στο βιολί, ήταν ασυναγώνιστος. Η φίρμα των Εννιά χωριών για τριάντα περίπου έτη. Στο τραγούδι, όπως λέγανε οι παλιοί, μέτριος, αλλά οι μαντινάδες του ήταν πανέξυπνες και με σχετικά σκωπτική διάθεση. Στο Σέλινο έλειπε ολόκληρες εβδομάδες. Εκεί έπαιζε με τον Κλειναντώνη, τον μεγάλο λαγουτιέρη του Σελίνου. Στην Κίσαμο έπαιζε με έναν Σημαντηρά κι έναν Βεστάκη, συνομήλικους του λαγουτιέρηδες. Υπόδειγμα φιλοξενίας, όποιος περνούσε από το χωριό έβρισκε στρωμένη την τάβλα του Φελεσογιάννη και στρωμένο το κρεβάτι για να ξαποστάσει. Όταν δεν είχε γλέντια, καθόταν στην αυλή του και έπαιζε και γύρω γύρω, οι κοπελιές χορεύανε. Δίδαξε το βιολί στους περισσότερους νέους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης στην περιφέρεια των Εννιά χωριών κι όχι μόνο.Ο τρανός Χάρχαλης ήταν ανηψιός του, της αδελφής του παιδί και πήρε τα πρώτα μαθήματα από τον Φελεσογιάννη.
Ο μεγάλος αυτός μουσικός άφησε στην μουσική μας τρείς εκλεκτούς σκοπούς συρτών. Τον Αερινιώτη συρτό(1896), Ηλέκτρα συρτός(1908), Μπεμπέκα συρτός(1912). Ο Αερινιώτης που είναι και ο πιο γνωστός του σκοπός, συντέθηκε πάνω στην λύρα και για αυτό έχει σχετικά λιγότερα "πλουμιά" σε σχέση με την δαιδαλώδη "Μπεμπέκα" που συντέθηκε στο βιολί.
Και άλλη μια οικογενειακή μαρτυρία: Στο γάμο του παππού και της γιαγιάς μου την δεκαετία του'20 έπαιζαν δύο ζυγιές. Στην αρχοντοκάμαρη ο Φελεσογιάννης, στην αυλή ο Χάρχαλης. Κι ο κόσμος δεν ήξερε ποιόν να πρωτοακούσει...
Στο βάθος τα Φελεσιανά Αερινού όπως είναι σήμερα.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΡΧΑΛΑΚΗΣ - ΧΑΡΧΑΛΗΣ



Ο αυθεντικότερος βιολιστής της Κισάμου. Ο πιο γλυκοδάχτυλος. Ο μουσικός που μάγεψε με το δοξάρι και την φωνή του όποιον κι αν τον άκουσε. Στην εποχή του ήταν ασυναγώνιστος.
Γεννήθηκε στα Χαρχαλιανά Κισάμου το 1884. Στην οικογένεια του βρίσκουμε μουσικές καταβολές, αφού και ο πατέρας του έπαιζε ερασιτεχνικά μαντολίνο και τραγουδούσε, αλλά και ο θείος του (από την πλευρά της μητέρας του) έπαιζε βιολί επαγγελματικά, ο γνωστός Φελεσογιάννης από τον Αερινό Κισάμου. Μάλιστα, ο Φελεσογιάννης ήταν και δάσκαλος του. Επίσης έμαθε βιολί δίπλα στον Παλιμέτη και στον Γιαννιούδη. Τα σημαντικότερα μαθήματα όμως ήταν ακουστικά, μιας κι εκείνη την εποχή ήκμαζαν σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως ο Ματζουράνας, ο Μανιατογιάννης, ο Καναρίνης, ο Καραγκιουλές κ.α. Ο Χάρχαλης πήρε πολλά παραδείγματα από όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, χωρίς όμως να τους μιμηθεί, με αποτέλεσμα το παίξιμο του να φέρει πέρα για πέρα την προσωπική σφραγίδα του. Δεν άργησε να βγεί στα γλέντια και να προκαλέσει τον θαυμασμό του κοινού. Η Κίσαμος ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει το ταλέντο του κι έτσι ο Χάρχαλης ξεκίνησε να παίζει σε όλες τις επαρχίες του νομού Χανίων και να διασκεδάζει χιλιάδες κόσμου. Ακόμα και σε χωριά του Ρεθύμνου έπαιξε (την περίοδο του μεσοπολέμου) τότε που τα μεταφορικά μέσα ήταν ανύπαρκτα. Σπάνιες οι ανάπαυλες του Χάρχαλη, αλλά κι όταν δεν είχε κάποιο γλέντι, όλο και έπαιζε προβάροντας διαφόρους σκοπούς. Αγαπημένοι του σκοποί, ο Χανιώτικος, ο Ενάντιος, ο Κακράπης, ο 1ος Καραγκιουλές. Τραγουδούσε εξαίσια για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, μάλιστα δέ, ήταν υψίφωνος και κούρδιζε το βιολί πολύ ψηλά, σύμφωνα με το τότε σύστημα ώστε να ακούγεται καλά, μιας και τα ηχητικά μηχανήματα ήταν ανύπαρκτα. Συνεργάτες του στα γλέντια, ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Βασίλης Σκευάκης, ο Καρεφυλλομανώλης, ο Στεφανής Λιονάκης κ.α. Μόνιμος συνεργάτης του στα σελινιώτικα γλέντια, ο ανεπανάληπτος Κλειναντώνης από την Παλαιόχωρα Σελίνου. Ο Χάρχαλης αν και είχε καλέσματα και προσκλήσεις να παίξει τόσο στην Αθήνα όσο και στην Αμερική (τον είχε προσκαλέσει ο Χαρίλαος Πιπεράκης) δεν αποχωρίστηκε ποτέ την αγαπημένη του Κρήτη, άλλωστε, πού να προλάβει; Για τον ίδιο λόγο και τον δισκογραφικό του έργο είναι πολύ μικρό εν συγκρίσει της αξίας του, μιας και τα πολυάριθμα γλέντια τον κρατούσαν "δέσμιο" του επαγγέλματος. Κατάφερε μόλις δύο φορές να ηχογραφήσει δύο δίσκους στα μέσα της δεκαετίας του '20 με αρχές του '30 μαζί με τον δεξιοτέχνη λαγουτιέρη Σταύρο Μαυροδημητράκη. Προκάλεσε όμως αίσθηση αυτή του η κίνηση τότε, ώστε πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν να μιμηθούν αυτή του την κίνηση. Θεωρείται δέ ίσως ο πρώτος Χανιώτης μουσικός που ηχογράφησε δίσκο εκείνα τα χρόνια(πλήν των Πιπεράκη και Καντέρη στην Αμερική). Μερικά από τα χαρακτηριστικά του ήταν ότι έλεγε την πρώτη στροφή της μαντινάδας σε ένα σκοπό και την δεύτερη σε άλλον σκοπό. Επίσης, σπανίως έπαιζε τον ίδιο σκοπό δεύτερη φορά στο γλέντι διότι το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο. Άφηνε πολλές φορές το πάλκο και κατέβαινε στα τραπέζια να σμίξει με τις παρέες που γλεντούσαν. Διαμόρφωνε τον σκοπό που έπαιζε ανάλογα με τον χορευτή και τις δεξιότητες αυτού. Μάλιστα, σε χορευτές που τους ήξερε καλά, έπαιζε και συγκεκριμένους σκοπούς. Ο Χάρχαλης έδινε μεγάλη έμφαση στα παλαιά κισαμίτικα συρτά, φοβόταν ότι κάποια μέρα θα χαθούν τα γνήσια ακούσματα και για αυτό τον λόγο συγκέντρωσε έναν μεγάλο αριθμό σκοπών που παίζονταν σκόρπια έως και την δεκαετία του '30 και τους έβαλε σε σειρές ανάλογα με την μουσική τους υφή και ακουστική, διατηρώντας τις γνήσιες πατρότητες. Με αυτό τον τρόπο δημιούργησε τις περίφημες "σειρές", η κάθε μία από 4 έως 5 σκοπούς συρτών. Στην μουσική μας παράδοση, μας άφησε δύο εκλεκτούς σκοπούς, τον Συρτό του Χάρχαλη ή Χαρχαλιανό και τον Θερισσιανό συρτό. Βέβαια, κατά δήλωση του ίδιου του Χάρχαλη, ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι ήταν συνθέτης αλλά απλά, έκανε διασκευές, "χαριτωσιές", σε παλαιότερους άγνωστους σκοπούς. Όπως και να'χει όμως, ακόμα και έτσι να είναι, τον τιμά ιδιαίτερα το γεγονός ότι παραδέχεται αυτά τα πράγματα, την στιγμή που μερικοί επιτήδειοι αυτοαποκαλούνται "συνθέτες" έχοντας αρπάξει τον κόπο άλλων. Άλλη κουβέντα αυτή βέβαια.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είχε προσθέσει άλλο ένα χαρακτηριστικό του Χάρχαλη. Δεν έπαιζε εγωιστικά κι άφηνε να ακούγεται το λαγούτο και πολλές φορές, να μπαίνει μπροστά από το βιολί. Στα συρτά μάλιστα κατά τον Κουτσουρέλη, ο Χάρχαλης δεν είχε το ταίρι του. Κι ένα άλλο χαρακτηριστικό: Ήταν πολύ κοινωνικός, φρόντιζε ας πούμε για τις δημόσιες σχέσεις, με αποτέλεσμα να αποκτά πολλούς και φανατικούς φίλους αλλά και πολυάριθμες κουμπαριές. Για την τότε νέα γενιά των καλλιτεχνών μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον Μαύρο, τον Ναύτη και τον Κουνέλη. Δεν κατηγόρησε κάποιον καλλιτέχνη προσωπικά, αν και συχνά υπονοούσε πώς με τον Μαριάνο είχανε κάποια "αντιπαλότητα" λόγω του συναγωνισμού που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, από προσωπική του δήλωση, θεωρούσε τον Μαριάνο ώς έναν αψεγάδιαστο βιολιστή. Η λαμπρή του πορεία διακόπηκε απότομα στα χρόνια της κατοχής λόγω του χαμού του γιού του. Αυτό τον έκανε να αποτραβηχτεί εντελώς από τα γλέντια και τις δημόσιες εμφανίσεις. Μετά από αρκετά χρόνια δέχτηκε να ξαναπιάσει στα χέρια του το αγαπημένο του όργανο, όμως όχι για να γλεντήσει τον κόσμο όπως παλιά, αλλά για να παίξει για τους φίλους, τους συγγενείς κι ίσως πιο πολύ, για τον ίδιο του τον εαυτό. Παρά τις πιέσεις, εμφανίστηκε ελάχιστες φορές ώς τιμώμενο πρόσωπο σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις. Στέκι του τότε, το καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη όπου μαζί έπαιζαν για την παρέα και τους φίλους. Δύο χρόνια πρίν πεθάνει, ηχογράφησε μαζί με τον Κουτσουρέλη και τον Μανώλη Γαλανάκη μερικές ερασιτεχνικές πομπίνες όπου παρόλη την ηλικία του, είχε παίξει συγκλονιστικά.
Ο Νικολής Χάρχαλης έφυγε από την ζωή το 1974 σε ηλικία ενενήντα ετών.


Νικόλαος Χάρχαλης - Αντώνης Κλεινάκης

ΚΙΣΑΜΙΤΙΚΟΣ ΣΥΡΤΟΣ, ΜΕΛΩΔΙΕΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ




Η κρητική μουσική παράδοση ξεχωρίζει τόσο για την ποικιλία των ακουσμάτων, όσο και για την πολυμορφία των χορών, των οργάνων αλλά και των καλλιτεχνών. Όλα αυτά όμως, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά άρχισαν να αλλάζουν, όχι προς το καλύτερο. Οι δεκάδες χοροί, έδωσαν την θέση τους σε μόλις πέντε «παγκρήτιους» κι έτσι λοιπόν οι μελωδίες, τα χιλιάδες μουσικά μοτίβα έφθασαν σε σημείο να συρρικνωθούν στο ελάχιστο. Χοροί όπως ο Απανωμερίτης, ο Λαζώτης, το Μικρό-Μικράκι, ο Αγκαλιαστός, ο Πρινιανός ή Μπραϊμιανός, η Ρουμαθιανή Σούστα κ.ο.κ. σχεδόν εξαφανίστηκαν, δίνοντας την θέση τους σε περισσότερο «εντυπωσιακούς» χορούς όπως ο Μαλεβυζιώτικος, το Πεντοζάλι κλπ. Ο Συρτός, ένας από τους παλαιότερους χορούς στην Κρήτη, που δομήθηκε κυρίως κατά το 1750, θα είναι το κομμάτι που θα μας απασχολήσει. Όχι όμως σαν χορός με την ευρεία έννοια, αλλά σαν μελωδία. Και για να είμαστε ακριβείς, σαν μελωδίες. Διότι οι μελωδίες του συρτού που ξεκινούν από την Άλωση της Κων/λης και παίρνουν σάρκα και οστά στις Λουσακιές Κισσάμου του νομού Χανίων, είναι εκατοντάδες. Οι περισσότερες χάνονται στα βάθη των αιώνων, άλλες ίσως να παραμένουν ακόμα ανέκδοτες, όπως και να έχει όμως, ένας σημαντικός αριθμός αυτών των μελωδιών μας κάνει να δούμε καθαρά την αξία τους.

Οι πρώτες μελωδίες συρτών είναι ο Χανιώτικος και ο Κισσαμίτικος ή 2ος Χανιώτικος. Μελωδίες που συντέθηκαν από τους Κρήτες υπερασπιστές του Βυζαντίου κατά τις ανάπαυλες των μαχών και «πέρασαν» ως τραγουδιστικά μοτίβα στην Κίσσαμο με την άφιξη των πολεμιστών μετά την πτώση της Κων/λης, χωρίς όμως να χορεύονται. Στην Κίσσαμο που παρέμειναν αυτές οι δύο μελωδίες, συνόδευαν συνήθως τα τραγούδια (ριζίτικα) μέχρι και το 1750, όπου στα Πατεριανά των Λουσακιών Κισσάμου, κατά το γαμήλιο γλέντι κάποιου Πατερομάνου, όπως έχει σώσει η λαϊκή παράδοση αλλά και κάποιες γραπτές αναφορές περιηγητών της εποχής, οι κουμπάροι, οι οποίοι ήσαν πολέμαρχοι, θέλοντας να οργανώσουν κάποια επαναστατική κίνηση εναντίον των Οθωμανών, αλλά και για να τιμήσουν τους Κρήτες πολεμιστές του Βυζαντίου, παράγγειλαν στον βιολιστή Στέφανο Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο (1) να παίξει αυτές τις δύο τιμημένες μελωδίες, προφανώς στα μέτρα κάποιου τοπικού αρχαιότερου χορού και αυτοσχεδίασαν πάνω σε αυτόν με καινούρια ζάλα(βήματα, έντεκα στον αριθμό και σε μέτρα 2 τετάρτων) και με μια μορφή που την γνωρίζουμε και ως σήμερα σαν «Κισσαμίτικο συρτό». Οι δύο πρώτοι στον χορό έκαναν τα «ταλίμια», τις φιγούρες δηλαδή, αλλά χωρίς να σηκώνουν τα πόδια από την γή, συμβολίζοντας τον καπετάνιο και το πρωτοπαλίκαρο, που σε περίπτωση που ο πρώτος σκοτωνόταν στην μάχη, έπιανε «κεφαλή» στον χορό ο δεύτερος, κι έτσι λοιπόν διαδοχικά, ακολουθούσαν όλοι στον χορό. Η δομή αυτή του χορού βέβαια στις μέρες μας έχει σχεδόν εξαφανιστεί, πλήν των περιοχών Κισσάμου και Σελίνου που χορεύεται με τον ίδιο ιεροτελεστικό τρόπο.(2)

Στον γάμο αυτό ο Στέφανος Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος, συνέθεσε άλλον έναν σκοπό, τον λεγόμενο Ά Λουσακιανό, που στις μέρες μας δυστυχώς είναι άγνωστος.

Ο ίδιος μουσικός βέβαια δημιούργησε κι άλλες κλασσικές μελωδίες συρτών, όπως ο Μελισιανός, o ‘B Λουσακιανός κ.λ.π.

Εδώ θα πρέπει όμως να παρατηρήσουμε κάτι. Ότι οι περισσότερες μελωδίες συρτών φέρουν ονομασίες κάποιων τοπονυμίων. Για παράδειγμα (αναφερόμαστε σε καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου), Τυλιφιανός συρτός (Τύλιφος Κίσσαμου), Παλιοκαστρινός συρτός (Παλαιόκαστρο Κίσσαμου), Β και Γ Λουσακιανός (Λουσακιές Κίσσαμου), Μεραδιανός συρτός (Μεράδα Κίσσαμου), Μαλαθυριανός συρτός (Μαλάθυρος Κίσσαμου) κ.ο.κ. Ο λόγος βέβαια απλός. Οι περισσότεροι από αυτούς τους συρτούς πρωτοπαίχθηκαν σε τοπικά γλέντια και ο συνθέτης- μουσικός, σαν «δώρο», αφιέρωνε στο εκάστοτε χωριό τον «σκοπό» που είχε συνθέσει. Αυτό βέβαια συνεχίστηκε κι από τις επόμενες γενιές Χανιωτών μουσικών, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.(3) Και όπως πολύ εύστοχα είχε παρατηρήσει στο παρελθόν ο Μίκης Θεοδωράκης, κάθε χωριό της Κισσάμου και γενικά των Χανίων, έχει τον συρτό του.

Επίσης κάτι άλλο σημαντικό. Μπορεί π.χ να προϋπήρχε συρτός με το όνομα κάποιου χωριού και να τύχαινε ξανά, κάποιος μουσικός να συνθέσει και να θελήσει ξανά να αφιερώσει σε αυτό το χωριό κάποιον σκοπό. Έτσι μπορούμε να βρούμε για παράδειγμα τον «Μεσογειανό» του Μαριάνου και τον «Μεσογειανό» του Λαϊνά, ή, τον «Νοχιανό» του Τσιλαρίδη και τον «Νοχιανό» του Τζινευράκη. Αυτό βέβαια μπορεί να δημιουργήσει ένα μπέρδεμα, που με σωστές γνώσεις όμως αντιμετωπίζεται από τους καλλιτέχνες που θέλουν να παίξουν κάποιους τέτοιους σκοπούς.

Υπάρχουν όμως και συρτά τα οποία φέρουν μόνο το όνομα του συνθέτη τους, είτε γιατί ο εκάστοτε συνθέτης δημιούργησε έναν μονο «σκοπό», είτε γιατί δεν τον είχε αφιερώσει σε κανένα χωριό. Για παράδειγμα, ο «Συρτός του Μανιά» (Γιάννης Μανιατάκης ή Μανιατογιάννης), ο «Συρτός του Νικηφόρου» (Νικηφόρος Μαυροδημητράκης), ο «Συρτός του Χάρχαλη» (Νικολής Χαρχαλάκης ή Χάρχαλης), ο «Συρτός του Λυραντώνη» (Ευθύμης Λυραντωνάκης) κ.λ.π.

Επίσης, διάφορα συρτά φέρουν ονομασίες που δεν έχουν σχέση με χωριά ή με συνθέτες, όπως ο «Συρτός Άρωμα» του Καναρίνη(Κων/νος Μπουλταδάκης), η «Μπεμπέκα» του Φελεσογιάννη (Ιωάννης Φελεσάκης), η «Ηλέκτρα» του ιδίου, ο «Συρτός της Χαραυγής» του Ηλία Δροσεράκη (4) κλπ.

Θα πρέπει όμως να σταθούμε σε ένα πολύ σημαντικό «είδος» ονομασίας συρτών. Τις λεγόμενες «ακολουθίες» ή «συνέχειες». Δηλαδή, ο συνθέτης ενός συρτού, δημιουργούσε κατόπιν άλλον έναν συρτό που ταίριαζε στις νότες και στα γυρίσματα με τον προηγούμενο. Έτσι λοιπόν τον ονόμαζε «ακολουθία» ή «συνέχεια». Για παράδειγμα, «Κοτσιανός» του Φαντομανώλη και «Ακολουθία Κοτσιανού» του ιδίου.

«1ος Καραγκιουλές» του Μουσταφά Καραγκιουλέ και «Ακολουθία ή 2ος Καραγκιουλές», του ιδίου πάλι καλλιτέχνη (Μουσταφά Καραγκιουλές, τουρκοκρητικός βιολιστής από τα Καλλεργιανά Κίσσαμου με μεγάλη προσφορά στα μουσικά δρώμενα της ), «Μπαρμπούνι» και «Ακολουθία» του Τσέγκα.

Υπάρχουν όμως και δύο συρτά, που δημιουργήθηκαν με πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Αυτά τα δύο συρτά είναι ο Ινάντιος του Καναρίνη (Κων/νος Μπουλταδάκης) επειδή η μαντινάδα πήγαινε «ενάντια» στα μουσικά μέτρα του σκοπού και ο συρτός «Κόντρας» του Ματζουράνα (Ιωάννης Αντωνογιαννάκης) που πήγαινε «κόντρα» στα ζάλα των χορευτών.

Ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των συνθέτων έχει ο Νικόλαος Τσέγκας. Κι αυτό γιατί δεν ήταν κάν μουσικός, δεν έπαιζε κανένα όργανο, παρόλα αυτά όμως το μουσικό του μυαλό άφησε στην κρητική μουσική αρκετούς κλασσικούς συρτούς με αποκορύφωμα τον θρυλικό «Κακράπη» συρτό. Ο Κακράπης, που πήρε την ονομασία του από τον ομώνυμo βράχο της Γραμβούσας, έχει τα περισσότερα γυρίσματα από οποιοδήποτε άλλο συρτό στην κρητική μουσική έως και τις μέρες μας. Τα αρχικά γυρίσματα ήταν πολλά, πράγμα όμως που δυσκόλευε τους καλλιτέχνες να τον αποδώσουν σωστά χωρίς να ξεφεύγουν από τα μέτρα (τα πάσα) του χορού. Ο μοναδικός που τον απέδιδε άριστα και με τα αρχικά γυρίσματα ήταν ο Νικολής Χάρχαλης. Κατόπιν, τον συρτό αυτό, τον επεξεργάστηκε ο θρυλικός λαουτιέρης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης και μείωσε κάποια γυρίσματα, αλλά ακόμα και με αυτό τον τρόπο, ο «Κακράπης» συνεχίζει μέχρι και τις μέρες μας να είναι ο πιο δαιδαλώδης σκοπός συρτού.

Άλλη μια ομάδα συρτών που αξίζει να ασχοληθεί κανείς είναι οι λεγόμενοι «ανώνυμοι» σκοποί. Δηλαδή, ένας αριθμός μελωδιών που έχουν παραμείνει στις μέρες μας χωρίς κάποια σχετική ονομασία, όπως για παράδειγμα ο «Ανώνυμος» του Τσέγκα, ο «Ανώνυμος» του Βουρογιάννη, κι άλλοι πολλοί. Οι ονομασίες αυτών των σκοπών, είτε χάθηκαν και ξεχάστηκαν στο πέρασμα των χρόνων, είτε ο συνθέτης τους δεν πρόλαβε να τις ολοκληρώσει. Για παράδειγμα, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός συνθέσεων που αποδίδεται στον Νικόλαο Τσέγκα, αλλά δυστυχώς αυτές οι συνθέσεις έχουν μείνει ανέκδοτες πλήν κάποιων εξαιρέσεων που ήρθαν στην επιφάνεια τα τελευταία χρόνια με την έκδοση ενός ψηφιακού δίσκου από τον άξιο συνεχιστή της κισσαμίτικης μουσικής παράδοσης, Θοδωρή Πολυχρονάκη.

Οι περισσότερες μελωδίες συρτών, έως και το 1950 συντέθηκαν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό από βιολιστές των Χανίων, μιας και η λύρα δεν ήταν το κύριο όργανο σε όλες σχεδόν τις επαρχίες του νομού.(5) Οι λυράρηδες που συνέθεσαν μελωδίες συρτών είναι ο Νικόλης Κατσούλης ή Κουφιανός (Χαλεπιανός συρτός), ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης (Συρτος του Νικηφόρου), ο Γεώργιος Καντεράκης( Συρτά του Καντέρη, Αποκορωνιώτικος συρτός) και ο Μιχάλης Παπαδάκης ή Πλακιανός που δημιούργησε πλήθος μελωδιών, τις οποίες όμως δεν τις ηχογράφησε και δεν τις υπερασπίστηκε με αποτέλεσμα να γίνουν «λάφυρα» κάποιων επιτήδειων λυράρηδων της κεντρικής Κρήτης κατά τα μέσα του περασμένου αιώνα.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε την προσφορά τριών καλλιτεχνών, όσον αφορά την διατήρηση και διάδοση των συρτών στις επόμενες γενιές.

Ο Νικόλαος Χάρχαλης, αυτός ο θρυλικός βιολιστής, μάζεψε τα συρτά που παίζονταν σκόρπια, έως και τις αρχές του 20ου αιώνα, μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου, τα ταξινόμησε, έσωσε τις αυθεντικές ονομασίες και πατρότητες τους και τέλος, τα έβαλε σε σειρές, που έμειναν ως οι περίφημες «σειρές του Χάρχαλη» (6). Κάθε σειρά μπορεί να αποτελούταν και από έξι με επτά μελωδίες συρτών.

Ο Νίκος Σαριδάκης, ο ανεπανάληπτος Μαύρος όπως έμεινε να λέγεται, πήρε τα παλιά συρτά και τα επεξεργάστηκε με έναν μοναδικό τρόπο, δίνοντας τους μια νέα, φρέσκια πνοή, χωρίς όμως να προσβάλει το ύφος και την αυθεντική δομή τους, δημιουργώντας ο ίδιος, μια νέα ακουστική, μια «σχολή» παιξίματος των παραδοσιακών κισσαμίτικων μοτίβων.

Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, αυτός ο μοναδικός βιρτουόζος και γνήσιος βιολιστής, ο τελευταίος των «μεγάλων», έδωσε έναν αγώνα «ζωής» για να διασώσει τα γνήσια ακούσματα των συρτών, παίζοντας και διατηρώντας τους σκοπούς αυτούς, βάσει των παλαιών προτύπων, όπως αυτά τα διδάχθηκε από τον Χάρχαλη, τον Μαριάνο, τον Κουφιανό και από τον πατέρα του, παλαιό βιολιστή, τον Βασίλη Παπαδάκη ή Κοπανίδη. Ο τελευταίος, που ίσως ήταν ο μοναδικός βιολιστής των αρχών του περασμένου αιώνα στα Χανιά που γνώριζε από μουσική γραφή, έσωσε αρκετά παλαιά συρτά, σύμφωνα με τις αρχικές δομές τους και πατρότητες τους. Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν σταμάτησε ποτέ να ερευνά την ιστορία και την πορεία του συρτού, καθώς και την ιστορικότητα του βιολιού ως γνήσιο, παραδοσιακό όργανο της κρητικής μουσικής. (7)

Το πέρασμα των συρτών από τα Χανιά στους υπόλοιπους νομούς, είναι ένα θέμα που ακόμα και στις μέρες μας προκαλεί αρκετές έριδες μεταξύ των καλλιτεχνών και των μελετητών, όχι ως προς την καταγωγή των συρτών, αλλά ως προς την περίοδο που αυτά διαδόθηκαν στον νομό Ρεθύμνης. Την περίοδο που τα συρτά πρωτοπαίχθηκαν, σχεδόν ταυτόχρονα από την Κίσσαμο διαδόθηκαν στην γειτονική επαρχία Σελίνου λόγω των ανεπτυγμένων σχέσεων των κατοίκων των δύο επαρχιών αλλά και λόγω της πανομοιότυπης πολιτιστικής κουλτούρας. Στην επαρχία Κυδωνίας μαθαίνουμε πρώτη φορά για ύπαρξη συρτών κατά την επανάσταση του 1821, καθώς Κισσαμίτες και Σελινιώτες επαναστάτες ήρθαν σε επαφή με Κυδωνιάτες. Στις δε επαρχίες Αποκορώνου και Σφακίων τα συρτά διαδόθηκαν από το 1850 και μετά, όπως τουλάχιστον έχουν ερευνήσει τοπικοί λαογράφοι και μελετητές. Κι αυτό έγινε λόγω της καταγωγής από τα Σφακιά πολλών Κισσαμιτών βιολιστών όπως ο Ανδρέας Μαριάνος, ο Μανώλης Φαντάκης ή Φαντομανώλης κ.α., όταν όλοι οι προαναφερόμενοι έπαιζαν συχνά εκείνη την περίοδο σε γλέντια στις περιοχές Σφακίων και Αποκορώνου και έτσι διέδωσαν τα συρτά. Από μαρτυρία του Ανδρέα Μαριάνου στον γιο του και θρυλικό βιολιστή Γιώργη Μαριάνο, στα Σφακιά μέχρι τα μέσα του 190ου αιώνα , χόρευαν μόνο Πεντοζάλι και Γιτσικιά (Ρουμαθιανή) σούστα.

Στο Ρέθυμνο λοιπόν, τα συρτά σαν μελωδίες (ελάχιστες στον αριθμό) ίσως και να υπήρχαν, λόγω των όποιων κοινωνικών σχέσεων των κατοίκων των δύο νομών. Όχι όμως ότι είχαν «ριζώσει» και διαδοθεί. Η διάδοση των συρτών έγινε περίπου κατά τα έτη 1923 – 1925 όταν και ιδρύθηκε στα Χανιά η σχολή Χωροφυλακής, στην οποία υπηρέτησαν πλήθος Ρεθύμνιων καλλιτεχνών όπως ο Μανώλης Λαγός, ο Γιώργος Μουζουράκης, ο Αλέκος Καραβίτης κ.α. Όλοι αυτοί δεν γνώριζαν τα συρτά και μαθήτευσαν δίπλα στον Γιώργη Μαριάνο (8), τον Σταύρο Μαυροδημητράκη, τον Νικόλαο Κατσούλη ή Κουφιανό, ούτως ώστε να μάθουν τις μελωδίες και τον χορό των συρτών. Όλα αυτά βέβαια έχουν δηλωθεί κατά καιρούς και από τους ίδιους τους λυράρηδες. Άραγε, όπως υποστηρίζουν πολλοί μουσικοί και μελετητές, αν προϋπήρχαν διαδεδομένα τα συρτά στο Ρέθυμνο, για ποιόν λόγο όλοι αυτοί οι σπουδαίοι Ρεθύμνιοι καλλιτέχνες πήγαν στα Χανιά κι έμαθαν τα συρτά; Και για ποιόν λόγο εκείνη την περίοδο πήγαν στα Χανιά τόσο ο Καρεκλάς (Αντώνης Παπαδάκης) και ο Ανδρέας Ροδινός (ο οποίος μαθήτευσε στον Νικολή Χάρχαλη); Καμιά φορά αυτοί οι τοπικιστικοί παράγοντες είναι τόσο ανασταλτικοί στην γνώση.

Και το σημαντικότερο στοιχείο βέβαια, σχεδόν όλες οι μελωδίες που ηχογραφήθηκαν κατά τα χρόνια του μεσοπολέμου από λυράρηδες του Ρεθύμνου, είναι χανιώτικες και κισσαμίτικες διασκευές και όχι ρεθυμνιώτικες συνθέσεις, πράγμα που ασφαλώς το παραδέχονταν τότε και οι ίδιοι οι λυράρηδες. Για παράδειγμα, η κλασσική «Σειρά του Ροδινού». Τα συρτά που παίχθηκαν από τον θρυλικό αυτόν λυράρη είναι απλές διασκευές χανιώτικων συρτών, αρκετά παραποιημένες βέβαια, μιας και τα μέσα τότε ήταν ανασταλτικά για να κατανοηθεί μια μελωδία. Με την σειρά, παραθέτουμε τις γνήσιες ονομασίες των μελωδιών αυτών: Χανιώτικος συρτός αγνώστου συνθέτη, ΄Β Λουσακιανός του Κιώρου, Αερινιώτης του Φελεσογιάννη, Σελινιώτικος του Βουρογιάννη, Ηλέκτρα του Φελεσογιάννη, Καρεφυλλιανός του Καναρίνη, Τοπολιανός του Φαντομανώλη, Βουλγαριανός του Ζερβού.(9)

Σε ένα οδοιπορικό της Δόμνας Σαμίου, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 με στόχο την «αυθεντική καταγραφή» της κρητικής μουσικής, παρουσιάστηκε ο νομός Ρεθύμνης και συγκεκριμένα, η Κρύα Βρύση της επαρχίας Αγ.Βασιλείου, η πόλη του Ρεθύμνου και τα Ανώγεια. Στο Ρέθυμνο, η κυρία Σαμίου βρήκε τον αξέχαστο δεξιοτέχνη, τον Στέλιο Φουσταλιεράκη και του ζήτησε να παίξει μερικά δικά του παραδοσιακά συρτά. Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης όμως, με το ήθος που τον χαρακτήριζε, απάντησε «δικά μου συρτά, δεν έχω συνθέσει. Όλα αυτά που παίζουμε στο Ρέθεμνος είναι κισσαμίτικα που τα μάθαμε από τους βιολατόρους των Χανίων».

Οι μαρτυρίες, τόσο του ανεπανάληπτου Κώστα Μουντάκη, όσο και του θρυλικού λυράρη των Ανωγείων, Μανώλη Πασπαράκη ή Στραβού, δηλώνουν ότι τα συρτά στην ευρύτερη περιοχή του Μυλοποτάμου διαδόθηκαν ως επί το πλείστον μετά την κατοχή.

Στον νομό Ηρακλείου τα συρτά «πέρασαν» κυρίως από το 1950 και μετά, κυρίως με την κάθοδο στην πρωτεύουσα του νομού, Ανωγειανών καλλιτεχνών (Νικ.Ξυλούρης, Γ.Καλομοίρης, Εμμ.Μανουράς) και με την «κυριαρχία» στις νότιες επαρχίες του Σπηλιανού λυράρη, Θανάση Σκορδαλού. Βέβαια, σημαντική και η προσφορά του αδικοχαμένου, Λευτέρη Μανασάκη ή Γαλιανού,από την Γαλιά. Στον νομό Λασιθίου, τα συρτά ευδοκίμησαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, κυρίως με κάποιες ηχογραφήσεις του θρυλικού Δερμιτζογιάννη (10), αλλά και με την «εισβολή» πολλών Ηρακλειωτών και Ρεθύμνιων λυράρηδων. Η μουσική της δυτικής Κρήτης έρχεται ακόμα και τώρα σε πλήρη διαφορετικότητα με την μουσική της ανατολικής Κρήτης, όπου εκεί παίζει μεγάλο ρόλο ο λυρισμός και οι τοπικές μελωδίες (κοντυλιές, πηδηχτοί) και αυτός ήταν ο κύριος παράγοντας ούτως ώστε τα συρτά να δυσκολευτούν να ενσωματωθούν στα μουσικά μοτίβα των περιοχών αυτών.

Η έρευνα στις μελωδίες των συρτών δεν σταματά εδώ και δεν μπορεί να σταματήσει την στιγμή που όλο και περισσότερες παλαιές μελωδίες έρχονται στο προσκήνιο. Το σίγουρο όμως είναι ένα: Πρόκειται για έναν πλούσιο θησαυρό μουσικής κληρονομιάς που παραδόθηκε τόσο απλόχερα από τους παλαιούς «τεχνίτες» σε εμάς και αυτό μας καθιστά όλους υπεύθυνους για την διαφύλλαξη και διατήρηση του.

Για τέλος, παραθέτουμε τις σημαντικότερες μελωδίες συρτών, βάσει συνθετών –χρονολογιών. Βέβαια, δεν είναι μόνο αυτές, αλλά είναι ένα σημαντικό βήμα στην γνώση αυτών των αθάνατων πραγματικά σκοπων.

Στεφανής Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος 1ος , βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου

1. A' Λουσακιανός συρτός το 1750 στα Πατεριανά Κισσάμου
2. Β' Λουσακιανός συρτός το 1752 στις Λουσακιές Κισσάμου
3. Μελισιανός συρτός το 1755 στην Μελισιά Κισσάμου
4. Τυλιφιανός συρτός το 1780 στην Τύλιφο Κισσάμου
5. Περβολιανός συρτός το 1785 στα Περβολάκια Κισσάμου

Αντώνιος Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος 2ος , βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου.

1. Παλαιοκαστρινός συρτός το 1786 στο Παλαιόκαστρο Κισσάμου
2. Γ' Λουσακιανός συρτός το 1790 στις Λουσακιές Κισσάμου
3. Λυριδιανός συρτός το 1792 στα Λυριδιανά Κισσάμου
4. Σασαλιανός συρτός το 1800 στο Σάσαλο Κισσάμου
5. Εσπερινός συρτός το 1810

Κων/νος Μπαλαμπός (Κοπανίδης Ά) , βιολιστής από τα Μπαλαμπιανά Κισσάμου.

1. Συρτός του Κοπανίδη το 1850
2. Συρτός του Μπαλαμπού το 1866

Στεφανής Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος 3ος, βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου.
1. Μεραδιανός συρτός το 1850 στην Μεράδα Λουσακιών Κισσάμου
2. Γαλουβιανός συρτός το 1860 στον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου
3. Συρτός της Νύχτας το 1866
4. Συρτός του Κιόρου το 1870
5. Συρτός Λοξός το 1875

Κων/νος Μπουλταδάκης ή Καναρίνης, βιολιστής από την Δρακόνα Κισσάμου.

1. Καρεφυλλιανός συρτός το 1866 στα Καρεφυλλιανά Κισσάμου
2. Ινάντιος συρτός το 1870 στον Πλάτανο Κισσάμου
3. Σφηναριώτικος συρτός το 1875 στο Σφηνάρι Κισσάμου
4. Συρτός του Καναρίνη (Άρωμα) το 1880
5. Τριαλώνης συρτός το 1896 στα Τριαλώνια Κισσάμου
6. Δρακονιανός συρτός το 1898 στην Δρακόνα Κισσάμου

Ιωάννης Βουράκης (Βουρογιάννης) , βιολιστής από την Μονή Σελίνου.
1. Σελινιώτικος συρτός το 1866 στην Μονή Σελίνου
2. Παραλλαγή Χανιώτικου σε άλλη κλίμακα το 1875


Ανδρέας Μαριανάκης (Μαριάνος), βιολιστής από τον Δραπανιά Κισσάμου.

1. Βοριάς συρτός το 1896
2. Δραπανιανός συρτός το 1900 στον Δραπανιά Κισσάμου
3. Πυργιανός συρτός το 1906 στον Πύργο Καστελλίου Κισσάμου
4. Μεσογειανός συρτός το 1908 στον Πλάτανο Κισσάμου
5. Σηρικαριανός συρτός το 1912 στο Σηρικάρι Κισσάμου

Ιωάννης Μανιατάκης (Μανιατογιάννης), βιολιστής από τα Μαρεδιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Μανιά το 1896
2. Κουκουναριάνος συρτός το 1900 στην Κουκουναρά Κισσάμου
3. Τσικαλαριανός συρτός το 1906 στα Τσικαλαριά Κισσάμου
4. Μαρεδιανός συρτός το 1908 στα Μαρεδιανά Κισσάμου

Μουσταφά Καραγκιουλές, βιολιστής από τα Καλεργιανά Κισσάμου.

1. 1ος συρτός Καραγκιουλές το 1882
2. 2ος συρτός Καραγκιουλές το 1886
3. Καλεργιανός συρτός το 1890 στα Καλεργιανά Κισσάμου
4. Γιουσούφης συρτός το 1898

Νίκος Λαϊνάκης, βιολιστής από τον Λαρδά (Γραμβούσα) Κισσάμου.

1. Συρτός του Λαϊνά το 1883
2. Λαρδιανός συρτός το 1886 στον Λαρδά Κισσάμου
3. Καλυβιανός συρτός το 1890 στην Καλυβιανή Κισσάμου
4. Μεσογειανός συρτός του Λαϊνά το 1903 στα Μεσόγεια Κισσάμου

Ιωάννης Αντωνογιαννάκης (Ματζουράνας), βιολιστής από την Μεράδα Λουσακιών Κισσάμου.

1. Συρτός του Ματζουράνα το 1884 στις Λουσακιές Κισσάμου
2. Μαλαθυριανός συρτός το 1889 στην Μαλάθυρο Κισσάμου
3. Κεραμοθιανός συρτός το 1905 στην Κεραμοτή Κισσάμου
4. Κόντρας συρτός το 1908 στις Λουσακιές Κισσάμου
5. Βουβιανός συρτός το 1912 στις Βούβες Κισσάμου

Ιωάννης Φελεσάκης (Φελεσογιάννης), βιολιστής από τον Αερινό Κισσάμου.
1. Αερινιώτης συρτός το 1896 στον Αερινό Κισσάμου
2. Ηλέκτρα συρτός το 1908
3. Μπεμπέκα συρτός το 1912

Νικηφόρος Μαυροδημητράκης, λυράρης από τα Μαρεδιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Νικηφόρου το 1912 στα Μαρεδιανά Κισσάμου



Ηλίας Δροσεράκης (Δροσερός), μπουλγαρί από τον Δραπανιά Κισσάμου.1. Συρτός της Χαραυγής το 1922 στον Δραπανιά Κισσάμου

Νικόλαος Χαρχαλάκης (Χάρχαλης), βιολιστής από τα Χαρχαλιανά Κισσάμου.

1. Συρτός του Χάρχαλη ή Χαρχαλιανός το 1914 στα Χαρχαλιανά Κισσάμου
2. Θερισσιανός συρτός ή Χαρχαλίστικος το 1923 στο Θέρισσο Κυδωνίας

Βασίλης Παπαδάκης (Κοπανίδης), βιολιστής από τα Μπαλαμπιανά Κισσάμου.
1. Μπαλαμπιανός συρτός το 1939 στα Χανιά

Νικολής Κατσούλης (Κουφιανός), λυράρης από τον Κουφό Κυδωνίας

1. Χαλεπιανός συρτός το 1932 στην Χαλέπα (Χανιά)

Μανώλης Φαντάκης (Φαντομανώλης), βιολιστής από τα Κοτσιανά Κισσάμου
1. Κοτσιανός συρτός το 1912 στα Κοτσιανά Κισσάμου
2. Ακολουθία Κοτσιανού το 1918 στα Κοτσιανά Κισσάμου
3. Τοπολιανός συρτός το 1922 στα Τοπόλια Κισσάμου
4. Αρμενοχωριανός συρτός του Φαντή το 1926 στο Άρμενο Χωριό Κισσάμου

Νικολής Αποστολάκης (Τσιλαρίδης), βιολιστής από τα Νοχιά Κισσάμου.
1. Νοχιανός συρτός το 1922 στα Νοχιά Κισσάμου

Νικολής Φαντάκης (Ζερβός), βιολιστής από τα Κοτσιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Ζερβού το 1922 στα Κοτσιανά Κισσάμου
2. Βουλγαριανός συρτός το 1928 στο Βουλγάρω Κισσάμου
3. Συντέκνισσα συρτός το 1934 στον Δραπανιά Κισσάμου
4. Καμάρι συρτός το 1936 στην Ποταμίδα Κισσάμου

Νικολής Τσέγκας, μουσικοσυνθέτης από το Καστέλλι Κισσάμου.
1. Γραμπουσιανός συρτός το 1933 στην Γραμβούσα Κισσάμου
2. Κακράπης συρτός το 1940 στο πέλαγος της Γραμβούσας
3. Μπαρμπούνι συρτός το 1943 στο πέλαγος της Γραμβούσας
4. Ακολουθία συρτός το 1945 στο πέλαγος της Γραμβούσας
5. Αζωγυριανός συρτός το 1950 στον Αζωγυρέ Κισσάμου

Ευθύμιος Λυραντωνάκης, βιολιστής από τις Καλάθενες Κισσάμου.
1. Συρτός του Λυραντώνη το 1939 στις Καλάθενες Κισσάμου

Νικολής Σαριδάκης (Μαύρος), βιολιστής από τον Σκουτελώνα Κισσάμου.

1. Κολυμπαριανός συρτός το 1950 στο Κολυμπάρι Κισσάμου

Θεοχάρης Τζινευράκης, τραγουδιστής από τα Νοχιά Κισσάμου.

1. Νοχιανός συρτός του Θεοχάρη το 1950 στα Νοχιά Κισσάμου

Στέλιος Κουτσουρέλης, λαγουτιέρης από το Καστέλλι Κισσάμου.
1. Εννιαχωριανός συρτός το 1952 στην Αθήνα

Γιώργης Ντερμιτζάκης, λαγουτιέρης από το Γεράνι Κυδωνίας.
1. Γερανιώτικος συυρτός το 1963 στο Γεράνι Κυδωνίας

Στρατής Γαλαθιανάκης (Γαλαθιανός), βιολιστής από τους Κάμπους Κεραμειών Κυδωνίας.

1. Λακκιώτικος συρτός το 1953 στους Λάκκους Κυδωνίας

Σταύρος Καντηλιεράκης, βιολιστής από την Παναγιά Κεραμειών Κυδωνίας.

1. Συρτός του Καντηλιέρη το 1970 στα Χανιά

Μιχάλης Κουνελάκης (Κουνέλης), βιολιστής από τα Καρφιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Κουνέλη(Εσύ’σαι η αγάπη μου) το 1982 στο Καστέλλι Κισσάμου

Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης), βιολιστής από το Καστέλλι Κισσάμου.
Μερικές από τις γνωστότερες συνθέσεις του είναι:

1. Συρτός της Αυγής το 1940 στην Αθήνα
2. Βατολακιανός συρτός το 1945 στον Βατόλακο Κυδωνίας
3. Νέος Σελινιώτικος συρτός το 1949 στην Παλαιόχωρα Σελίνου
4. Συρτός του Ναύτη το 1953 στα Χανιά
5. Κουστογερακιώτικος συρτός το 1955 στο Κουστογέρακο Σελίνου
6. Τα Ωραία του Ναύτη το 1955 στα Χανιά
7. Αφρατιανός συρτός το 1956 στα Αφράτα Κισσάμου
8. Ροδοπιανός συρτός το 1957 στα Ροδοπού Κισσάμου
9. Ποταμιδιανός συρτός το 1952 στην Ποταμίδα Κισσάμου
10. Αργός συρτός το 1957 στα Χανιά
11. Νέος Γραμβουσιανός συρτός το 1966 στην Αμερική
12. Καλουδιανός συρτός το 1969 στην Αμερική
13. Ρογδιανός συρτός το 1973 στην Αμερική
14. Νέος Εννιαχωριανός συρτός το 1974 στην Αμερική
15. Κατσοματαδιανός συρτός το 1976 στα Χανιά
16. Παραγγελιά του Ναύτη στην Αυστραλία το 1983
17. Βαλσαμιώτης συρτός το 1991 στον Βατόλακο Κυδωνίας
18. Καλαθενιώτης συρτός το 1991 στα Χανιά
19. Χαιρεθιανός συρτός το 1992 στα Χανιά
20. Ανισαρακιώτης συρτός το 1993 στα Χανιά

Υποσημειώσεις:

1.Στέφανος Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος, βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου। Άκμασε από το 1740 μέχρι το 1790, κι ήταν κάτοχος ενός βιολιού «Στραντιβάριους»। Ο ίδιος το 1770 θρυλείται ως ο δημιουργός του πεντοζαλιού, στην Ανώπολη Σφακίων. Το παρανόμι «Κιώρος» οφείλεται στο ότι είχε έντονο πρόβλημα στραβισμού. Το ίδιο πρόβλημα είχαν και οι απόγονοί του, ο γιός του Αντώνης Τριανταφυλλάκης και ο εγγονός του Στέφανος Τριανταφυλλάκης, βιολιστές και οι δύο με τεράστια συνθετική προσφορά.

2.Οι χορευτικές μορφές που μπορούμε να παρατηρήσουμε στις δύο αυτές επαρχίες είναι σχεδόν ίδιες, αν και υπάρχουν μερικές τοπικές διαφορές στην χορευτική εκτέλεση, ακόμα και στην ίδια την Κίσσαμο. Δηλαδή, διαφορετικά τα «ταλίμια» που θα συναντήσουμε στις Λουσακιές, στα Εννιά Χωριά, στα Παλαιά Ρούματα κ.ο.κ.

3.Μέχρι και τις μέρες μας, οι περισσότεροι καλλιτέχνες των Χανίων δίνουν ονομασίες στα συρτά τους βάσει τοπονυμίων, για παράδειγμα ο λυράρης Δημήτρης Βακάκης με τον «Βαβουλεδιανό συρτό», ο Ηλίας Χορευτάκης με τον «Χορευτιανό» συρτό κ.λ.π.

4.Ηλίας Δροσερός ή Δροσεράκης, από τον Δραπανιά Κισσάμου. Ίσως ο μοναδικός ονομαστός καλλιτέχνης της περιόδου των αρχών του 20ου αιώνα στην Κίσσαμο που έπαιζε μπουλγαρί (Οι παλαιότεροι το ονόμαζαν μπουζούκι). Ο συρτός του ήταν ίσως ο πιο αργός σε ρυθμό εκείνα τα χρόνια. Παρόλα αυτά, έμεινε κλασσικός και έχει διασκευαστεί στις μέρες μας από αρκετούς καλλιτέχνες. Σημαντικές ηχογραφήσεις του συρτού αυτού έγιναν από τον Κώστα Μουντάκη, αλλά και με σόλο λαγούτο από τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τον Μιχάλη Πολυχρονάκη.

5.Η λύρα, συγκριτικά με το βιολί, σπάνιζε μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα τόσο στην Κίσσαμο, όσο και στην ευρύτερη περιοχή του νομού Χανίων. Ο μοναδικός γνωστός λυράρης της Κισσάμου εκείνα τα χρόνια ήταν ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης από τα Μαρεδιανά Κισσάμου. Υπήρχαν βέβαια λυράρηδες και στο Σέλινο και στον Αποκόρωνα, όπως οι θρυλικοί Καντέρης, Χαρίλαος Πιπεράκης, Παλικαρογιάννης, Πλακιανός και ο κορυφαίος Νικολής Κατσούλης ή Κουφιανός, πάραυτα όμως η λύρα δεν είχε καθιερωθεί.

6. Ο Νικόλαος Χάρχαλης ηχογράφησε αυτές τις «σειρές» λίγα χρόνια πρίν φύγει από την ζωή, στο Καστέλλι σε ερασιτεχνικές πομπίνες με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τον Γαλανάκη. Στις πομπίνες αυτές παρουσιάστηκαν σειρές συρτών , η κάθε μία αποτελούμενη από τέσσερις έως έξι σκοπούς συρτών. Ο Χάρχαλης κατά την περίοδο της ακμής του, έπαιζε στα γλέντια πάρα πολλά και διάφορα συρτά και απέφευγε την επανάληψη, μιας και το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο.

7.Το 1989 ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Κρητική λύρα:Ένας μύθος» και προκάλεσε ποικίλα σχόλια από ερευνητές και καλλιτέχνες, διότι στο βιβλίο αυτό αντέκρουσε την άποψη ότι η λύρα είναι το κύριο όργανο της κρητικής μουσικής, παρουσιάζοντας μια αξιόλογη έρευνα με σημαντικά στοιχεία και ντοκουμέντα, καθώς και «στόχευσε» τον Σίμωνα Καρά για την περίφημη απαγόρευση του βιολιού στα τέλη της δεκαετίας του ’50 από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η περίφημη αυτή απαγόρευση δημιούργησε ρήξη στις σχέσεις των καλλιτεχνών των νομών Χανίων – Ρεθύμνης, προάγοντας και συμφέροντας τους τελευταίους, μιας και οι βιολιστές των Χανίων περιθωριοποιήθηκαν για περίπου τρείς δεκαετίες από τα Μ.Μ.Ε. και βάζοντας σε κίνδυνο μια ολόκληρη πλούσια μουσική παράδοση που έως τότε, άνθιζε στην δυτική Κρήτη. Για το αστείο της υπόθεσης να πούμε ότι η εν λόγω απαγόρευση, δεν έχει αρθεί ακόμα.

8.Ο Γεώργιος Μαριάνος είναι ένα κεφάλαιο της κρητικής μουσικής που αξίζει να μελετηθεί. Ο ίδιος αποτέλεσε παράδειγμα για τους νεώτερους μουσικούς εκείνης της περιόδου, καθώς δίπλα του μαθήτευσαν όχι μόνο βιολιστές, αλλά και λυράρηδες όπως ο Εμ.Λαγός, ο Γ.Μουζουράκης, ο Αλέκος Καραβίτης (όπου έκατσε στον Δραπανιά επτά μήνες να μάθει τα συρτά), αλλά και φτασμένοι μουσικοί όπως ο Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς και ο Χαρίλαός Πιπεράκης. Τόσο ο Καραβίτης, όσο και ο Λαγός, ουδέποτε αρνήθηκαν ότι δεν γνώριζαν τα συρτά προτού έλθουν στα Χανιά , κι ότι τα έμαθαν από τον Μαριάνο. Σημαντική επίσης και η προσφορά του αξέχαστου λαγουτιέρη Σταύρου Μαυροδημητράκη που μέσω των συνεργασιών του με τους Καραβίτη , Μουζουράκη και Μουντάκη, διέδωσε στους ανωτέρω πολλές κισσαμίτικες μελωδίες.

9. Δίνουμε μερικά παραδείγματα συρτών, όπως αυτά ηχογραφήθηκαν και ονομάσθηκαν από λυράρηδες και κατόπιν παραθέτουμε και τις γνήσιες ονομασίες αυτών:

"Συρτός Καρεκλά - Αντ.Παπαδάκη ή Καρεκλά" - "Δραπανιανός συρτός του Α.Μαριάνου - Χαλεπιανός του Νικ.Κατσούλη ή Κουφιανού"

"Αχι Λουσακιανό κρασί - Χαρ.Πιπεράκης" - "Γαλουβιανός του Κιώρου - Νοχιανός του Τσιλαρίδη(Νικ.Αποστολάκης)"

"Πόσες φορές γλυκά γλυκά - Ν.Παπαδογιάννης" - "Συρτός του Ματζουράνα (Ι.Αντωνογιαννάκης ή Ματζουράνας)"

"Στων αμαθιών σου τη φωτιά - Αθ.Σκορδαλός" - "Λυριδιανός του Κιώρου" (Το Ρεφραίν στο 2ο μέρος του 2ου σκοπού είναι ο Πυργιανός του Α.Μαριάνου)"

"Μοιάζουν πολύ τση θάλασσας - Αθ.Σκορδαλός" - "Φουρνιανός του Γ.Κουτσουρέλη"

"Συρτός Κουτρουλιανός - Αλ.Καραβίτης" - "Συρτός του Κιώρου (Στεφ.Τριανταφυλλάκης)"

"Ούλοι αγαπούν και χαίρουνται - Εμ.Λαγός,Ι.Μπερνιδάκης(Μπαξεβάνης) - "Συρτος Ανώνυμος του Πλακιανού - Δραπανιανός του Ανδ.Μαριάνου)"

"Πολλές φορές στον ύπνο μου ή,Κεφαλοβρυσσιανός - Γ.Καλογρίδης) - "Κουκουναριανός του Μανιατογιάννη - Συρτός του Μανιά (Ι.Μανιατάκης)"


10. Ο Δερμιτζογιάννης είναι ίσως ο πρώτος μουσικός του Λασιθίου που ηχογράφησε συρτά κατά την δεκαετία του ’60 και του ’70, σύμφωνα όμως με τα μουσικά «μέτρα» της περιοχής του, κι ίσως για αυτό τον λόγο τα συρτά αυτά ακούγονται με έντονα λυρικά στοιχεία που δεν έχουν σχέση με τον ορμητικό και γρήγορο τρόπο που παίζονται στα Χανιά.

Λίγα λόγια για την Κίσαμο.


Κίσαμος. Η δυτικότερη επαρχία του νομού Χανίων και της Κρήτης. Συνορεύει στα ανατολικά με την επαρχία Κυδωνίας και στα νότια - ανατολικά με την επαρχία Σελίνου.
Μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας, το ξακουστό και χιλιοτραγουδισμένο Καστέλλι.
Η Κίσαμος φημίζεται για την μουσική της κουλτούρα. Μια κουλτούρα που αιώνες τώρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κρητικό συρτό, την γιτσικιά σούστα, τα ριζίτικα τραγούδια.Εδώ πρωτοχορεύτηκε ο συρτός, εδώ συντέθηκαν οι εκατοντάδες λεβέντικες μελωδίες του, εδώ έδρασαν μερικοί εκ των αξιοτέρων καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής: Κιώροι, Χάρχαλης, Μαριάνος, Κουτσουρέληδες, Κουνέλης, Ναύτης κ.α. Και η μουσική, βαθιά ριζωμένη σε τούτο τον τόπο, με το βιολί και το λαγούτο, γαλούχησε γενιές ολόκληρες. Μα και η ιστορία της Κισάμου είναι εξίσου λαμπρή, όπως και η μουσική της. Η επαρχία αυτή πρωτοστάτησε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες και τα άξια τέκνα της έδωσαν τα πάντα για την ελευθερία του νησιου. Πολλοί είναι οι Κισαμίτες που έμειναν στην μνήμη του κόσμου για την προσφορά τους στην μουσική, την τέχνη, την ελευθερία, τον πολιτισμό. Και για όλους αυτούς, θα μιλήσουμε σιγά σιγά από αυτό το φιλόξενο ιστολόγιο.
Καλώς ήλθατε.