Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ



1878 - 1965

Παλαιός λαγουτιέρης από το Άρμενο Χωριό Κισάμου. Άκμασε από το 1890 έως το 1930 περίπου. Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης ήταν πατέρας των Κουτσουρέληδων, Γιώργη-Στέλιου-Μανώλη. Αυτός τους δίδαξε και την τέχνη του λαγούτου. Βέβαια τα παιδιά του τον ξεπέρασαν και κυρίως, ο Γιώργης, ο γίγαντας του κρητικού λαγούτου.
Εκείνα τα χρόνια έπαιζε ερασιτεχνικά, μιας και το κύριο επάγγελμα του ήταν καφετζής. Είχε ανοίξει καφενείο στο Καστέλλι κι όπως είχε πεί κάποτε ο γιός του ο Στέλιος "Αυτό δεν ήταν καφενείο, ήταν ωδείο" μιας και σύχναζαν εκεί όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες.
Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης έπαιξε με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής του, όπως με τον Κουνελοκωστή, τον Μανιατογιάννη, τον Μαριαναντρίκο, τον Νικηφόρο κ.α. Στον τρόπο παιξίματος, έπαιζε πασαδόρικα αλλά και μπερντελίδικα πού και πού. Το μπερντελίδικο παίξιμο δεν είχε ακόμα καθιερωθεί, τουλάχιστον πρίν την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που παίζανε τότε καθαρό πρίμο λαγούτο. Η εμφάνιση όμως του Σταύρου Μαυροδημητράκη και κατόπιν του Γιώργη Κουτσουρέλη, άλλαξε τα πράγματα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΝΕΛΗΣ

1928 - 1999 Ο μεγάλος δάσκαλος, ο βιολιστής-υπόδειγμα, ο πιο αγαπητός σε όλους. Τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψουν το μέγεθος και την υπόσταση του Κουνελομιχάλη. Το όνομα του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Κίσαμο και την μουσική της, με το Καστέλλι και τις ομορφιές του. Γεννήθηκε στα Καρφιανά της Πολυρρήνειας Κισάμου του νομού Χανίων. Οι μουσικές επιδράσεις έντονες, καθώς ο πατέρας του ο Κουνελοκωστής ήταν από τους καλύτερους βιολιστές της παλιάς φρουράς. Ο Μιχάλης όμως ξεκινάει στα οκτώ του χρόνια όχι με βιολί, αλλά με λύρα. Λέγοντας ο ίδιος χαρακτηριστικά "που διάολο να φτάνανε τα χέρια μου στο βιολι;" Στα εννέα του αγόρασε μια καλύτερη λύρα, μα γρήγορα την άφησε για να πιάσει στα χέρια του το παραδοσιακό όργανο των Χανίων, το βιολί. Παρέα με τον πατέρα του, έπαιξε στα πρώτα του ερασιτεχνικά βήματα, βιολί-λύρα πρίμο/σεγόντο. Κατόπιν, ξεκίνησε να παίζει με τον ανηψιό του(συνομήλικο του σχεδόν) και σχεδόν μόνιμο του συνεργάτη, τον Μανώλη Καρτσώνη. Έπαιζαν μαζί από μαθητούδια του δημοτικού. Τα Καρφιανάκια, έτσι τους έλεγαν, μια από τις σπουδαιότερες ζυγιές που πέρασαν ποτέ. Ο Μιχάλης Κουνέλης, πιστός στα τοπικά μουσικά μοτίβα, ανέπτυξε τις δυνατότητες του οργάνου, μα εισήγαγε και την προσωπική του σφραγίδα στο παίξιμο. Λέγανε οι παλιοί "κουνελίστικο παίξιμο". Ο Χάρχαλης έλεγε "ο καλύτερος από τους καινούργιους". Μα κι ο μέγας Κουτσουρέλης που έπαιξε με τον Μιχάλη αρκετές φορές, έλεγε "δεν άκουγες τίποτα το παραπανήσιο στο παίξιμο του, είχε τάξη και ρυθμό". Αυτός ο ρυθμός είναι που ξεχώριζε. Πρόσεχε πάντα τα βήματα του χορευτή, κι αν ο χορευτής ξέφευγε, πάντα τον βοηθούσε να γυρίσει στα σωστά πάσα και να τσακίζει στον άσσο. Και το παίξιμο του Μιχάλη, μύριζε ατόφια "Κίσαμο". Στα τέλη της δεκαετίας του '50 ανέβηκε μόνιμα στην Αθήνα για 25 περίπου χρόνια. Μα δεν έμεινε άνεργος. Κατέβαινε συχνά στην Κρήτη αλλά και στα κρητικά κέντρα άφησε εποχή, κυρίως στον "Ομαλό" την δεκαετία του '70, παρέα με τον Παναγιώτη Καστάνη. Ήταν τότε ο μοναδικός Κρητικός επαγγελματίας βιολιστής στην πρωτεύουσα, μιας και οι λύρες είχανε πάρει τα πάνω τους. Εμφανίστηκε στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, έκανε και τις δικές του δισκογραφικές δουλειές που έγιναν πραγματικά ανάρπαστες. Ερασιτεχνικά ηχογράφησε πολλές κασέτες στο στούντιου του Γιάννη Σταματάκη στο Καστέλλι με τον Καρτσώνη, τον Γ.Κουτσουρέλη κ.α. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα του λαγούτου, εκτός από τον Καρτσώνη, με τον Γ.Κουτσουρέλη, με τον Καρεφυλλομανώλη, με τον Στεφ.Καρεφυλλάκη, με τον Στ.Λαϊνάκη, με τον Θεοχ.Μαρεντάκη, με τον Θεόφιλο Μαργαριτάκη, τον Βαγγ.Πολυχρονάκη, τον Πέτρο Καρμπαδάκη και πλήθος άλλων πολλών. Και όλοι είχαν πάντα να πούνε τα καλύτερα για τον Κουνελομιχάλη. Κι όχι μόνο αυτοί. Ο Σκορδαλός τον παραδεχόταν, ο Μουντάκης τον θεωρούσε γνήσιο. Ο Μιχάλης Κουνέλης, εκτός από αξεπέραστος βιολιστής, ήταν ικανός μαντιναδολόγος, κι αυτό που αγαπούσαν όλοι....τα ανέκδοτα του. Έχουν μείνει ώς "ιστορικά" κάποια από αυτά, όπως κι έχουν μείνει στην μνήμη του κόσμου άπειρες εύθυμες ιστορίες με τον Κουνελομιχάλη. Έπαιξε σε όλα σχεδόν τα χωριά της Κισάμου και του Σελίνου, είχε και ιδιαίτερη απήχηση και στην Κυδωνία και στον Αποκόρωνα. Στην Αθήνα που έπαιζε, έγινε αγαπητός και από Κρήτες των υπολοίπων νομών. Στα γλέντια του, ήταν μοναδικός, μάγευε τον κόσμο με την πρώτη δοξαριά. Πλουσιότατο ρεπερτόριο από παλιούς κισαμίτικους σκοπούς αλλά και νησιώτικα, καλαματιανά, μπάλους, ριζίτικα. Πάντα ξεκινούσε τα γλέντια του με ριζίτικο τραγούδι. Αγαπημένος του σκοπός, ο Κοτσιανός του Φαντομανώλη. Έλεγε "Ο πατέρας μου πάντα με αυτο τον σκοπό ξεκινούσε το γλέντι". Έκανε και την δική του σύνθεση, τον πασίγνωστο "Συρτό του Κουνέλη" ή "Εσύ'σαι η αγάπη μου". Μα το μεγάλο του έργο δεν σταματά μόνο στην δεξιοτεχνία του. Ο Μιχάλης Κουνέλης δίδαξε το βιολί, το ήθος, την ταπεινότητα. Μέσω της ΝΕΛΕ, παρέδιδε για αρκετά χρόνια μαθήματα βιολιού στο Καστέλλι στο Ωδείο της Μητρόπολης. Από τα χέρια του βγήκαν σημαντικοί σήμερα καλλιτέχνες όπως ο Ηλίας Χορευτάκης, ο Θοδωρής Πολυχρονάκης, ο Περικλής Τζουγανάκης, ο Γιάννης Μενεγάκης κ.α. Μα πάνω απ'όλα, διέσωσε την βιολιστική παράδοση της Κισάμου που μέχρι τότε είχε εγκλωβιστεί, χάρη στις ενέργειες μερικών που δεν καλόβλεπαν το βιολί και κατ'επέκτασην την χανιώτικη μουσική παράδοση. Έκανε την νέα γενιά να αγαπήσει ξανά το βιολί, να στραφεί ξανά πρός την κρητική μουσική. Είχε την αγωνία να μην χαθεί η μακραίωνη κισαμίτικη παράδοση, έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι "τα κοπέλια μας είναι το αύριο". Σε συνεργασία κατόπιν με τον σύλλογο μουσικών νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης" και με τον αείμνηστο Κ.Παπαδάκη ή Ναύτη, έδωσαν πλήθος συναυλιών για την διατήρηση της βιολιστικής μουσικής παράδοσης. Ο ίδιος, τιμήθηκε αρκετές φορές από διάφορους πολιτιστικούς φορείς. Έπαιξε σε όλη την Κρήτη αλλά και στο εξωτερικό, στην Αμερική και στην Ιταλία και μάλιστα, στο φεστιβάλ της Φλωρεντίας το 1997 (η τελευταία του εμφάνιση στο εξωτερικό) απέσπασε θριαμβευτικά σχόλια, τα οποία όμως τα πέρασαν στο "ψιλό" τα κρητικά ΜΜΕ μιάς και στην μουσική σήμερα μετράνε άλλα πράγματα δυστυχώς... Δισκογραφικά, το κύκνειο άσμα του Μιχάλη ήταν η ζωντανή ηχογράφηση από το ανωτέρω φεστιβάλ. Έφυγε ξαφνικά από την ζωή, παρόλο που υπέφερε χρόνια από την αρρώστια. Μα ποτέ δεν έδινε σημασία. Πάραυτα στο τέλος λύγισε. Άφησε όμως πίσω του, μια αρμάδα συνεχιστών κι ένα έργο που θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλο.

ΚΟΥΝΕΛΗΣ - ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ-ΝΑΥΤΗΣ






1920-2003

Δύσκολο πολύ να μιλήσει κανείς για αυτόν τον άνθρωπο. Το αίσθημα ευθύνης είναι μεγάλο. Μα μεγάλη και η τιμή σε αυτό το blog να συμπεριλάβει το βιογραφικό ενός καλλιτέχνη με την εμβέλεια του Ναύτη.
Ο σπουδαίος αυτός βιολιστής, ο τελευταίος ίσως των "μεγάλων", γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισάμου.Τιμή στο Καστέλλι, τιμή στην Κίσαμο, τιμή και στην Κρήτη.
Το έργο του, μεγάλο σε λάμψη, σπουδαίο σε ποιότητα και ποσότητα. Από μικρός, μπολιασμένος με τις μελωδίες των συρτών, με τους ήχους του βιολιού, δεν άργησε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την μουσική. Ο πατέρας του, ο Βασίλης Παπαδάκης ή Κοπανίδης ήταν ο πρώτος του δάσκαλος. Στις προγονικές του ρίζες βρίσκουμε κι άλλους καλλιτέχνες, τους περίφημους Μπαλαμπούς από την Γραμβούσα. Ο ίδιος, γαλουχήθηκε από τους παλαιούς μουσικούς Χάρχαλη, Μαριάνο, Τσέγκα, Κουφιανό,μα πάνω από όλα, ξεχώρισε για το μοναδικό κι έμφυτο ταλέντο του. Δεξιοτέχνης υψηλού επιπέδου, εισήγαγε για την εποχή, νέα στοιχεία στο παίξιμο του οργάνου και των παραδοσιακών μοτίβων. Σε μικρή ηλικία γνωρίστηκε με τον μεγάλο δάσκαλο του βιολιού, τον Στρατή Καλογερίδη στο Ηράκλειο. Και όπως τόνισε πολλές φορές, αυτή η συνάντηση έπαιξε μεγάλο ρόλο στην μετέπειτα σταδιοδρομία του. Νέος έφυγε για την ΑΘήνα, στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπου και εμφανιστηκε σε αρκετά κρητικά κέντρα. Συνέχισε την καριέρα του μετά την κατοχή και πάλι στην Αθήνα, αλλά και με συνεχή ανεβοκατεβάσματα στην Κρήτη. Ηχογράφησε εκείνη την εποχή αρκετούς κισαμίτικους σκοπούς, όπως τον Καραγκιουλέ, τον Μπαλαμπιανό συρτό κ.α. Έπαιξε πολλές φορές και στο ραδιόφωνο ζωντανή κρητική μουσική. Συνάμα με το βιολί, έπαιζε με την ίδια τέχνη μπουζούκι και λαγούτο. Μάλιστα δέ, σημαντικές ήταν και οι συνεργασίες του με μεγάλα ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου. Την δεκαετία του '50 ξεσπά η περίφημη απαγόρευση του βιολιού στην κρητική μουσική από τα τότε μέσα μαζικής ενημέρωσης και ο Ναύτης βάζει μπρός το στήθος του, υπερασπίζοντας την ιστορικότητα του οργάνου αυτού, αλλά και τους συναδέλφους του βιολιστές. Η ιστορία θα κρατήσει πάρα πολλά χρόνια και ο Ναύτης θα γίνει το κόκκινο πανί για τον Σιμων Καρά και την παρέα του, που με σκοταδιστικές μεθόδους θα αποκλείσουν τους νομούς Χανίων-Λασιθίου και τα μουσικά ιδιώματα αυτών από την δισκογραφία, το ραδιόφωνο και τις δημόσιες εμφανίσεις. Ο Ναύτης, στα τέλη της δεκαετίας του '50 φεύγει για την Αμερική όπου εκεί για 20 χρόνια περίπου θα σταδιοδρομίσει ώς μουσικός με δικό του συγκρότημα, τον "Μωριά". Εκεί, θα διασκεδάσει χιλιάδες ομογενείς με κρητική, λαϊκή και δημοτική μουσική. Στην Αμερική θα παίξει μπουζούκι, λαγούτο, βιολί, θα συνεργαστεί με καταξιωμένους Έλληνες καλλιτέχνες όπως ο Χιώτης κ.α. Το δισκογραφικό του έργο στην μεγάλη ήπειρο θα είναι σπουδαίο σε μέγεθος και ποιότητα. Κατά την επιστροφή του στην Κρήτη στα μέσα του '70, θα παίξει με σπουδαίους λαγουτιέρηδες, θα ιδρύσει τον σύλλογο μουσικών νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης" και θα παλέψει εναντίον των υποτιθέμενων "μουσικολόγων" για την αποκατάσταση του βιολιού στην κρητική μουσική. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τα έβαλε με όλους και όλα. Με τους διευθυντές της ραδιοφωνίας, με τον Σίμων Καρά, τον Π.Μυλωνά, τον Καβακόπουλο, την Δ.Σαμίου κι όλους αυτούς που ήθελαν να αποκλείσουν το βιολί και τους βιολιστές προς όφελος της λύρας και των λυράρηδων. Και τα λόγια του πρός αυτούς, καυστικότατα! Στις αρχές της δεκαετίας του '80 έφυγε ξανά για την Αυστραλία όπου έμεινε λίγα χρόνια, επιστρέφοντας πλέον στα μέσα του '80 οριστικά στα Χανιά. Ο αγώνας "ζωής" για τον Ναύτη ήταν η διάσωση της γνήσιας μουσικής έκφρασης της Κρήτης και όχι μόνο των Χανίων, καθώς και η αποκατάσταση του βιολιού. Έλαβε μέρος σε κονσέρτα και φεστιβάλ σε όλο τον πλανήτη, από την Αυστραλία και την Αφρική, μέχρι τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Συνεργάστηκε με καταξιωμένους μουσικολόγους, όπως ο Ρ.Λεϊντί και η Τ.Μαγκρίνι και μαζί συνέλλεξαν ένα τεράστιο οπτικοακουστικό αρχείο. Ο Ναύτης, το 1987 έγραψε και κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο "Κρητική λύρα:Ένας μύθος" αποκρούωντας την άποψη του Σίμωνα Καρά ότι η λύρα είναι το αυθεντικό κρητικό όργανο και παρέθεσε για αυτό μια σειρά από αξιόλογα ντοκουμέντα που απέδειξαν το ακριβώς αντίθετο. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε μια σειρά "εκρήξεων" από τους καλλιτέχνες κυρίως του Ρεθύμνου και πρόσθεσε μια ακόμα αντιδικία στις ήδη τεταμένες σχέσεις των καλλιτεχνών των νομών Χανίων-Ρεθύμνου. Όχι άδικα πάντως, μιας και κάποιες από τις αλήθειες που αποτύπωσε ο Ναύτης...πονούσαν και μάλλον, πονάνε ακόμα...αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που θα το θίξουμε εν ευθέτω χρόνω.
Ο Ναύτης τα τελευταία χρόνια της ζωής του, συνέχιζε να διαβάζει, να μελετάει την κρητική μουσική, να συλλέγει πληροφορίες και ντοκουμέντα και να λαμβάνει μέρος σε εκδηλώσεις με τον ακούραστο συνεργάτη του και λαγουτιέρη, τον Στέλιο.Σ.Λαϊνάκη.
Να τονίσουμε ότι το συνθετικό έργο του Ναύτη είναι πλουσιότατο. Πολλές σε αριθμό οι συνθέσεις του, συρτά, καλαματιανά, λαϊκά. Στα δε κρητικά, τα συρτά του Ναύτη φημίζονται για την απόλυτη γραμμή τους, την γνήσια φόρμα τους και δεν είναι παράλογο να πούμε ότι δεν "βγαίνει" γλέντι χωρίς να ακουστούν έστω 4-5 σκοποί του. Και κάτι επίσης σημαντικό: Όλες οι συνθέσεις του είναι μοναδικές, δεν έχει δηλαδή καρπιστεί καμία παλαιότερη σύνθεση, κανενός προγενέστερου καλλιτέχνη. Ίσως είναι ο μοναδικός της γενιάς του καλλιτέχνης στην Κρήτη που δεν αντέγραψε κανέναν! Ασχέτως δέ, αν τον λεηλάτησαν....
Συρτός της Αυγής, Βατολακιανός, Συρτός του Ναύτη, Αφρατιανός, Κουστογερακιώτικος, Καλαθενιώτης, Νέος Γραμβουσιανός, Ποταμιδιανός, Καλουδιανός, Ρογδιανός, Ροδωπιανός, Νέος Εννιαχωριανός, Αργός, Παραγγελιά, είναι μερικές από τις δεκάδες άψογες συνθέσεις του. Συνθέσεις που αντέχουν στον χρόνο και για πολλά ακόμα χρόνια θα τροφοδοτούν το κρητικό μουσικό ρεπερτόριο.
Ο Ναύτης, παρόλες τις επικρίσεις που δέχτηκε, κυρίως από ανθρώπους άσχετους και καλοθελητάδες που φοβόντουσαν μπάς και τους κόψει το...μεροκάματο (κατά δική του δήλωση στον γράφων), συνέχισε ακμαίος να παίζει και να διδάσκει τα νέα παιδιά. Ξεχωριστό το ταλέντο του επίσης στην αγιογραφία και στην ραπτική παραδοσιακών κρητικών στολών!
Η δέ πνευματική του υπόσταση, υψηλή. Στην μνήμη του χαραγμένα τα ονόματα όλων των παλαιών καλλιτεχνών που πρόλαβε, αλλά και πολλά περιστατικά. Βέβαια, στα τελευταία χρόνια της ζωή του, τον εκμεταλλεύτηκαν μερικοί για να προβληθούν ατομικά και να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη μέσα από τις γνώσεις του, αλλά ας είναι...!
Η προσφορά του αγγίζει το μέγεθος του άριστου. Αν δεν όρθωνε το παράστημα του μπρός σε αυτούς που θέλανε να μηδενίσουν το βιολί, ίσως αυτό το όργανο να είχε εξαφανιστεί από την Κρήτη. Σημαντική επίσης η δουλειά που έκανε στην διάσωση και διάδοση παλαιών μελωδιών του συρτού, αλλά και μελωδιών της ανατολικής Κρήτης. Πνεύμα οξύ και ανυπότακτο σε οτιδήποτε φολκλόρ και ξενόφερτο με την μουσική μας.
Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, άφησε πίσω του ένα μεγάλο έργο και σίγουρα, μια βαριά κληρονομιά στους νεωτέρους του. Ίσως η παρουσία του σήμερα να φαντάζει πολυτέλεια, όμως σίγουρα η θέση του στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών είναι υψηλή.
Άλλωστε ο φίλος του, ο θρυλικός Στέλιος Καζαντζίδης τον είχε χαρακτηρίσει "Πατριάρχη της Κρητικής Μουσικής"...διόλου άστοχα!