Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗΣ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ






Υπήρχε η σκέψη από πέρυσι που "έφυγε" ο Πέτρος να ανεβάσουμε κάποια αποσπάσματα από την κουβέντα μας, για διάφορους λόγους όμως το αναβάλαμε. Το blog αυτό, ήταν κατά κάποιο τρόπο και ιδέα του Πέτρου, μιας και υποστήριζε ότι η Κίσαμος πρέπει να προβληθεί και διαδικτυακά, μιας και οι περισσότερες σελίδες στο ίντερνετ, αδιαφορούν - μην πούμε - μπλοκάρουν ό,τι έχει να κάνει με την μουσική παράδοση της Κισάμου και των Χανίων γενικότερα.
Η κουβέντα μας, η εντελώς απρογραμμάτιστη και φιλική, έλαβε χώρα στο Καστέλι Κισάμου τον Αύγουστο του 2006. Ο Πέτρος δέχθηκε να καταγραφεί ένα μεγάλο μέρος της κουβέντας μας και είχε συγκαταθέσει στο να δημοσιευτεί κάποτε, εφόσον θα δημιουργούταν αυτή εδώ η σελίδα.
Θα παραθέσουμε λοιπόν κάποια αποσπάσματα και σίγουρα, κάποιοι ίσως να πικραθούν, ή και να θυμώσουν από τα λεγόμενα του Πέτρου. Όπως και να'χει όμως, αξίζει σεβασμός σε έναν άνθρωπο που πρόσφερε τόσα πολλά και που έφυγε σχεδόν ξεχασμένος από τους πολλούς "ευεργετηθέντες". 


Κ.Μ.Κ: Πέτρο, στην Κουκουναρά γεννήθηκες, εκεί έπιασες και το όργανο έφηβος;

Π.Κ: Ναί, στην Κουκουναρά το 1943. Εκεί πρωτόμαθα το λαγούτο.

Κ.Μ.Κ: Μεγάλο χωριό τότε η Κουκουναρά;

Π.Κ: Ναί, καμία σχέση με σήμερα, δηλαδή τότε ήμασταν μια τρακοσαριά κάτοικοι. Η Κουκουναρά ήταν κοινότητα με άλλες γειτονιές μαζί, τα Τσικαλαριά, τα Χορευτιανά, τα Χαρχαλιανά, άνηκαν στην κοινότητα Κουκουναράς.

Κ.Μ.Κ: Υπήρχε τότε ζωντανή η μουσική στο χωριό σου;

Π.Κ: Ολοζώντανη, όχι μόνο σε εμάς, σε όλη την περιοχή. Ήταν η χρυσή εποχή της κισαμίτικης μουσικής τότε, μιλάμε από το '20 μέχρι και το '60 περίπου, πολλά όργανα, πολλά γλέντια, ο κόσμος είχε μεράκι και διάθεση, δεν ήταν όπως σήμερα που έχουν βαρεθεί τα πάντα, υπήρχε δίψα, να πάνε στο πανηγύρι  να ακούσουν όργανα, να χορέψουν να τραγουδήσουνε, τότε έπαιζε η 'Α εθνική κατηγορία, μιλάμε για μουσικούς κορυφές, μεγάλα ονόματα....

Κ.Μ.Κ: Γιατί έμαθες λαγούτο και όχι ας πούμε, βιολί;

Π.Κ: Μου άρεσε περισσότερο το λαγούτο, ήταν πιο να το πούμε, δυνατό όργανο, βαρύ όργανο, εντυπωσιακό. Και το βιολί μου άρεσε πολύ, αλλά να σου πώ, εκείνη την εποχή δέσποζε ο Κουτσουρέλης κι έλεγα, ας μάθω να παίζω έστω και μισή στροφή από αυτά που παίζει, με εντυπωσιάζε, καταλαβαίνεις ε; Δηλαδή, είχα πρότυπο και για αυτό ήθελα και να γίνω λαγουτιέρης.

Κ.Μ.Κ: Τον Κουτσουρέλη είχες λοιπόν πρότυπο....

Π.Κ: Ναί, κυρίως τον Κουτσουρέλη. Τον Γιώργο, γιατί ήταν και ο αδελφός του ο Στέλιος. Αλλά ήταν κι άλλοι λαγουτιέρηδες τότε, πολύ τεχνίτες παίκτες, αλλά πιο πολύ ο Κουτσουρέλης έτσι με...τον θαύμαζα περισσότερο αυτόν.

Κ.Μ.Κ: Έπαιζε στο χωριό σου ο Κουτσουρέλης τότε;

Π.Κ: Ναί, έπαιζε και στα γύρω χωριά έπαιζε, στο Καστέλλι που'χε το μαγαζί του έπαιζε. Τότε έπαιζε με τον Μαύρο, ζυγιά Μαύρος - Κουτσουρέλης, σου λέει ότι δεν υπήρχε καλύτερη ζυγιά από αυτούς τους δύο εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή να καταλάβεις, έπαιζε θυμάμαι ο Κουτσουρέλης με τον Μαύρο σε έναν γάμο στον Άη Κυργιάννη και εγώ ήμουν πόσο, θα ήμουν δεκατριών; Τότε. Και ήτανε ξέρω'γω, τρακόσιοι καλεσμένοι, κι άλλοι τόσοι ακάλεστοι, μόνο και μόνο για να τους ακούσουνε....

Κ.Μ.Κ: Και εσύ ακάλεστος;

Π.Κ: Ναί, βέβαια, πηγαίναμε όλα τα πιτσιρίκια του χωριού και καθόμασταν κοντά εκεί στο γλέντι για να ακούσουμε τα όργανα, δεν είχαμε κι άλλη ασχολία, δεν είχαμε πώς το λένε, χόμπι, αυτή ήταν η διασκέδαση μας, να πηγαίνουμε στα όργανα να στήνουμε αφτί.

Κ.Μ.Κ: Για πές μου για το λαγούτο, για τους καλλιτέχνες τότε που υπήρχαν, ποιοί ήταν αυτοί που σου άφησαν εντυπώσεις εκτός του Κουτσουρέλη;

Π..Κ: Ναί, ο Κουτσουρέλης ήταν που σου'πα και πρίν ο νούμερο ένα. Αυτός ξεχώρισε πιο πολύ. Μετά, ήταν κι άλλοι, δηλαδή ήταν ο Μαυροδημήτρης, ο  Λέφας, ο Μιχάλης ο Αντρουλάκης, οι Καρεφύλληδες, ο Μαργαρίτης, ο Καρτσώνης, ο Πολυχρονάκης, ο Γαλάνης, πολλοί ήταν.....

Κ.Μ.Κ: Ο Γαλάνης, ποιός λές;

Π.Κ: Ο Μανώλης ο τυφλός που λέγαμε, από τις Λουσακιές. Ήταν κι άλλος μέσα στα Χανιά, ο Δημήτρης. Εγώ σου λέω για τον Μανώλη, αυτόν τον έζησα πιο πολύ, πρίν ακόμα ανέβω στην Αθήνα....

Κ.Μ.Κ: Όλοι αυτοί ήταν λοιπόν καλοί λαγουτιέρηδες;

Π.Κ: Κι αυτοί και άλλοι που ξεχνώ, νά, ο μακαρίτης ο Μαρέντος ο Χάρης, φωνή καμπάνα. Ο Λέφας και ο Αντρουλάκης ήταν πολύ τεχνίτες, ωραίοι στο παίξιμο και ο Λέφας ειδικά είχε και καλή φωνή. Ο Λέφας μου είχε δείξει και το λεβό κούρντισμα που τότε δεν το κάνανε και πολλοί, αυτός το έκανε, ο Κουτσουρέλης το έκανε, ο Μαρουβάς ο Γιώργης το έκανε μου φαίνεται....

Κ.Μ.Κ: Λεβό; Το χαμηλό λές;

Π.Κ: Ναί, το χαμηλό, πιο έτσι να στο πώ, σεμνό. Δεν το συνήθιζαν γιατί το βιολί έπαιζε ψηλά για να ακούγεται τότε που δεν είχανε ενισχυτές και ηχεία. Παίζανε τα βιολιά πολύ ψηλά, σου'βγαινε το λαρύγγι για να τραγουδήσεις...

Κ.Μ.Κ: Ο Χάρχαλης τραγουδούσε έτσι...

Π.Κ: Ναί, ο Χάρχαλης και άλλοι παλιοί. Εγώ δεν τον πρόλαβα τον Χάρχαλη να τραγουδάει έτσι, αλλά ήταν μερικοί παλιοί που τραγουδούσαν έτσι....

Κ.Μ.Κ: Ξέρω ότι έπαιξες με τον Χάρχαλη...

Π.Κ: Ναί, ήμουν τότε στα πρώτα μου ακόμα, στραβάδι που λένε, δεν ήξερα που πάν τα τέσσερα. Και παίξαμε με τον Χάρχαλη και τραγουδούσα εγώ, αυτός δεν τραγουδούσε τότε. Παλιά, λέγανε ότι ήταν ο καλύτερος στο τραγούδι και στο βιολί, είχε αυτή την γλύκα το όργανο του που δεν την είχε άλλος, αλλά μετά που έχασε το παιδί του και είχε βαρύ πένθος, δεν ξανάπαιξε στα γλέντια, ούτε τραγουδούσε....

Κ.Μ.Κ: Δεν παίξατε τότε δηλαδή σε γλέντι;

Π.Κ: Σε γιορτή παίξαμε, δεν έπαιζε ο Χάρχαλης τότε σε γάμους και πανηγύρια, είχε το πένθος. Αλλά ρε παιδί μου, παρόλο που ήταν ξέρω'γω σχεδόν ογδόντα χρονών, είχε ακόμα αυτό το παθιάρικο, την σπίθα. Και μετά να κάτσει να μου δείξει τις σειρές, τις έλεγε τις σειρές άλφα-βήτα-γάμα-δέλτα, με συρτά οι σειρές, αυτός τις είχε κανονίσει και μου τις έδειχνε, μου έλεγε, ο τάδε σκοπός ταιριάζει στην γάμα σειρά και τα λοιπά, κι όταν κάπου το έχανα μου το ξανάδειχνε.

Κ.Μ.Κ: Τις έχω ακουστά τις σειρές του Χάρχαλη, τις έπαιζαν όλοι αυτές;

Π.Κ: Οι περισσότεροι οι παλιοί τις παίζανε, κι ο Κουτσουρέλης, κι ο Μαύρος κι ο Ναύτης κι όλοι αυτοί που ας πούμε είχανε...

Κ.Μ.Κ: Ο Μαριάνος τις έπαιζε;

Π.Κ: Κοίτα, τον Μαριάνο δεν τον έφτασα καλά. Αυτός μετά το '60 αρρώστησε και σταμάτησε να παίζει και κανά - δυό φορές που τον άκουσα όταν ήμουν μαθητής του σχολειού ακόμα, δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Ο Μαριάνος δεν είχε τις γνώσεις του Χάρχαλη, δηλαδή, ρωτούσες τον Χάρχαλη ποιός είναι αυτός ο σκοπός και σου'λεγε, είναι του τάδε και τον λένε έτσι. Ενώ ο Μαριάνος, σου έλεγε, είναι παλιός ο σκοπός και δεν ξέρω. Δεν έπαιζε τις σειρές ο Μαριάνος όπως τις έπαιζε ο Χάρχαλης, δηλαδή έκανε κάτι δικά του, από τον Λουσακιανό σου γυρνούσε στον Σελινιώτικο, κάτι τέτοιο περίπου.

Κ.Μ.Κ: Γιατί το έκανε αυτό;

Π..Κ: Δεν ξέρω, τι να σου πώ, έτσι τον βόλευε ίσως.

Κ.Μ.Κ: Όμως ο Μαριάνος δίδαξε το βιολί.....

Π.Κ: Ναί, έδειξε σε πολλούς. Ακόμα και σε λυράρηδες που πήγαν να τον βρούν για να τους μάθει σκοπούς και σε λαγουτιέρηδες. Έκανε μαθήματα ο Μαριάνος, ο Χάρχαλης δεν έκανε.

Κ.Μ.Κ: Γιατί;

Π.Κ: Γιατί έλειπε τον περισσότερο καιρό, πηγαίνανε τα νέα παιδιά στα Χαρχαλιανά και δεν τον βρίσκανε. Και μετά, το'χανε σύστημα οι παλιοί, δεν έδειχνε γιατί σου λέει, θα μου κλεψουν τα μυστικά....

Κ.Μ.Κ: Συγγνώμη, αλλά αυτά είναι χαζομάρες...

Π..Κ: Ε ναί, είναι, αλλά τι να πείς, παλιά μυαλά που λένε.....

---------------------------------------------------------------------------------------

Κ.Μ.Κ: Γιατί Πέτρο δεν βγήκε ένα λαγούτο εφάμιλλο του Κουτσουρέλη ξανά;

Π..Κ: Γιατί δεν το ήθελε ο ίδιος. Πώς να στο πώ, ήταν εγωιστής. Πολύ εγωιστής. Ο Κουτσουρέλης άφησε μιμητές, πολλούς μιμητές, δεν άφησε όμως συνεχιστές. Ήθελε να μείνει αυτός ας πούμε στην ιστορία. Εμένα δεν μου έδειξε ποτέ, δεν του το ζήτησα κιόλας. Με αγαπούσε πολύ, αυτός με ξεχώρισε ανάμεσα από τόσους και με πήρε μαζί με τον Μαύρο και πήγαμε και γράψαμε το δισκάκι που σου είπα πρίν, το πρώτο μου δισκάκι. Του άρεσε όπως τραγουδούσα και όπως έπαιζα, παρόλο που ήμουν πολύ μικρός, αλλά δεν μου είπε και ποτέ, έλα να σου δείξω. Ούτε κι εγώ όμως του το ζήτησα...

Κ.Μ.Κ: Και εσύ λοιπόν εγωιστής...(γέλια)..

Π.Κ: Όχι ρε'συ, δεν του το ζήτησα γιατί ήξερα την απάντηση του και να σου πώ κιόλας, έλεγα ρε παιδί μου, θα δουλέψω μόνος μου, δεν ήθελα να αντιγράψω κανέναν. Σου είπα, καλό είναι να έχεις πρότυπα, αλλά πάνω απ'όλα να έχεις τον δικό σου χαρακτήρα στο παίξιμο, να βγάλεις την δική σου ψυχή, να βάλεις την σφραγίδα σου, όχι να ξεπατηκώσεις τον άλλον.

Κ.Μ.Κ: Ναί, κατάλαβα, αλλά σήμερα όμως, υπάρχει αυτό, δηλαδή, υπάρχει ξεχωριστό στύλ;

Π.Κ: Καλά, άσε τι υπάρχει σήμερα, να μην πώ καλύτερα τι υπάρχει. Η σάρα και η μάρα και το κακό συναπάντημα υπάρχει. Όλοι είναι φίρμες. Όλοι είναι μεγαλοκαλλιτέχνες. Απέξω όλα αυτά, γιατί μέσα τους δεν ξέρουν οι περισσότεροι που πάνε τα τέσσερα. Δεν έχουνε γνώσεις. Σου λέει, παίζω καλό βιολί, καλή λύρα και καλό λαγούτο. Ε καί; Ο καλλιτέχνης δεν φτάνει να είναι μόνο τεχνίτης του όργάνου, αλλά και γνώστης της μουσικής παράδοσης. Δηλαδή, να ξέρεις τι είναι αυτό που παίζεις, πώς το παίζεις, γιατί το παίζεις, να ξέρεις μουσικά μέτρα και χρόνους και τέτοια πράγματα. Μπορεί να πούμε να παίζεις μέτριο όργανο. Αλλά αν είσαι γνώστης της παράδοσης, ακόμα και το μέτριο μπορεί να φανεί άριστο γιατί βγάζεις ένα σωστό αποτέλεσμα, καταλαβαίνεις τι θέλω να σου πώ;

Κ.Μ.Κ: Απόλυτα....

Π.Κ: Ναί, δηλαδή ρε'συ δεν φτάνει μόνο η δεξιοτεχνία. Τι να την κάνω εγώ την δεξιοτεχνία, όταν χορεύουν από κάτω δέκα άτομα και τα δέκα τα έχεις εκτός χρόνου στον χορό, ο ένας στην ανατολή κι ο άλλος στην δύση. Και άσχετος να είναι ο χορευτής, αν εσύ ξέρεις να βάζεις σωστά μέτρα, θα τον έχεις στον χρόνο. Αλλά σου είπα, όλοι είναι φίρμες, κοιτάνε πώς να πάρουν καινούργια μηχανήματα, πώς θα κλείσουν εκατό γλέντια, πώς θα βγάλουν σιντί, πως θα ντυθούν με σαλβάρια, πώς θα βγούνε στην τηλεόραση κι άσε τα υπόλοιπα να πάνε στο διάολο....

Κ.Μ.Κ: Όλοι είναι έτσι;

Π.Κ: Όχι όλοι, αλλά είναι η πλειοψηφία. Υπάρχουν και παιδιά που το έχουν πάρει ζεστά το πράγμα και έχουν μάθει δύο-τρία πράγματα και παίζουν σοβαρά. Αλλά ξέρεις κάτι, οι σοβαροί ποτέ δεν γίνονται φίρμες, δεν αρέσουν στον κόσμο. Ο κόσμος θέλει καλαμπαλίκι σήμερα......

Κ.Μ.Κ: Πέτρο θεωρείς ότι η κρητική μουσική περνάει κρίση σήμερα;

Π.Κ: Ναί, όπως το είπες, η πιο σωστή λέξη, περνάει κρίση. Υπάρχει ποσότητα, αλλά δεν υπάρχει η ποιότητα. Παλαιότερα ήμασταν πολύ λιγότεροι μουσικοί, αλλά θεωρώ ότι ήμασταν πιο κοντά στην σωστή παράδοση. Σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες μουσικοί, αλλά είναι ελάχιστοι οι παραδοσιακοί...

Κ.Μ.Κ: Που νομίζεις ότι οφείλεται αυτό;

Π.Κ: Στην μόδα οφείλεται, στην μανία για να γίνει κάποιος φίρμα και να τα κονομήσει. Η κρητική μουσική έχει χαλάσει, όχι από εδώ τόσο,  από την  Αθήνα. Από εκεί έχει ξεκινήσει το στραβό πράμα, στο λέω αυτό γιατί έζησα πολλά χρόνια εκεί, έπαιξα χιλιάδες φορές και είδα τα τελευταία χρόνια την κατάντια. Και δεν φταίνε μόνο οι μαζαγάτορες, σου λέει, κύριε εγώ θέλω να γεμίζει το μαγαζί για να τα κονομάω. Φταίνε περισσότεροι οι σύλλογοι στην Αθήνα,διότι αυτοί πάνε και κλείνουν γλέντια με μουσικούς απαράδεκτους μόνο και μόνο για το χρήμα. Ο σύλλογος πρέπει να στηρίζει τα ήθη και τα έθιμα, να κάνει πολιτισμό και όχι επιχείρηση, αλλά δυστυχώς το βλέπουν αλλιώς το πράμα. Η νεολαία στην Αθήνα έχει βγεί εκτός γραμμής. Μα σου λέει ο άλλος, πάνε στα κρητικά. Ε και; Κρητικά είναι αυτά; Είτε πάνε στα μπαράκια, είτε στα κρητικά, την ίδια μουσική ακούνε περίπου (γέλια). Πάνε όλα τα παιδιά από τους χορευτικούς συλλόγους, μαυροντύνονται και έχουν την μπουκάλα το ουϊσκι στο χέρι και καταχτυπιούνται εκεί και κοντράρονται για το ποιό συγκρότημα θα σηκωθεί και θα χορέψει καλύτερα να βάλει τα γυαλιά στο άλλο. Έπαιζα στα μαγαζιά και μπορώ να σου πώ ότι αυτά τα πράγματα δεν τα είδα ποτέ πρίν, μετά το '95 περίπου ξεκίνησε αυτή η αηδία που έγιναν μόδα τα συγκροτήματα και τα μαγαζιά στους νέους και δεν ξέρω δηλαδή.....

Κ.Μ.Κ: Αναφέρεσαι σε συγκεκριμένα μαγαζιά και συλλόγους και χορευτικά;

Π.Κ: Κοίτα, παλιά υπήρχαν πολλά μαγαζιά, αλλά αυτά που δεν ακολούθησαν την μόδα με το ουϊσκι και τις φίρμες τους μουσικούς, έβαλαν λουκέτο. Έμειναν μερικά μόνο και εκμεταλλεύτηκαν την μόδα αυτή. Έφερνε π.χ. έναν σοβαρό λυράρη το μαγαζί και μάζευε πέντε παρέες. Κι έφερνε την άλλη εβδομάδα έναν σαλταδόρο λυράρη και μάζευε πενήντα παρέες. Γιατί; Γιατί ο σαλταδόρος αρέσει στην νεολαία, στις γκομενίτσες και φέρνει και χρήμα. Αν εξαιρέσεις λίγο τον Ομαλό που φέρνει και δικούς μας εδώ, βιολιά και υποστηρίζει τους νέους και κρατά ας πούμε το επίπεδο και την κουζίνα, τα υπόλοιπα μαγαζιά εκμεταλλεύονται την μόδα. Πας να φάς και σου φέρνουνε την μπριζόλα που΄χουνε ψήσει το μεσημέρι και το κρασί που μυρίζει θειάφι. Σου λέει, που θα μου πάς, θα σου πουλήσω το ουϊσκι, να μου κάνεις και ταμείο. Και φέρνουνε αυτούς τους απαράδεκτους μουσικούς και πάνε από κάτω η νεολαία μεθυσμένα και παλαμοκροτάνε γύρω από τον λυράρη και κάνουν τους καπεταναίους. Και δώς του μετά να κάνουν κόντρα στους χορούς. Κανένα συγκρότημα χορευτικό αυτή την στιγμή στην Αθήνα,κανένα συγκρότημα δεν παράγει κρητική παράδοση. Όλα είναι της μισής οκάς. Ελάχιστα είναι τα παιδιά που χορεύουν μερακλήδικα, τα περισσότερα είναι της φιγούρας......

Κ.Μ.Κ: Σε βρίσκω Πέτρο πολύ αυστηρό ή είναι η ιδέα μου;

Π.Κ: Εγώ τα έχω ζήσει όλα αυτά, στα έχω ξαναπεί κι άλλες φορές, δεν αλλάζω την γνώμη μου, προτιμώ να λέω αυτό που αισθάνομαι κι ας μην αρέσω από το να λέω ψέμματα για να γλύφω τον άλλον να με καλάει να παίζω. Καλύτερα να μην παίζω. Γι'αυτό κι έφυγα από την Αθήνα γιατί τα βαρέθηκα όλα αυτά τα πράγματα και τους μουσικούς της φίρμας που οι περισσότεροι περάσανε από εμένα και σήμερα δεν μου λένε ούτε καλημέρα, γιατί σου λέει, εγώ έγινα μεγάλος και τρανός και τι δουλειά έχω τώρα με τον Καρμπάδο τον γέρο;

Π.Κ: Έχεις βοηθήσει αρκετό κόσμο Πέτρο....

Κ.Μ.Κ: Ναί, πολύ κόσμο. Και δικά μας παιδιά, βιολιά και λαγούτα και λυράρηδες από όλη την Κρήτη. Ποτέ δεν είπα σε κάποιον, σου κλείνω την πόρτα. Μου ήρθε ο άλλος και δεν ήξερε τι πάει να πεί λύρα και ήρθε με το μπουζούκι στο χέρι και τον έβαλα κάτω, του έδειξα σκοπούς, του έδειξα μέτρα και χρόνους, να κάνουμε πρόβες και τα λοιπά, να τον βγάλω στο πάλκο να γίνει γνωστός και αυτός μετά να μου γυρίσει την πλάτη.....

Π.Κ: Για κάποιον συγκεκριμένο αναφέρεσαι;

Κ.Μ.Κ: Ναί, έγινε μεγάλη βεντέτα και βγάζει και δίσκους με το τσουβάλι κι άμα του πείς για τον Πέτρο, σου λέει, ναί κάπου τον έχω ακουστά.....

Κ.Μ.Κ: Δικός μας, Χανιώτης;

Π.Κ: Όχι, Λασιθιώτης, άστα τώρα, μην τα λέμε άλλο αυτά. Μετά από τόσα χρόνια στο επάγγελμα, δεν έκανα τίποτα, λεφτά δεν έκανα, τα έφαγα, κακά κουμάντα, αλλά τουλάχιστον τα σκόρπισα ρε παιδί μου και το ευχαριστήθηκα, σπίτι δεν έκανα γιατί δεν ήταν ο χαρακτήρας μου της οικογένειας και τέτοια, αλλά πίστευα όμως ότι έκανα καλούς συνεργάτες και φίλους. Τελικά διαόλους έκανα (γέλια). Τουλάχιστον εδώ που'ρθα να βρώ την ησυχία μου και που και που να παίζω για την παρέα......

------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Κ.Μ.Κ: Πέτρο, θέλω να μου πείς για τις συνεργασίες που είχες με άλλους καλλιτέχνες...

Π.Κ: Έπαιξα με όλα τα βιολιά της εποχής μου και νεώτερους ακόμα. Δεν υπάρχει βιολί που να μην έκανα έστω μια συνεργασία, ένα γλέντι. Και με τον Κουνέλη, τον Ναύτη, τον Κατράκη, τον Μαύρο, τον Νταουντέ τον χωριανό μου, με όλους τους παλιότερους και συνομήλικους μου έπαιξα. Με λυράρηδες έπαιξα, με τον Μουντάκη, τον Μελεσανάκη, τον Αστρινό, τον Περιστέρη, τον Σκορδαλό, τον Σηφογιώργη, τον Φραγκιουδάκη, με πολλούς και διάφορους. Και με νέους, βιολάτορες και λυράρηδες, εγώ τους έβγαλα τους περισσότερους και το Χορευτάκη, το Τζουγανάκη, το Μαρτσάκη, το Ζωϊδάκη, τα Περουλάκια, το Χαρχαλάκη, τον Αλέξανδρο τον Παπαδάκη, το Λουφαρδάκη, τα Μακριδάκια κι άλλους πολλούς. Και μερικοί από αυτούς, δεν μου λένε ούτε καλημέρα σήμερα, δεν το καταδέχονται βλέπεις διότι όπως μου είπε ένας να μην σου λέω και όνομα, καταλαβαίνεις τώρα, δεν σε παίρνω ρε Πέτρο στο γλέντι γιατί δεν τραβάς πλέον. Εντάξει, δεν λέω  ότι έχω τις ίδιες δυνάμεις, αλλά όχι και ότι αχρηστεύτηκα ρε γαμώτο...

Κ.Μ.Κ: Μάλλον είσαι αντιεμπορικός.....(γέλια)...

Π.Κ.: Ναί ναί, αυτό είναι μάλλον....(γέλια)...

----------------------------------------------------------------------------------------------------

Κ.Μ.Κ: Πές μου λίγο με τον Μουντάκη πώς συνεργάστηκες;

Π.Κ: Με τον Μουντάκη μας γνώρισε ο Στέλιος ο Κουτσουρέλης. Εγώ έπαιζα τότε στο Αρκάδι στο Αιγάλεω και ο Στέλιος είχε έρθει με τον Μουντάκη και τέλος πάντων συστηθήκαμε και του άρεσε το παίξιμο μου και συνεργαστήκαμε...

Κ.Μ.Κ: Καλός ο Μουντάκης έ;

Π.Κ. Αξιοπρεπής άνθρωπος ήταν ο μακαρίτης και με αγαπούσε. Κοίτα, θεωρώ ότι έπαιζε πολύ καλή λύρα, για τα γούστα τα δικά μου δηλαδή αν μου έβαζες Σκορδαλό ή Μουντάκη, σου έλεγα Μουντάκη. Έπαιζε πιο τεχνικά, πιο ζωντανά. Ο Σκορδαλός είχε ας πούμε την μανία να μην αφήνει τον λαγουτιέρη να ακούγεται, έπαιζε εγωιστικά, ο Μουντάκης ήταν πιο καλός συνεργάτης. Καλή λύρα ο Σκορδαλός, για τα γούστα δηλαδή των Ρεθυμνιωτών και των Ηρακλειωτών ήταν ο πρώτος. Εμάς μας έκανε καλύτερα στο αφτί ο Μουντάκης, είχε περάσει και χρόνια στα Χανιά στην χωροφυλακή και ήξερε το στύλ μας ας πούμε. Οι Κουτσουρέληδες τον βγάλανε τον Μουντάκη στο επάγγελμα και του έδειξαν πολλά πράγματα. Έκανε και παρέα με Ρουμαθιανούς και πήρε κι από εκεί μερικά πράγματα. Θα σου πώ και μια ιστορία, μου την έκανε ο ίδιος ο Μουντάκης. Όταν λοιπόν τον πήρανε να παίξουνε στου Μπασιά του μακαρίτη το μαγαζί, στην Αγια Ειρήνη της Αιόλου ήταν αυτό το μαγαζί, έπαιζε ο Ναύτης με τον Μαριάνο και τον Κουτσουρέλη και δεν θυμάμαι και με ποιόν άλλον και ο Μουντάκης ήταν άγνωστος ακόμα τότε. Και ο Μπασιάς, του τον πήγε ο Στέλιος ο Κουτσουρέλης, δεν τον ήθελε γιατί σου λέει, δεν τον ξέρει κανείς τον Μουντάκη. Αλλά αυτός που επέμενε να παίξει, ήταν ο Ναύτης, τον έπιασε τον Μπασιά και τον έπεισε να παίξει και πραγματικά του είπε, παίζει καλή λύρα και τραγουδάει και καλά και υποστήριξε τον γιατί αξίζει και έτσι ανέβηκε στο πάλκο ο Μουντάκης και ξεχώρισε έπειτα κι έκανε καριέρα. Ο Ναύτης ήταν αυτός που τον υποστήριξε τότε, αλλά μετά χαλάσανε οι σχέσεις τους....

Κ.Μ.Κ: Γιατί;

Π.Κ: Γιατί μετά που έγινε η φασαρία με τον Καρά και με την απαγόρευση του βιολιού ο Μουντάκης έκανε αυτή την χαζομάρα να την πώ και συνεργάστηκε με τον Καρά στο ραδιόφωνο και στις εκδηλώσεις και δεν υποστήριξε τους βιολάτορες και του κακοφάνηκε του Ναύτη μετά αυτό και το έλεγε συνέχεια, ότι δηλαδή εμείς σε βοηθήσαμε αλλά εσύ μας την έκανες την δουλειά. Μετά κάτι έγινε και πήρε το μέρος τους ο Μουντάκης και κάπως φιάξανε τις σχέσεις τους, αλλά πάλι μετά ο Ναύτης άμα τον πιάνανε τα διαόλια του δεν καταλάβαινε τίποτα και του έλεγε του Μουντάκη, πήρες δικούς μας σκοπούς και κάθεσαι και λές ότι τους έγραψες εσύ, κάτι τέτοια δηλαδή γίνανε....

Κ.Μ.Κ: Είχε άδικο ο Ναύτης;

Π.Κ. Κοίτα, το είχα πεί κι εγώ του μακαρίτη του Μουντάκη, δηλαδή, παίρνεις ρε παιδί μου τον δεύτερο Καραγκιουλέ, ενώ ξέρεις ποιός σκοπός είναι και τον γράφεις στον δίσκο και λές "Ξενιτεμένο μου πουλί". Παίρνεις μετά τον Σφηναριώτικο και λές "τέσσερις είναι οι μάρτυρες" και άλλα τέτοια που έκανε. Δεν είναι λογικό κι άλλος εδώ ο Ναύτης να τσινήσει; Κι όχι μόνο ο Ναύτης, οι περισσότεροι που ξέρουν τα πράγματα τα αληθινά δηλαδή. Ε, έκανε αυτή την κουταμάρα ο Μουντάκης, το μετάνοιωσε μετά, αλλά εντάξει, τι να λέμε τώρα, ότι έγινε, έγινε. Κι ο Ναύτης πάλι, ενώ είχε πολλά δίκια, τα έχανε με τον τρόπο που τα διεκδικούσε και πολλές φορές του έλεγα, άστο να πάει στο διάολο και μην τα ξεψαχνίζεις άλλο, αλλά δεν καταλάβαινε. Ερχόταν ο άλλος και μας παράγγελνε να του παίξουμε π.χ. τον Άνεμο και του έλεγε ο Ναύτης, δεν τον παίζω, δεν υπάρχει τέτοιος σκοπός, κλεμμένος είναι. Ρε χριστιανέ μου, παίξε την παραγγελία όπως να'ναι και μετά πές ότι θές....

Κ.Μ.Κ: Θεωρείς ότι ήταν υπερβολικός ο Ναύτης;

Π.Κ: Να σου πώ, καταρχάς όταν μιλάμε για Ναύτη, στο έχω ξαναπεί, μιλάμε για την μεγαλύτερη προσωπικότητα μουσική της Κρήτης από το '50 μέχρι την μέρα που πέθανε. Ο άνθρωπος ήταν πώς να στο πώ, ήταν εγκυκλοπαίδεια. Από τεχνικής άποψης στο βιολί, δεν υπήρχε παρόμοιος του σε όλη την Κρήτη, μην σου πώ σε όλη την Ελλάδα. Όπως σεβόταν τα κισαμίτικα, έτσι σεβόταν τα ηρακλειώτικα, τα στειακά κι όλα. Σεβόταν την παραδοσιακή μουσική. Δηλαδή, ο Σκορδαλός ήταν τεχνίτης, ο Μουντάκης ήταν τεχνίτης, ο Κλάδος είναι τεχνίτης, ο Ναύτης ήταν τεχνίτης και δάσκαλος και επιστήμονας μαζί. Απλά είχε αυτό το πράγμα, το εκρηκτικό, το νεύρο, για το δίκιο του δηλαδή, δεν έκανε κουμάντο τον εαυτό του και κάποιες φορές ξέφευγε, αλλά τον δικαιολογώ όμως γιατί πέρασε άσχημες στιγμές και ήταν και μόνος του να παλέψει, όλοι οι άλλοι κρυβόντουσαν από πίσω του. Κι άμα πάς σήμερα στον σύλλογο στα Χανιά, σου λένε μερικοί, σιγά μωρέ με τον Ναύτη. Μα άμα δεν ήταν αυτός ούτε σύλλογος θα υπήρχε, ούτε βιολί θα υπήρχε. Ο Ναύτης και ο Κουνέλης κράτησαν ζωντανό το βιολί και την χανιώτικη μουσική, αυτοί οι δύο. Αμα ο μακαρίτης ο Κουνέλης δεν δίδασκε στο ωδείο εδώ, δεν θα υπήρχε κανείς επαγγελματίας από τους νεώτερους που είναι σήμερα. Κι ο Ναύτης, άμα δεν κυνηγούσε την υπόθεση με το βιολί, θα το είχαν ξεχάσει όλοι.

Κ.Μ.Κ: Είχε θέμα πάντως με τα συρτά, επειδή είχαμε κουβεντιάσει πολλές φορές μαζί, τον άκουγα και έβγαζε αφρούς με τα συρτά που είχαν αρπάξει μερικοί.....

Π.Κ: Ε ναί, δεν παραδεχόταν ότι υπάρχει σύνθεση συρτού από μία εποχή και μετά εκτός Χανίων. Έπαιζα το "θλιμμένη χαραυγή" και μου έλεγε, παίξε το κανονικά, δηλαδή να του παίξω τον Κολυμπαριανό, γιατί η "θλιμμένη χαραυγή" είναι ο Κολυμπαριανός, αλλαγμένος. Κάτι τέτοια μου έλεγε, τον έκανα κι εγώ χάζι να τον κάνω να εκνευρίζεται και γελούσαμε πολύ, καλή του ώρα εκεί που είναι. Παραδεχόταν, ξέρεις ποιόν σκοπό; Τις Λίμνες του Αλεφαντινού, μου έλεγε, σωστη σύνθεση, έχει όλα τα μέτρα σωστά, δεν είναι κλεμμένη, έχει ωραία εισαγωγή και τέτοια, ναί, αφού τον έπαιζε τον σκοπό και μαζί που ήμασταν μια χρονιά στο Συγκλιό στο πανηγύρι και μας το παραγγείλανε, το έπαιξε με μεγάλη ευχαρίστηση. Αλλά άμα του έλεγες για Άνεμο και Ροδινούς και Σπίθες και Μαδάρες Χανιώτικες και τέτοια, αρπαζότανε.....

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

Κ.Μ.Κ: Πέτρο, πρίν μιλήσαμε για τους νέους μουσικούς. Για τους λαγουτιέρηδες όμως θέλω να μου πείς, είσαι ευχαριστημένος από τους νεώτερους συναδέλφους σου;

Π.Κ.  Ναί κοίτα, παίζουν καλά, δηλαδή μπορούν να σταθούν σε ένα σχήμα και να παίζουν διάφορα. Δεν υπάρχει όμως ο γνήσιος ο ήχος ο χανιώτικος, το μπερντελίδικο παίξιμο δηλαδή, το πρίμο, αυτό που έπαιζε ο Κουτσουρέλης, ο Μαυροδημήτρης, ο Λέφας κλπ. Οι μοναδικοί που παίζουμε με αυτο τον τρόπο είμαστε εγώ και ο Στέλιος ο Λαϊνάς....

Κ.Μ.Κ: Ο καλαθενιώτης;

Π.Κ: Ναί, ο Στέλιος του "Χάρχαλη". Παίζει το αυθεντικό χανιώτικο στύλ αυτός, μόνο αυτός. Μετά, παίζανε οι Μαρκογιάννηδες τα αδέρφια στο Ρέθυμνο, καλοί τεχνίτες, όχι μπερντελίδικα, αλλά παίζανε τεχνικά. Κι ο μακαρίτης ο Καδιανός ο Νίκος, ωραίος τεχνίτης και μερακλής. Αυτοί. Πιο νέους έτσι τεχνικούς μουσικούς, ο Αλεφαντινός ο Νίκος είναι πολύ καλός, ο Στιβακτάκης παίζει κι αυτός σωστά, ο Ψαρογιώργης ο Ξυλούρης είναι κι αυτός γνώστης, ο Σταυριανουδάκης, ο Βρουλάκης , αυτοί πιο πολύ. Δεν παίζουν με τον τόνο, τον χανιώτικο, κανείς δεν παίζει έτσι σήμερα, ούτε τα δικά μας τα παιδιά. Εγώ τους έχω δείξει, ο Πολυχρονάκης έχει κάνει μαθήματα, ο Λαϊνάς ο Μεσογειανός, ο Βλαστάκης, έχουμε κάνει όλοι μας μαθήματα στα νέα παιδιά, τους δείχνουμε το κισαμίτικο παίξιμο το πρίμο, το κάνουνε, αλλά μόλις βάλουν το καλώδιο στα μηχανήματα και έχουν από κάτω διακόσα άτομα, το αλλάζουνε, κάνουνε ό,τι θέλουνε μετά....


Κ.Μ.Κ: Ο Τζουγανάκης ο Μιχάλης;

Π.Κ: Έχει δάχτυλα, έχει ταλέντο, αλλά δεν παίζει κρητική μουσική, δεν είναι παραδοσιακός, παίζει τα δικά του, όπως του'ρθει, πιο πολύ σαματάς να γίνεται....

 
Κ.Μ.Κ: Πέτρο, πρίν μερικά χρόνια είχαμε μια κουβέντα και μου είχες πεί ότι η μουσική στην Κίσαμο έχει μέλλον. Το πιστεύεις ακόμα αυτό;

Π.Κ: Η μουσική στην Κίσαμο πέρασε μια μεγάλη κρίση, έκανε αυτό που λέμε, κοιλιά. Ξεχάσανε και τους Κουτσουρέληδες και τον Χάρχαλη και τον Μαύρο και τον Μαριάνο και ακούγανε άλλα πράγματα, καμία σχέση με εμάς. Να φανταστείς, καλούσανε στους γάμους λυράρηδες από το Ρέθυμνο και από το Ηράκλειο και δικοί μας που παίζανε, παίζανε ο Κουνέλης και ο Κατράκης και ο Αναγνωστάκης και ο Χριστοφοράκης και μερικοί άλλοι. Δεν υπήρχε δηλαδή προβολή της κισαμίτικης μουσικής, του βιολιού πιο πολύ, γιατί ήταν στην μόδα οι λύρες. Άνοιγες το ράδιο, λύρα. Άνοιγες την τηλεόραση, λύρα. Ε, τι θα κάνει και ο πιτσιρικάς, θα πάει να μάθει λύρα και θα αγοράσει κασέτα με λύρα. Αλλά σου είπα και πρίν, ευτυχώς που υπήρξε ο Ναύτης και ο Κουνέλης και έκαναν μεγάλο αγώνα και έχουμε σήμερα αρκετά παιδιά που κάνουν καριέρα και που μαθαίνουν τα κισαμίτικα. Τώρα αν έχουν μέλλον, τι να σου πώ, υπάρχει και όρεξη, υπάρχουν και ταλέντα και παίζουν παντού, απλά μην γίνουνε μεγάλες βεντέτες και χαλάσουνε. Διότι ο κόσμος που σε ανεβάζει, αυτός είναι που σε κατεβάζει στο λεπτό. Έχω δεί όλα τα χρόνια που ασχολούμαι, φίρμες να πηγαίνουν στα αζήτητα μέσα σε μια νύχτα. Γι'αυτό σου έλεγα και πριν, καλά τα μηχανήματα και τα μαγαζιά και τα σιντί και οι τηλεοράσεις και τα στιβάνια και οι παράδες και όλα, αλλά πρέπει να υπάρχει και γνώση και μεράκι και σεβασμός στην παράδοση γιατί έτσι θα πάει μπροστά ένας καλλιτέχνης. Η φιγούρα δεν διαρκεί για πάντα γιατί, εκεί που είσαι εσύ πρώτο όνομα, θα βγεί ένας άλλος πιτσιρικάς και θα στην φάει την θέση χωρίς να το καταλάβεις και θα είναι αργά μετά και θα παρακαλάς τον άλλον να σε καλέσει να παίξεις στον γάμο ξέρω'γω, στην βάφτιση κλπ. Εγώ αυτό που λέω πάντα σε όποιο παιδί με πλησιάζει για να μάθει, είναι να μην βάζει εγωισμούς και φιγούρες και πάντα να ρωτάει αυτό που δεν ξέρει, πρέπει να αποκτά γνώση. Από την γνώση και μετά θα έρθει και η τεχνική εφόσον έχει ταλέντο. Γιατί είναι και μερικοί που έχουνε διάθεση αλλά ρε παιδί μου, δεν έχεις ταλέντο, τι να σου κάνω;


Κ.Μ.Κ: Πέτρο θέλω να μου πείς από τα νέα βιολιά που παίζουν, ποιούς ξεχωρίζεις;

Π.Κ: Ναί, είναι μερικά καλά βιολιά νέα.....να παώ μισό λεπτό για τσιγάρα...

Κ.Μ.Κ: Πάρε από εμένα, να πιούμε κι άλλη μια μπύρα, λοιπόν για πές μου;

Π.Κ: Μου αρέσει ο πιτσιρικάς ο...από τα Μεσόγεια μωρέ....ο Στράτος...

Κ.Μ.Κ: Το Σκαράκη;

Π.Κ: Ναί, το Σκαράκη. Θα εξελιχθεί πιστεύω καλός, είναι μικρός ακόμα. Και ο Μενεγάκης είναι καλός επίσης. Και ο Μιχάλης, το Λουφαρδάκη......

Κ.Μ.Κ: Είναι πιο μεγάλος σε ηλικία από τους άλλους ο Μιχάλης...

Π.Κ: Ναί, είναι πολύ καλό βιολί, γνώριζα και τον μακαρίτη τον πατέρα του, έπαιζε ωραίο λαγούτο. Ο Μιχάλης παίζει στο στύλ του Ναύτη, δηλαδή μερικές φορές άμα τον ακούς και δεν τον βλέπεις, λές ότι παίζει ο Ναύτης. Έχει φοβερά δάχτυλα.

Κ.Μ.Κ: Μάλιστα...Πέτρο, από χορευτές εδώ, πώς τα βλέπεις τα πράγματα;

Π.Κ: Μωρέ είναι μερικά νέα παιδιά φοβερά, ονόματα δεν ξέρω όμως, είναι και από τις Λουσακιές κι από τον Κάμπο και από τα Ρούματα μερικά καλά. Παλιά είχαμε μεγάλους χορευτές εδώ, δηλαδή ρε παιδί μου, χαιρόσουν να παίζεις και να τους βλέπεις να χορεύουν, σου έφτιαχναν το κέφι, ο Αλεξανδρής, ο Γιαννενής, τα Μαραγκουδάκια από τις Λουσακιές, ο Σκανδάλης από την Μαλάθυρο, το Ριφάκη από το Κολυμπάρι, ο Μπαντούρης ο Αντώνης, τα Σκυλουράκια κλπ, μεγάλοι χορευτές αυτοί, ούτε σε σχολές ούτε τίποτα, άντε τώρα να τους συγκρίνεις με αυτούς που παριστάνουν τους δασκάλους στους συλλόγους, άστα...


Κ.Μ.Κ: Πέτρο θυμάσαι να μου πείς κάποια από τα γλέντια που σου έχουν μείνει;

Π.Κ: Είναι πολλά τα περιστατικά τώρα, έχω παίξει σε όλη την Κρήτη όλα μου τα χρόνια.
Γινόντουσαν γλέντια, πανηγύρια, που δεν ας πούμε τα ζούν τώρα ο κόσμος, δεν υπάρχει το μεράκι αυτό. Μια φορά, ο Χαρτζούλης ο λαγουτιέρης από τον Κάμπο ήταν άρρωστος. Λοιπόν, έπρεπε να παίξει σε έναν γάμο στον Κάμπο με τον μακαρίτη τον Σημαντηρά τον Θόδωρο....

Κ.Μ.Κ: Ήμασταν συγγενείς με τον Θοδωρή και με τον Χάρχαλη. Θυμάσαι χρονολογία;

Π.Κ: Ναί, το ξέρω, η γιαγιά σου ήταν ξαδέλφη με αυτούς. Ήτανε περίπου το '67 αν δεν απατώμαι. Λοιπόν, εγώ ήμουν με μια παρέα στον Κάμπο και πίναμε, καλοκαιράκι ήτανε κι ήμασταν καλεσμένοι στον γάμο. Και με βρίσκει ο μακαρίτης ο Σημαντηράς, δεν είχαμε παίξει ποτέ μαζί και μου λέει, εσύ είσαι το Καρμπαδάκη που παίζει λαγούτο; Ναί του λέω. Θα μου κάνεις παρέα, μου λέει, απόψε γιατί το και το , είναι άρρωστος ο Δημήτρης. Και πράγματι, πήρα το λαγούτο του Χαρτζούλη και ξεκινήσαμε το γλέντι, τι να σου πώ τώρα, τρείς μέρες στον Κάμπο γλεντούσαμε. Έπειτα, μας πήρε μια παρέα και πήγαμε στην Κεραμωτή, άλλη μια μέρα γλέντι εκεί, χοροί και τραγούδια και τραπεζώματα. Ο Σημαντηράς ήταν και μεγάλος στην ηλικία και ήθελε να πάει στο σπίτι του κάποια στιγμή να ξεκουραστεί. Αλλά η παρέα είχε άλλα σχέδια και από την Κεραμωτή, βρεθήκαμε να γλεντάμε στο Λούχι. Να μην στα πολυλογώ, μια εβδομάδα παίζαμε σε σπίτια, βραστά και πιλάφια και κρασιά και χοροί. Ο κόσμος τότε είχε άλλα μεράκια και άνοιγαν τα σπίτια τους όλοι, το'χανε μεγάλη χαρά να πάνε τα όργανα και να παίξουνε, όχι όπως τώρα που έχουμε γίνει όλοι μας μονόχνοτοι και ζηλεύει ο ένας τον άλλον. Τότε υπήρχε καλοσύνη....

Κ.Μ.Κ: Και το λαγούτο, πότε το επέστρεψες;

Π.Κ: Ξαναγύρισα στον Κάμπο πάλι, το έδωσα πίσω και μου είπε ο Χαρτζούλης, ε, αφού δεν το έκανες βόλτα σε όλα τα Χανιά, πάλι καλά (γέλια)....