Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ-ΚΟΥΡΗΣ

Μιχάλης Παπουτσάκης

Γιάννης Κουριδάκης




Παλιά ζυγιά, αυτή που θα παρουσιάσουμε σήμερα. Παλιά και καλή!
Μιχάλης Παπουτσάκης, βιολί, Γιάννης Κουριδάκης, λαγούτο. Οι δύο μεγάλοι καλλιτέχνες της ανατολικής Κισάμου. Από μουσικές οικογένειες με βαθιές καταβολές στην παραδοσιακή μουσική της περιοχής, άλλωστε στα βιογραφικά τους που περιλαμβάνονται στο blog μας, φαίνεται ξεκάθαρα η αξία τους και η προσφορά τους.
Ο Μιχάλης Παπουτσάκης, ο κατά πολλούς, καλύτερος δεξιοτέχνης της γενιάς του στην ανατολική Κίσαμο και ο Γιάννης Κουριδάκης, ένας εξαίσιος παλιός λαγουτιέρης, συνεργάστηκαν για πολλά-πολλά χρόνια, προσφέροντας στους Κισαμίτες - και όχι μόνο - υψηλού επιπέδου διασκέδαση.
Έπαιξαν σχεδόν σε όλο τον νομό Χανίων, με ιδιαίτερη απήχηση στην Κίσαμο και το Σέλινο, κατά τις δεκαετίες του '20 και του '30. Βέβαια, συνεργάστηκαν και με άλλους μουσικούς όλα αυτά τα χρόνια, όπως ο Παπουτσής με τους Μαρουβάδες, ο Κουρής με τον Μαριάνο και τον Χαράλαμπο Παπουτσή, όμως, ήταν πολύ συχνές οι κοινές τους εμφανίσεις. Άλλωστε, στα πανηγύρια των Βουκολιών, του Ταυρωνίτη, του Γαβαλομουρίου και όλων των γειτονικών χωριών, η ζυγιά αυτή ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητη, ήταν θεσμός θα λέγαμε.
Δυστυχώς, δεν έχουμε να παρουσιάσουμε κάποια εκτενή και επίσημη δισκογραφία, δεν παρήγαγαν δισκογραφικό έργο σαν ζυγιά, πλήν κάποιων συμμετοχών του Γιάννη Κουριδάκη στα δισκογραφικά εγχειρήματα του Γιώργη Μαριάνου. Σίγουρα όμως, οι διηγήσεις των παλαιοτέρων που τους έζησαν και του άκουσαν, είναι το καλύτερο "μουσικό" παράδειγμα που μπορούμε να έχουμε σήμερα, αξιολογώντας αυτή την σπουδαιότατη μουσική ζυγιά της Κισάμου.



Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ,ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ: ΧΑΡΧΑΛΗΣ-ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ


Σταύρος Μαυροδημητράκης

Νικολής Χάρχαλης




Δεν νομίζουμε να χρειάζονται ειδικές συστάσεις για αυτούς τους δύο θρυλικούς μουσικούς, δύο καλλιτέχνες που για πολλά χρόνια κυριάρχησαν στο κρητικό μουσικό στερέωμα, είτε ώς ζυγιά, είτε ώς μονάδες.
Νικολής Χάρχαλης, ο βιολιστής - θρύλος! Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο λαγουτιέρης-πρώτυπο!
Στα δύσκολα χρόνια των πρώτων δεκαετιών του περασμένου αιώνα, άκμασε αυτή η ζυγιά. Από τα τέλη της δεκαετίας του '10, έως και τις αρχές του '30. Σχεδόν δεκατρία χρόνια γεμάτα γλέντια, γεμάτα επιτυχίες. Μουσική "κυριαρχία" και στις πέντε επαρχίες του νομού Χανίων. Αλλά δεν περιορίστηκαν μόνο εκεί. Πολλές αναφορές έχουμε σήμερα για παρουσία τους σε πολλές περιοχές του νομού Ρεθύμνης. Ακόμα και στο Ηράκλειο καλέστηκαν να παίξουν, όπως και στην Αθήνα.
Ζυγιά σωστή, δεμένη, συνεργασία άψογη, ο καθένας γνώριζε πολύ καλά τις δυνατότητες του άλλου, αμοιβαίος σεβασμός πάνω απ'όλα.  Έδωσαν τα φώτα σε νεώτερους, δημιούργησαν μιμητές, φανατικούς θαυμαστές, δέσποσαν και εντυπωσίασαν στην εποχή τους, ίσως όσο καμία άλλη ζυγιά εκείνα τα χρόνια της ακμής τους!
Κουραστικές πορείες, από το ένα γλέντι στο άλλο, συχνά από την μία επαρχία στην άλλη, θρυλικές σήμερα οι ιστορίες αυτών των γλεντιών, νοσταλγικές οι εξιστορήσεις όλων όσων τους έζησαν.
Ο Χάρχαλης, στο απόγειο της καριέρας του, έδειξε εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του τότε νεαρού, σχεδόν δεκαοκτάχρονου Μαυροδημητράκη. Ήσαν άλλωστε κοντοχωριανοί και μπορούσαν να ανταμώνουν εύκολα ώστε να κάνουν πρόβες και να "δένουν" αρμονικά τα όργανα τους. Δεν υπήρχε χωριό και πανηγύρι στην Κίσαμο, που να μην πρωταγωνίστησαν κατά την δεκαετία του '20. Όπως προείπαμε όμως, δεν περιορίστηκαν μόνο στην Κίσαμο. Η απήχηση ήταν μεγάλη παντού. Ολόκληρη περιοδεία στον Αποκόρωνα, στα Σφακιά, έπειτα σε χωριά του Ρεθύμνου και μετά, από τρείς μήνες σχεδόν, πίσω στην "βάση" τους. Ανταμείφθηκαν από τον κόσμο, εκτός των όποιων χρημάτων, με την αγάπη και την καλοσύνη. Όπως μας είχε πεί κάποτε ο αείμνηστος Ναύτης "Ήταν μεγάλη υπόθεση για έναν γαμπρό να έχει κλείσει για το γαμήλιο γλέντι τον Χάρχαλη με τον Μαυροδημήτρη......!"
Δισκογραφικά, άφησαν ένα όχι και τόσο μεγάλο σε ποσότητα, αλλά λαμπρό σε ποιότητα, δισκογραφικό έργο. Δύο δίσκους στην "δύση" της δεκαετίας του '20, και άλλους τρείς περίπου δίσκους στις αρχές της δεκαετίας του '30. Αυτό, όσον αφορά την επίσημη δισκογραφία τους, γιατί ανεπίσημα, είναι αρκετοί οι "συλλέκτες" ανέκδοτων ώς επί το πλείστον, ηχογραφήσεων τους.
Δεν είναι παράλογο να πούμε, ότι ο Μαυροδημητράκης, "εκτινάχθηκε" μέσω αυτής της συνεργασίας, στο κρητικό μουσικό στερέωμα και μετέπειτα, δούλεψε μαζί με όλα σχεδόν τα μεγαθήρια του βιολιού και της λύρας. Αλλά και ο Χάρχαλης, ακόμα και στα βαθιά του γεράματα, όπως εκμυστηρεύθηκε στον βιογράφο του και όχι μόνο, ωφελήθηκε πολύ από την συνεργασία του με τον Μαυροδημητράκη και τον ξεχώριζε πάντα, ανάμεσα στο πλήθος των λαγουτιέρηδων, με τους οποίους είχε παίξει.




Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΓΙΟΡΤΗ ΚΑΣΤΑΝΟΥ ΣΤΟ ΕΛΟΣ

Την Κυριακή 27 Οκτωβρίου στις 11:30 πμ στο Έλος των Εννιά Χωριών Κισάμου θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση με θέμα «Γιορτή Καστάνου 2013» Η Εκδήλωση θα περιλαμβάνει ομιλίες, Παρουσιάσεις και μουσικοχορευτικά συγκροτήματα ενώ θα προσφέρονται κάστανα ψητά, κάστανα μαγειρευτά, γλυκά με κάστανα, τσικουδιά και κρασί Την εκδήλωση διοργανώνει ο Δήμος Κισάμου σε συνεργασία με τους: Αναπτυξιακή Εταιρία Εννιά Χωριών, Δημοτικό Σχολείο Έλους και Σύλλογος Γυναικών Ιναχωρίου «Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ,ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ: ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΣ-ΧΑΡΤΖΟΥΛΗΣ



Εννιαχωριανό τοπίο.




Η περίφημη εννιαχωριανή ζυγιά. Ο Θοδωρής Σημαντηράκης, εξαίσιος βιολιστής από τα Σημαντηριανά Κισάμου και ο Δημήτρης Χαρτζουλάκης,σπουδαίος λαγουτιέρης από τον Κάμπο Κισάμου. Έγραψαν μαζί ιστορία στην ευρύτερη περιοχή των Εννιά Χωριών και όχι μόνο, από την δεκαετία του'50, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '70. Αχώριστοι συνεργάτες και φίλοι, ταιριαστό παίξιμο, παρόλο που σαν χαρακτήρες ήσαν διαφορετικοί. Ο ταπεινός και πράος Σημαντηράκης και ο δυναμικός και χιουμορίστας Χαρτζουλάκης. Κι όμως, τα όργανα τους έπαιρναν έναν κοινό δρόμο, μια ίσια γραμμή, στην οποία αυτή γραμμή γλέντησαν χιλιάδες κόσμου τις νοσταλγικές εκείνες εποχές. Κυριάρχησαν στην εννιαχωριανή περιφέρεια, περιζήτητοι στα πανηγύρια και στους γάμους. Στον Άγιο Μάμα στην Μελισσιά, στον Τίμιο Σταυρό στον Αερινό, του Σωτήρως στο Κεφάλι, στην Χρυσοσκαλίτισσα, στην Κουφή Καρά στο Έλος, στην Λίμνη και στο Βλάτος, αλλά και στα όμορα σελινιώτικα χωριά, Στροβλές, Αλιγούς, Βουτά, Κοντοκυνήγι, Μουστάκο και Σκλαβοπούλα. Στο Σηρικάρι του Άη Γιάννη, πέντε ημέρες γλεντούσαν, τους καλούσαν και στα σπίτια του χωριού. Κι έπειτα, με τα γαϊδουράκια, στο Σφηνάρι, άλλο γλέντι εκεί. Στην εποχή τους, ήταν σε ακμή όλα τα πανηγύρια της περιοχής. Καλέστηκαν όμως και στο Καστέλλι και στα γύρω χωριά αρκετές φορές. Στο πανηγύρι της Αγίας Ειρήνης στο Σάσαλο, αρχές του '50, εκεί κι ο Σημαντηράς με τον Χαρτζούλη. Στην διπλανή ταβέρνα τα μεγαθήρια της εποχής, ο Μαύρος με τον Κουτσουρέλη. Κι όμως, οι δύο πρωτοαναφερόμενοι καλλιτέχνες μάζεψαν πολύ κόσμο, ο οποίος είχε την περιέργεια να ακούσει τους δύο "πανωμερίτες". Ο Μαύρος τους έδωσε συγχαρητήρια. Είχε να το λέει ο μακαρίτης ο Σημαντηράκης, σε προσωπική του εξιστόρηση στον γράφων. Στον Τίμιο Σταυρό στον Αερινό, έπαιζαν σχεδόν αδιαλείπτως, τους καλούσαν μιας και η μητέρα του Σημαντηράκη ήταν Φελεσάκη, της μεγάλης αερινιώτικης οικογένειας.  Δυστυχώς δεν άφησαν μαζί κάποιο δισκογραφικό έργο, εν τούτοις ηχογράφησαν κάποιες ερασιτεχνικές πομπίνες της εποχής, ελάχιστες όμως.
Η παρουσία τους σφράγισε, μπορούμε να πούμε, την μουσική συνείδηση του κόσμου της περιοχής τους, άφησε αγαθή μνήμη, άφησε το αποτύπωμα στο μουσικό μωσαϊκό της Κισάμου.


Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ,ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ: ΜΑΡΙΑΝΟΣ-ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ



Τι να πρωτοπεί κανείς για αυτούς τους δύο μεγάλους καλλιτέχνες που λάμπρυναν και ομόρφυναν το κρητικό μουσικό πάλκο. Μια ζυγιά ταιριαστή, άξια, σημαντική και γνήσια, μα πάνω απ'όλα σεβαστή.
Ο τρανός πρωτομάστορας του βιολιού, ο Γιώργης Μαριάνος, κι ο άριστος λαγουτιέρης Παντελής Φαραντάκης. Και οι δύο από τον Δραπανιά Κισάμου. Ο Γιώργης Μαριάνος, ήδη φτασμένος και ξακουστός χειριστής του οργάνου, συνεργάστηκε στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια με τον Παντελή Φαραντάκη. Σαν άκουσε τότε τον νεαρό Παντελή, έμεινε άφωνος από την τεχνική και την αρμονία του λαγούτου του. Δεν καθυστέρησε να του προτείνει συνεργασία, άλλωστε όπως είχε πεί και ο ίδιος ο Παντελής, στην κυριολεξία τον "άρπαξε", προτού κάποιος άλλος βιολιστής τον ανακαλύψει. Για περίπου δεκαπέντε χρόνια αποτέλεσαν μια σημαντική ζυγιά, από τις πλέον περιζήτητες εκείνων των χρόνων. Και δεν ήταν μόνο τα στενά όρια της Κισάμου και του νομού Χανίων γενικότερα. Έπαιξαν πολλές φορές στην Αθήνα, στου Μπασιά το κέντρο, στου Λαδόπουλου και σε πολλά άλλα κρητικά στέκια. Ο κόσμος έκανε ουρά για να απολαύσει τους δύο περίφημους καλλιτέχνες. Πλήθος προτάσεων, ακόμα και οι ομογενείς της Αμερικής τους κάλεσαν να πάνε εκεί να παίξουν!
Ο Γιώργης Μαριάνος, με το αυστηρό και επιβλητικό μουσικό ύφος και ο Παντελής Φαραντάκης με το φρέσκο και ανάλαφρο παίξιμο, κατάφεραν να συνδυάσουν δύο τελείως μουσικές ακουστικές, βγάζοντας ένα μοναδικό αποτέλεσμα!
Οι σπάνιες και ελάχιστες ερασιτεχνικές τους ηχογραφήσεις, μας δίνουν ξεκάθαρα την εικόνα αυτής της σπουδαίας συνύπαρξης. Δυστυχώς, η συνεργασία τους κόπηκε απότομα στις αρχές της δεκαετίας του'60, καθώς κατά την ώρα του γλεντιού σε κέντρο της Αθήνας, ο μεγάλος Μαριάνος υπέστη έμφραγμα, με αποτέλεσμα να σταματήσει να παίζει πλέον επαγγελματικά.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ: ΦΟΒΟΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΑΡΟΥΒΑΣ





Άλλη μια τρανή ζυγιά προστίθεται στον μακρύ κατάλογο μας. Γιώργης Φοβάκης και Γιώργης Γεραιουδάκης(Μαρουβάς). Κατά γενική ομολογία, δύο πολύ ταιριαστοί καλλιτέχνες, αξιόλογοι δεξιοτέχνες, που άφησαν εποχή, τα πολλά χρόνια της συνεργασίας τους. Ο Φοβογιώργης, βιολιστής από το Βασιλόπουλο Κισάμου, κι ο Μαρουβάς, λαγουτιέρης από το Γαβαλομούρι Κισάμου, δέσποσαν στο μουσικό στερέωμα από τα μετακατοχικά χρόνια, έως και τα τέλη της δεκαετίας του '60. Δεμένοι τόσο σαν μουσικοί, όσο και σαν καλοί φίλοι. Κυριάρχησαν, μπορούμε να πούμε, στην ανατολική Κίσαμο, έδωσαν όμως και το παρόν και στην δυτική Κίσαμο και σε όλο τον νομό Χανίων. Περιζήτητοι στα γλέντια της εποχής. Γλέντια τα οποία περιλάμβαναν,εκτός της άψογης μουσικής τους, κι αρκετά....ανέκδοτα. Ναί, άλλωστε τόσο ο Φοβογιώργης, όσο και ο Μαρουβάς, διέθεταν άφθονο χιούμορ, κι έχουν μείνει "κλασσικές" πλέον οι φάρσες που κάθε τόσο σκάρωναν.
Επίσημη δισκογραφία δυστυχώς δεν έχουμε, κυκλοφόρησαν όμως αρκετές ερασιτεχνικές κασέτες της εποχής, οι οποίες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Στα πανηγύρια της εποχής, Γκιώνα, Τίμιο Σταυρό στ'Αλικιανού, Αγ.Τριάδα στα Καλουδιανά, Αγ.Ειρήνη στο Σάσαλο κλπ, απαραίτητοι αυτοί οι δύο καλλιτέχνες, να συναγωνιστούν τα υπόλοιπα "θηρία" της εποχής (Μαριάνος,Μαύρος,Ναύτης,Ζερβός,Παπουτσής κ.α.). Κι όμως, ο κόσμος τους αγαπούσε και έσπευδε να τους ακούσει. Πολλές φορές, καθυστέρησαν να φτάσουν στον τόπο του γλεντιού, γιατί τους σταματούσαν στα χωριά που περνούσαν και τους κέρναγαν και το κέφι δεν αργούσε να ανάψει. Πλούσιο ρεπερτόριο από κρητικά, καλαματιανά, μπάλους, αλλά και τα απαραίτητα λόγω μόδα...ευρωπαϊκά! Άφησαν έντονη την σφραγίδα τους και δικαίως, παρέμειναν ώς μία από τις πιο επιτυχημένες ζυγιές του προηγούμενου αιώνα.




ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ,ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΛΥΡΑΝΤΩΝΗΣ-ΛΕΦΑΚΗΣ







Πολύ παλιά αυτή η ζυγιά. Ξεκινά στα χρόνια του μεσοπολέμου και τερματίζεται με άδοξο τρόπο στον τελευταίο χρόνο της κατοχής. Ευθύμης Λυραντωνάκης και Γιάννης Λεφάκης. Από τις Καλάθενες Κισάμου και οι δύο, ένας εξαίσιος βιολιστής και ένας σπουδαίος λαγουτιέρης. Μαζί, από νέα παιδιά στα "βάσανα" των γλεντιών. Άφησαν όνομα, άφησαν μιμητές, ταιριαστό παίξιμο και μελωδίες της γνήσιας κισαμίτικης παράδοσης. Για αρκετά χρόνια θα δώσουν το παρόν στα γλέντια της εποχής και θα διασκεδάσουν όλους τους Κισαμίτες που έτρεχαν για να απολαύσουν τους δύο τρανούς καλλιτέχνες. Ο Ευθύμης Λυραντωνάκης, ένας πραγματικά άριστος βιολιστής, από τους καλύτερους της γενιάς του και ο Γιάννης Λεφάκης με το αριστοτεχνικό παίξιμο και το γλυκόλαλο τραγούδι του, δημιούργησαν ένα αχτύπητο δίδυμο, μια ζυγιά που κατά την κρίση των παλαιών, συναγωνιζόταν "στα ίσια" τις άλλες μεγάλες ζυγιές της εποχής.
Τα γλέντια ξεκινούσαν από τα καφενεία των Καλαθενών, για να επεκταθούν στα όμορα χωριά, ασταμάτητες πορείες εκείνα τα δύσκολα χρόνια, αλλά το μεράκι και η αγάπη των καλλιτεχνών για αυτό που πρόσφεραν, παραμέριζαν κάθε εμπόδιο. Δυστυχώς όμως, στην ακμή τους, στο αποκορύφωμα της δόξας, ήρθε ο τραγικός θάνατος του Ευθύμη Λυραντωνάκη το 1944, καθώς σκοτώθηκε από τα γερμανικά πυρά, μαζί με αρκετούς συγχωριανούς του. Ο Γιάννης Λεφάκης, εκείνη την αποφράδα ημέρα, ως εκ θαύματος γλύτωσε, ξεφεύγοντας από τον κλοιό των Γερμανών.

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ, ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΝΑΥΤΗΣ-ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΚΗΣ






Άλλη μία περίφημη ζυγιά που καταγράφεται και που λάμπρυνε με την παρουσία της, την κρητική μουσική και τα κισαμίτικα μουσικά δρώμενα.
Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης κι ο Δημήτρης Σημαντηράκης. Δύο μεγάλοι μουσικοί, δύο ξεχωριστές καλλιτεχνικές προσωπικότητες. Για αρκετά χρόνια συνυπήρξαν στο πάλκο, σκορπίζοντας χαρά και κέφι στον κόσμο. Την εποχή που γνωρίστηκαν, ο Ναύτης ήδη είχε ξεκινήσει την καριέρα του κι είχε αποκτήσει φήμη στον νομό Χανίων. Ο Δημήτρης Σημαντηράκης, που είχε πρωτοξεκινήσει με τον παλαιό βιολιστή Μανώλη Σιδεράκη, ασχολιόταν ερασιτεχνικά με την μουσική, μιας και σαν κύριο επάγγελμα, ασκούσε αυτό του υποδηματοποιού. Έγινε η γνωριμία με τον Ναύτη, μετά τα χρόνια της κατοχής, συγγένεψαν κιόλας, μιας και έγιναν "μπατζανήδες". Ο Ναύτης, βλέποντας και εκτιμώντας τα προσόντα του Σημαντηράκη και ίσως, διακρίνοντας σε βάθος το ταλέντο του, του πρότεινε να συνεργαστούν. Για δεκαπέντε σχεδόν χρόνια, αποτέλεσαν μια δυναμική και φημισμένη ζυγιά. Ο Σημαντηράκης, δίπλα στον Ναύτη, ξεδίπλωσε το ταλέντο του και έδωσε μια νέα πνοή στο παίξιμο του λαγούτου, με πρίμο,με ακόρντα, τα οποία ταίριαζαν απόλυτα με την μουσική έκφραση και δεξιοτεχνία του Ναύτη. Μαζί στα γλέντια, από την Κίσαμο έως τα Σφακιά, αλλά και εκτός Χανίων. Πολλά τα καλέσματα, πλήθος κόσμου να συρρέει για να ακούσει τους δύο περίφημους μουσικούς. Στα Σφακιά έπαιζαν επί έναν συνεχόμενο μήνα και στον δρόμο για τον γυρισμό, έμειναν άλλες 2 εβδομάδες σε χωριά του Αποκορώνου για να γλεντήσουν τον κόσμο που τους ζητούσε. Δισκογραφικά, αποτύπωσαν στους δίσκους της εποχής τις περίφημες συνθέσεις του Ναύτη, Βατολακιανός - Συρτός της Αυγής - Νέος Σελινιώτικος κλπ. Μαζί ξενιτεύτηκαν στην Αμερική, μιας και οι αδελφές γυναίκες τους είχαν αμερικάνικη υπηκοότητα, κι εκεί, στην ξενιτειά, γλέντησαν πλήθος ομογενών. Δυστυχώς, η βαριά ασθένεια του Σημαντηράκη ήταν ο λόγος που αυτή η περιζήτητη ζυγιά σταμάτησε την πορεία της. Ο ίδιος ο Σημαντηράκης, επέστρεψε στην γενέτειρα του, τα Γριμπιλιανά Κολυμβαρίου Κισάμου, όπου και απεβίωσε το 1966.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ, ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ. ΚΟΥΝΕΛΗΣ-ΚΑΡΤΣΩΝΗΣ



Δεν νομίζουμε να χρειάζονται πολλά λόγια για την περίφημη αυτή μουσική ζυγιά, στην οποία η κισαμίτικη μουσική στηρίχθηκε για αρκετές δεκαετίες και μέσω αυτής, γαλουχήθηκαν τουλάχιστον 3 γενιές.
Ο Μιχάλης Κουνέλης, ο αξέχαστος αυτός δάσκαλος του βιολιού, κι ο Μανώλης Καρτσώνης, ο περίφημος δεξιοτέχνης του λαγούτου, δέσποσαν στο κρητικό μουσικό στερέωμα για 5 τουλάχιστον δεκαετίες, δημιουργώντας ένα αχτύπητο και αξέχαστο δίδυμο, σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις που έδωσαν το παρόν με την μουσική και τα τραγούδια τους.
Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι είναι μία από τις μακροβιότερες και πιο αρμονικές ζυγιές που πέρασαν από τα κρητικά πάλκα κατά τον 20ο αιώνα.
Σχέση ζωής, σχέση μουσικής συνύπαρξης, αλλά και δεσμοί αίματος, μιας και ήταν συγγενείς, από μικρά παιδιά, μαθητές του δημοτικού σχολείου, "έδεσαν" σαν μουσικοί χαρακτήρες, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον, ο ένας προχωρούσε από εκεί που σταματούσε ο άλλος και το αποτέλεσμα, σίγουρα μοναδικό. Πρώτο τους γλέντι, στις Λουσακιές, δωδεκάχρονοι σχεδόν, ο Μιχάλης με το βιολί του πατέρα του, του Κουνελοκωστή, ο Μανώλης με ένα μπουζούκι που είχε αγοράσει από τον αείμνηστο Ναύτη. Το έβγαλαν το γλέντι, κέρδισαν τις εντυπώσεις και από εκεί και πέρα τα καλέσματα έπεφταν βροχή. Ξεκίνησαν να παίζουν σε όλα τα πανηγύρια τις περιφέρειας, από το Καστέλι, μέχρι τα Εννιά Χωριά και το Σέλινο, προκαλώντας τον θαυμασμό του κόσμου, αλλά και των ήδη φτασμένων συναδέλφων τους, που είδαν τους 2 νέους καλλιτέχνες να βαδίζουν στα βήματα των παλαιών γνήσιων δημιουργών. Μέρες ολόκληρες, εβδομάδες, από τον γάμο, στο πανηγύρι, κι έπειτα, να γλεντάνε τους μερακλήδες στα σπίτια που τους καλούσαν. Η φήμη τους απλώθηκε και έξω από τα στενά όρια της Κισάμου, στις υπόλοιπες περιοχές των Χανίων. Τα χρόνια που ο Μιχάλης Κουνέλης κατοικούσε στην Αθήνα κι έπαιζε στο κέντρο "Ομαλός", η ζυγιά αυτή δεν έπαψε να υπάρχει, αντιθέτως, τα καλοκαίρια που ο Μιχάλης κατέβαινε στην Κρήτη, συνέχιζε να εμφανίζεται με τον Μανώλη Καρτσώνη! Βέβαια, κάποιες φορές έπαιξαν και οι δύο με άλλους καλλιτέχνες ξεχωριστά, μιας και ήταν περιζήτητοι όχι μόνο σαν ζυγιά, αλλά και σαν μονάδες, καθότι η τεχνική τους ήταν σπουδαία.
Άφησαν ένα σπουδαίο δισκογραφικό έργο, κυρίως  σε κασέτες της εποχής, οι πιο πολλές γράφτηκαν στο δισκάδικο του Γ.Σταματάκη στο Καστέλι κι έγιναν ανάρπαστες. Ο ένας σεβόταν απόλυτα την παρουσία του άλλου, κι έτσι δεν είδαμε το φαινόμενο που συναντήσαμε σε πολλές άλλες περιπτώσεις στην κρητική μουσική, δηλαδή ο ένας να "καπελώνει" τον άλλον, με σκοπό να ακούγεται περισσότερο. Απίθανο ταίριασμα στα γλέντια, έβαζαν σε μέτρο τους σκοπούς των συρτών, αλλά και τους χορευτές, έδιναν πραγματικό ρεσιτάλ παιξίματος, δημιουργώντας πολλούς μιμητές. Δεν ήταν όμως μόνο τα γλέντια. Πολλές ήταν οι εμφανίσεις τους εντός και εκτός Κρήτης σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, μαζί εμφανίστηκαν και στην Φλωρεντία το 1997 στα πλαίσια του μουσικού φεστιβάλ, αποσπώντας διθυραμβικά σχόλια.
Σήμερα, μένει ο απόηχος της δόξας τους, μένει ο μύθος που έχτισαν γύρω από την πολυετή παρουσία και συνεργασία τους, μένει η εικόνα στο μυαλό όλων όσων τους γνώρισαν και βίωσαν την χαρά του γλεντιού που τόσο απλόχερα μας προσέφεραν και σίγουρα θα μείνουν για πάντα στις καρδιές μας. Ο Μιχάλης και ο Μανώλης....


Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ,ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ. ΜΑΥΡΟΣ - ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Βιολί:Νικ.Σαριδάκης(Μαύρος), λαγούτο: Γ.Κουτσουρέλης.





Η νέα ενότητα που εγκαινιάζουμε έχει τίτλο "Οι Μεγάλες Ζυγιές της Κισάμου". Και είναι πραγματικά μεγάλες. Τόσο σε αριθμό, όσο και σε λάμψη, σε ποιότητα. Καλλιτέχνες που σε δύσκολους και στερημένους καιρούς, έδωσαν στην κυριολεξία το "είναι" τους στην μεγάλη υπόθεση της μουσικής τοπικής κουλτούρας.

Αρχή κάνουμε με την ιστορική ζυγιά "Μαύρος - Κουτσουρέλης", χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι και οι υπόλοιπες ζυγιές υστερούν.
Ο Νικ.Σαριδάκης(Μαύρος) και ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ξεκίνησαν μαζί μια πορεία σχεδόν από τα πρώιμα κατοχικά χρόνια και σχεδόν για μια δεκαπενταετία, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50, άστραψαν και βρόντηξαν στο κρητικό μουσικό στερέωμα. Μετά από την συνεχόμενη αυτή πορεία τους, συναντήθηκαν ξανά κάποιες φορές την δεκαετία του '60. Ο καθένας, άρτιος δεξιοτέχνης στο όργανο που έπαιζε, αλλά το ταίριασμα μεταξύ τους ήταν πραγματικά ανεπανάληπτο. Ο ένας συμπλήρωνε το άλλον, μια αρμονία ήχων και μελωδιών. Περιζήτητοι και οι δύο σε όλο τον νομό Χανίων, από το Καστέλι μέχρι την Παλαιόχωρα, κι από τα Χανιά μέχρι τα Σφακιά. Έπαιξαν όμως και σε πολλές άλλες περιοχές της Κρήτης, μιας και όπως προείπαμε, το όνομα τους είχε πάρει διαστάσεις "θρύλου". Μαζί επίσης κυκλοφόρησαν αρκετούς δίσκους της εποχής γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία, κι αυτοί οι δίσκοι παίζονταν κι ακούγονταν σε όλη την Κρήτη. Ιστορικό γεγονός για το καφενεδάκι του χωριού που διέθετε γραμμόφωνο εκείνα τα χρόνια, κι απ'έξω, ουρά ο κόσμος για να ακούσει τις τελευταίες επιτυχίες της θρυλικής αυτής ζυγιάς.
"Χίτλερ να μην το καυχηθείς", "Κολυμπαριανός", "Μπαρμπούνι", "Φουρνιανός", "Χανιώτικος", "Πεντοζάλι", "Καλλεργιανός", "Παλιοκαστρινός" και πολλές άλλες επιτυχίες, αποτυπωμένες στα δισκάκια της εποχής εκείνης.
Υπήρχαν άραγε μυστικά στην τέχνη και στην αρμονία του παιξίματος τους, που τους κατέστησε "Νο1" στην εποχή τους; Σαφέστατα ναί. Άλλωστε, πολλοί ήταν οι επίδοξοι νέοι μουσικοί, αλλά και οι πιο φτασμένοι, που ξημεροβραδιάζονταν στα γλέντια τους, παρακολουθώντας τους δύο μεγάλους μουσικούς για να "αρπάξουν" έστω και ένα μυστικό της τέχνης τους. Στους γάμους, οι γαμπροί έστελναν "μπροστάντζες", προκαταβολές δηλαδή, για να εξασφαλίσουν την περίφημη αυτή ζυγιά. Καλέσματα στα πανηγύρια ακόμα και 2 και 3 μήνες πρίν. Ατελείωτες διαδρομές, από το ένα γλέντι στο άλλο, από τον Αποκόρωνα στο Ρέθυμνο και ξανά πίσω και επιστροφή στην "βάση" τους, μετά από 15 μέρες, πολλές φορές και μετά από έναν μήνα!
Παρέα μαζί τους, στο καλλιτεχνικό τους συνταίριασμα, οι μεγάλες φωνές της εποχής, ο Χρήστος Κορωνιωτάκης, ο Θεοχάρης Τζινευράκης, ο Λευτέρης Ντουρουντάκης, αλλά και ο αδερφός του Γιώργη, ο Στέλιος Κουτσουρέλης.
Σημαντική η συνεργασία των Μαύρου-Κουτσουρέλη με τον θρυλικό συνθέτη και τροβαδούρο της Γραμπούσας, τον Νικολή Τσέγκα. Πολλές φορές ο Τσέγκας, ανέβαινε στο πάλκο για να τραγουδήσει με τον παραπονιάρικο του τρόπο, τις μελωδίες της Γραμπούσας. Και τότε, έπαιρναν "φωτιά" τα όργανα των δύο καλλιτεχνών για να συνοδεύσουν τον θρυλικό βάρδο σε μια πανδαισία σκοπών και μαντινάδων.
Ο Μαύρος ήξερε πώς και πού θα χρησιμοποιήσει ο Κουτσουρέλης το "τάδε" γύρισμα, όπως το ίδιο και ο Κουτσουρέλης. Καμία παραφωνία δηλαδή στο παίξιμο τους. Παρόλο που και οι δύο αυτοσχεδίαζαν μανιωδώς, εν τούτοις, ήξερε ο καθένας τις πλήρεις δυνατότητες του άλλου. Ίσως για αυτό τον λόγο, να έβγαινε ένα τόσο σπουδαίο αποτέλεσμα.

Στα ατελείωτα τους γλέντια, σκόρπισαν την χαρά και το κέφι, προάγοντας σημαντικά την μουσική κουλτούρα της Κισάμου, σεβόμενοι πάντα τις "ρίζες" και με τις πολλές τους καινοτομίες, θεωρούνται σήμερα μία από τις σημαντικότερες και πληρέστερες ζυγιές που παρουσιάστηκαν στην Κρήτη τον περασμένο αιώνα.



Εκ μέρους του "Κίσαμος, Μουσική και Κουλτούρα".

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ "ΟΝΕΙΡΟ-ΚΡΗΤΕΣ"

ΟΝΕΙΡΟ-ΚΡΗΤΕΣ. (φωτο: Από την επίσημη σελίδα τους στο facebook).





Η παραδοσιακή συντροφιά "ΟΝΕΙΡΟ-ΚΡΗΤΕΣ" δραστηριοποιείται με επιτυχία τα τελευταία χρόνια στα πολιτιστικά δρώμενα του νομού μας, κι όχι μόνο. Με μεράκι και αξιοσύνη έχουν πετύχει να προκαλέσουν τον θαυμασμό μας.
Ο Δημήτρης Μαρινάκης και η Ευαγγελία Κουνελάκη που φέρουν την "ευθύνη" για την όλη προσπάθεια, με γνώμονα την γνήσια παραδοσιακή υφή, δίνουν εύστοχα την εικόνα που αντικρίζουμε όταν βρισκόμαστε παρόντες στις εκδηλώσεις τους.
Η έδρα της συντροφιάς είναι στον Κάμπο Κισάμου, αλλά διατηρούν και παράρτημα στην πόλη των Χανίων. Αποστολή τους είναι να βοηθήσουν τα μέλη τους να εντρυφήσουν την παραδοσιακή - μερακλήδικη ζωή, αλλά και να δώσουν μία άλλη διάσταση στα μουσικοχορευτικά δρώμενα, σεβόμενοι βέβαια τις γνήσιες μορφές του χορού, της μουσικής, της λαογραφίας, του τραγουδιού.
Συμμετέχουν, αλλά και διοργανώνουν διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις εντός και εκτός Κρήτης και με το ανήσυχο πνεύμα που διακατέχει την συντροφιά αυτή, φροντίζουν να γεμίζουν με "κρητικό πολιτισμό" τις ψυχές των ανθρώπων που έχουν πραγματικά την τύχη να παρίστανται στα δρώμενα αυτά.
Εμείς, από αυτή την διαδικτυακή γωνία, δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε καλή επιτυχία στην προσπάθεια τους, με την ευχή να ποιούν "έμμετρα " και "παλαιϊκά".

Για την σελίδα τους στο facebook πατήστε εδώ


Εκ μέρους της ομάδας του "ΚΙΣΑΜΟΣ - ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ".



Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ



Και αισίως λοιπόν αποχαιρετούμε σιγά σιγά τον Ιούλιο και μπαίνουμε στην "ναυαρχίδα" του καλοκαιριού και των διακοπών, τον Αύγουστο.
Όπως λοιπόν παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια, έτσι και φέτος, διοργανώνονται πλήθος εκδηλώσεων από τους διάφορους πολιτιστικούς φορείς και συλλόγους των χωριών του τόπου μας.
Πέρυσι είχαμε θίξει το θέμα περί ποιότητας αυτών των εκδηλώσεων, πράγμα όμως που θα το κάνουμε και φέτος, άλλωστε η επανάληψη δεν είναι πάντα άσχημη, κυρίως όταν έχει να κάνει με πολιτισμό και έθιμα.
Η μόδα λοιπόν των "γιορτών". Έτσι τις λέμε, έτσι έχουν καθιερωθεί. Γιορτές λογής λογής "παραδοσιακών" προϊόντων. Και κάθε σύλλογος που θέλει να κάνει μια εκδήλωση, ψάχνει να βρεί μια ονομασία, ίσως για να πρωτοτυπήσει, συνήθως ονομασία κάποιου παραδοσιακού προϊόντος, είτε αυτό είναι άσχετο με την περιοχή, είτε με την εποχή! Παρόλα αυτά, μπαίνει εύκολα η "ταμπέλα" της ονομασίας της εκδήλωσης. Αν διαφωνούμε; Κάθετα όχι, σε πολλά σημεία όμως ναί. Υπάρχουν σύλλογοι, πολύ πρίν την "λαίλαπα" των εκδηλώσεων του καλοκαιριού, που εδώ και πάρα πολλά χρόνια αφιερώνουν μια εκδήλωση στο τοπικό τους προϊόν. Εκεί λοιπόν όπως καταλαβαίνουμε, υπάρχει ένα σημείο γνησιότητας. Όμως, όταν αυτό γίνεται μόδα - με την οποία διαφωνούμε - και κατακλύζει όλες τις ημερολογιακές ημέρες του Αυγούστου (το 90% των εκδηλώσεων αυτών γίνονται τον Αύγουστο), τότε πρέπει να καταλάβουμε ότι υπάρχει σαφέστατη διαφορά της παραγωγής πολιτισμού, από τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Θα μας πείτε, εντάξει, κάπως δεν πρέπει να συντηρηθούν οικονομικά όλοι οι σύλλογοι; Σαφέστατα ναί. Όμως, ας βρούν και κάποιον άλλον τρόπο από το σύνηθες μοτίβο "Θα έρθουν οι ξενομπάτες και οι Αθηναίοι και θα τους την βαρέσουμε την πρόσκληση, λυρι-λύρι και τα κονομάμε". Δυστυχώς, αυτή είναι η στρατηγική πολλών (όχι όλων) των συλλόγων που όπως προείπαμε, βαπτίζουν ένα προϊόν ώς "προϊόν γιορτής", ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να πούν "παραδοσιακή κρητική βραδιά, παραδοσιακό αντάμωμα, εκδήλωση για την ενίσχυση του συλλόγου" και τέλος. Θα ήταν προτιμότερο, θα ήταν τιμιότερο, θα ήταν πιο αληθινό!!
Άλλωστε, όπως πολλοί έχουν παρατηρήσει εύστοχα, στις "γιορτές" κάποιου προϊόντος, πολύ λίγη αναφορά γίνεται στο "προϊόν" καθαυτό! Απλά τι γίνεται; Χορευτικά συγκροτήματα, όργανα, λυρι-λυρι και αυτό ήταν. Παράγεται πολιτισμός; Σίγουρα όχι. Παράγεται διασκέδαση; Ναι (τις περισσότερες φορές).
Άρα, θα ήταν προτιμότερο όπως είπαμε, αυτές οι εκδηλώσεις - και καλά κάνουν και τις κάνουν οι σύλλογοι - να έχουν καθαρά ψυχαγωγικό χαρακτήρα ώς μία απλή κρητική βραδιά και τίποτα περισσότερο.
Ευχόμαστε βέβαια καλή επιτυχία σε όλους τους συλλόγους ανεξαρτήτως, ελπίζουμε όμως να το σκεφτούν καλύτερα και να πράξουν διαφορετικά την επόμενη φορά που θα αποφασίσουν να κάνουν κάτι. Εξάλλου, οι εποχές που ζούμε, δεν είναι οικονομικά εύκολες, αλλά και ούτε πολιτιστικά γνήσιες.

Εκ μέρους του "ΚΙΣΑΜΟΣ,ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ".


Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ



Ηχογράφηση της δεκαετίας του'50 στο Κολυμπάρι Κισάμου. Παίζουν: Βιολί,Νικ.Σαριδάκης(Μαύρος), λαγούτο,Γ.Κουτσουρέλης, τραγούδι,Λ.Δουρουντάκης.
Ακούγονται οι σκοποί: 1ος Καραγκιουλές του Μ.Καραγκιουλέ, Βοριάς του Α.Μαριάνου, Κισαμίτικος αγνώστου.


Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

ΣΥΡΤΟΣ - ΛΟΥΣΑΚΙΕΣ


Συρτός από την Λουσακιανή συντροφιά. Στο βιολί, ο Στρατής Σκαράκης.



ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΥΜΗΣ




Ο Λευτέρης Κουμής ανήκει στην νέα γενιά βιολιστών, που τα τελευταία χρόνια ακμάζει στο μουσικό στερέωμα.
Κατάγεται από την μαρτυρική Μαλάθυρο Κισάμου και ασχολείται με την κρητική μουσική από μικρό παιδί.
Έχει στο ενεργητικό του εκατοντάδες εμφανίσεις, όχι μόνο στην Κίσαμο και τα Χανιά, αλλά γενικότερα και σε υπόλοιπα σημεία της Κρήτης και της χώρας μας γενικότερα..
Πολύ καλός τεχνίτης του βιολιού και επίσης, καλλίφωνος τραγουδιστής, συνεχίζει με μεράκι και αφοσίωση την μακραίωνη βιολιστική παράδοση της Κισάμου, γι'αυτόν άλλωστε τον λόγο, είναι αγαπητός στο μουσικό κοινό.
Τα τελευταία χρόνια, διατελεί δάσκαλος στο ωδείο Κισάμου και από τα χέρια του περνάνε πολλά μικρά παιδιά, στα οποία ο Λευτέρης διδάσκει τα μυστικά της τέχνης, πάντα με μεράκι και σεβασμό.
Σίγουρα, η παρουσία του στα μουσικά δρώμενα του τόπου μας, δείχνει ότι όχι μόνο δεν έχουμε παρελθόν, αντιθέτως, το παρόν αλλά και το μέλλον είναι ολοζώντανα!


Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Κ.ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ "ΝΑΥΤΗΣ", 10 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ...



Αυτές τις ημέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τότε που έφυγε από κοντά μας ο μέγιστος μουσικός, ο Κωστής Παπαδάκης "Ναύτης".
Η απουσία του, όλη αυτή την δεκαετία, είναι παραπάνω από εμφανής.
Ο καλλιτέχνης αυτός, ο πολυτάλαντος άνθρωπος, η σπουδαία αυτή προσωπικότητα, ήταν ένα πραγματικό στολίδι, όχι μόνο για την Κίσαμο και για τα Χανιά, αλλά για όλη την Κρήτη γενικότερα.
Το έργο του, πλούσιο σε ποσότητα, θαυμαστό σε ποιότητα, ξεχώριζε πάντα.
Οι συνθέσεις του, μοναδικές, όπως μοναδικός και ο τρόπος με τον οποίο χειριζόταν το βιολί, το λαγούτο, το μπουζούκι, την κιθάρα και όποιο άλλο όργανο έπεφτε στα χέρια του.
Πρέπει να πούμε ότι ο Ναύτη, ήταν ίσως ο μοναδικός μουσικός της γενιάς του, οι συνθέσεις του οποίου διέπονται από αυθεντικότητα και μοναδικότητα, καθώς δεν αντέγραψε κανέναν άλλο συνθέτη, ούτε και καρπίστηκε συνθέσεις άλλων, παρουσιάζοντας τις ώς δήθεν δικές του.....πράγμα που δυστυχώς συνέβαινε, αλλά και συνεχίζει να υφίσταται από διάφορους μουσικούς...."μεγάλους" και "μικρούς"...
Εκτός των άλλων, ο Ναύτης, ξεχώρισε για το έργο του ώς πρός την έρευνα και διαφύλαξη της γνήσιας μουσικής μας παράδοσης, όχι μόνο της χανιώτικης, αλλά γενικότερα. Το ενδιαφέρον, η αγάπη του, το πάθος που τον διέκρινε για τις γνήσιες καταβολές της κρητικής μουσικής, ήταν στοιχεία πολύ έντονα, όμως σε αυτό του το μουσικό οδοιπορικό ήταν ίσως μόνος....μιας και πολλοί άλλοι συνάδελφοι του από τις υπόλοιπες περιοχές της Κρήτης, προτίμησαν τον εύκολο και βατό δρόμο, της αναγνωρισιμότητας, της εμπορικότητας και του ακραίου εγωισμού κάποιες στιγμές.
Ο Ναύτης τα έβαλε με όλους και με όλα. Είπε με καθαρά και μεστά λόγια, αυτό που αισθάνονταν πολλοί, πλήν όμως δεν μιλούσαν. Σήκωσε πάνω του, μαζί με τον αείμνηστο Μιχάλη Κουνέλη, το βάρος της συνέχισης της κισαμίτικης και χανιώτικης γενικότερα, βιολιστικής παράδοσης. Όπως προείπαμε, το έργο του ήταν μεγάλο και οι παρακαταθήκες που μας αφήνει, σπουδαίες, αλλά και αυστηρές!

Για περισσότερα σχετικά με τον Ναύτη, δείτε Εδώ:

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

MAX SCHMELING: Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΕΝΟΣ ΗΡΩΑ!



Όπως καλά ξέρουμε, η γερμανική προπαγάνδα ήταν άριστη στο να κατασκευάζει τα πιο απίθανα πράγματα, από εντυπώσεις και γεγονότα που ουδέποτε συνέβησαν, μέχρι και ήρωες.
Ένας εξ αυτών, ο περίφημος παγκόσμιος πρωταθλητής πυγμαχίας, ο Μαξ Σμέλινγκ.
Είδωλο και αγαπητός στους Γερμανούς, χρησιμοποιήθηκε εντέχνως από την προπαγάνδα, κατά την Μάχη της Κρήτης και την συμμετοχή του στα επίλεκτα σώματα αλεξιπτωτιστών. Συνωστισμός φωτογράφων για να αποθανατίσουν ένα άλμα του πυγμάχου, άλλωστε σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες φωτογραφίες που εικονίζουν τον Σμέλινγκ επί τω έργω....
Βέβαια, εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι ο Σμέλινγκ ποτέ δεν ήταν μέλος του ναζιστικού κόμματος, αντιθέτως. Όμως το κόμμα τον χρησιμοποίησε με τέτοιο τρόπο, ώστε ο "παγκόσμιος πρωταθλητής που μάχεται για το ΄Γ Ράϊχ" να αποκτήσει μια θρυλική υπόσταση.
Και ερχόμαστε στην στιγμή που ο πρωτοπυγμάχος τραυματίζεται στην Μάχη της Κρήτης, αφού όπως ο ίδιος ανέφερε, αλλά και η γερμανική προπαγάνδα συνηγόρησε, τραυματίστηκε μετά από συμπλοκή με Άγγλους, κι αφού αιχμαλώτισε μόνος του μερικούς, τραυματίστηκε!

Τα γεγονότα, από πολλές μαρτυρίες, μερικές εξ'αυτών κι από Γερμανούς, έχουν ώς εξής:
Το τμήμα, στο οποίο άνηκε ο Σμέλινγκ, πέρασε από τα Μεσαύλια Κισσάμου, όπου και μετά από σφοδρή μάχη με Σελινιώτες και Κισαμίτες, εξουδετερώθηκε πλήρως!
Στην μία μοτοσυκλέτα όπου βρισκόταν ο Σμέλινγκ, μαζί με έναν οδηγό και άλλον ένα συνοδηγό, τρείς στο σύνολο, κι ενώ έφεραν μαζί τους τον ασύρματο, επιτέθηκαν μερικοί Κρητικοί, ένας εκ των οποίων, ο Μανώλης Πατεράκης από το Κουστογέρακο Σελίνου, όπου πυροβόλησε και σκότωσε τον οδηγό της! Αποτέλεσμα, η μοτοσυκλέτα να τουμπάρει και να πέσει σε ένα βαθύ χαντάκι εκτός δρόμου. Οι δύο Γερμανοί που βρίσκονταν στο "καλάθι" της, πετάχτηκαν και οι κούμαροι με τις αστιβίδες τους γλύτωσαν, καθώς κρύφτηκαν με μερικούς μόνο μώλωπες. Αν και τους έψαχναν μετά οι Κρήτες πολεμιστές, γιατί είχαν καταλάβει ότι δύο Γερμανοί είχαν διαφύγει, δεν τους βρήκαν, μιας και όπως είπαμε, από τον φόβο τους, αντί να κάτσουν και να πολεμήσουν, είχαν κρυφτεί πολύ καλά. Όταν οι Γερμανοί μετά μερικές μέρες προχώρησαν πρός το Σέλινο ,  ξαφνικά ο Σμέλινγκ με τον σύντροφό του, παρουσιάστηκαν στο πρώτο γερμανικό τμήμα που συνάντησαν και είπαν ότι πολέμησαν , αλλά απομονώθηκαν από τους υπόλοιπους Γερμανούς και χάθηκαν στην περιοχή.
Αυτό το γεγονός, το εκμεταλλεύτηκε η γερμανική προπαγάνδα, όπου έστειλε τον Σμέλινγκ στην Αθήνα σε νοσοκομείο, κι από εκεί παρέλασαν πολλοί φωτογράφοι και δημοσιογράφοι για να αποθανατίσουν τον "ήρωα" Σμέλινγκ που τραυματίστηκε (!!!) στο πεδίο της μάχης......! Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Σμέλινγκ, επιστρέφοντας στην Γερμανία με τιμές....ήρωα, απέκτησε μεγάλη οικονομική άνεση, καθώς κάθε τόσο ήταν καλεσμένος σε...τιμητικές εκδηλώσεις.
Για το "κατόρθωμα" όμως του Σμέλινγκ, υπήρξαν φωνές μετά τον πόλεμο που φρόντισαν να εξιστορήσουν τα πραγματικά γεγονότα. Ένα εξ αυτών, ο αξιωματικός Ράμκεν, διοικητής του λόχου στον οποίο άνηκε ο πρωτοπυγμάχος. Στο βιβλίο του λοιπόν "Ο Δαίδαλος Ξανάρχεται", σχετικά με την Μάχη της Κρήτης, ανέφερε ο Ράμκεν ότι ο Σμέλινγκ, κατά την διάρκεια του ταξιδιού πρός την Κρήτη,   υποκρινόταν τον άρρωστο, καθώς φοβόταν να πέσει με το αλεξίπτωτο στο φλεγόμενο πεδίο του Ταυρωνίτη! Ο Ράμκεν τον εγκάλεσε και τον διέταξε να πέσει, καθώς θα έδινε κακό παράδειγμα για τους συναδέλφους του. Μετά την πτώση, ο Σμέλινγκ βρισκόταν απομονωμένος σε ένα χαντάκι, καθώς φοβόταν να τρέξει πρός τον κύλινδρο με τον οπλισμό και να οπλιστεί για να επιτεθεί! Ο Ράμκεν στον επίλογο του, σχετικά με την αναφορά στον Σμέλινγκ, μίλησε για έναν κατασκευασμένο ήρωα, δειλό στην πραγματικότητα και "άρρωστο" με την δημοσιότητα.





Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΟΙ "ΣΥΜΜΑΧΟΙ" ΤΗΣ....


Αυτό είναι το πρώτο μέρος, από τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν ώς αφιέρωμα για την Μάχη της Κρήτης, τον Μάϊο του 1941.

Το θέμα λοιπόν του 1ου μέρους αναφέρεται στην συνολική στάση των Συμμάχων πρίν, κατά την διάρκεια, αλλά και μετά την Μάχη της Κρήτης. Μιας μάχης που ακόμα και σήμερα συνεχίζει να εμπνέει το σύνολο του πληθυσμού του νησιού μας.


Η διαστρέβλωση πολλών γεγονότων είναι ένα "άθλημα" που καλά κρατεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Σε αυτό το "άθλημα" επιδίδονται όχι μόνο οι "ντόπιοι" ιστορικοί, αλλά και πολλοί ξένοι, Άγγλοι ώς επί το πλείστον.

Έχουν γραφτεί πολλά κατά καιρούς και πραγματικά, αρχίζουμε να αμφιβάλουμε αν τελικά αυτά που μας διηγήθηκαν οι παππούδες μας που ήσαν παρόντες, συνέβησαν σε άλλο....πλανήτη. Δεν εξηγείται αλλιώς η όλη παραπληροφόρηση. Σε όλα αυτά τα χρόνια, κατασκευάστηκαν "ήρωες", "πολέμαρχοι", "στρατηγοί" και βέβαια.....οι σύμμαχοι. Αυτοί που "πολέμησαν σαν θηρία" τον γερμανικό επεκτατισμό. 
Οι Σύμμαχοι, όπως προκύπτει από μια πιο ψύχραιμη ματιά με σαφέστατο σεβασμό στις εξιστορήσεις όσων ΕΖΗΣΑΝ τα γεγονότα και όχι όσων τα ΑΚΟΥΣΑΝ, ή, τα ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΑΝ, έπαιξαν έναν πολύ περίεργο ρόλο, όπως άλλωστε και στα περισσότερα ιστορικά γεγονότα αυτού του τόπου.
Τα λάθη, τα οποία οι Βρετανοί έκαναν, ήταν τόσο σημαντικά, ώστε από αυτά να επέλθει η κατάληψη του νησιού, έστω και με πύρρειο νίκη των Γερμανών. 
Η Μάχη της Κρήτης είχε και έχει ένα μόνο νόημα: Τι σημαίνει ΑΔΟΥΛΩΤΟΣ ΛΑΟΣ !
Τα υπόλοιπα, ας απασχολήσουν τους ιστορικούς, τους στρατιωτικούς, τους ερευνητές και κοινώς, τους κατασκευαστές μύθων.
Οι Κρήτες είχαν δύο αντιπάλους εκείνη την εποχή: Από την μία, ο υπερσύγχρονος γερμανικός στρατός, κι από την άλλη, οι άσπονδοι φίλοι, δηλαδή, οι σύμμαχοι.
Οι Βρετανοί, πρίν από την μάχη, έδειξαν πρωτοφανή αδιαφορία, όσον αφορά την αποτελεσματική οχύρωση του νησιού. Μηδαμινά οχυρωματικά έργα, μηδενική αντιεροπορική κάλυψη, διασπορά δυνάμεων στα πιο άσχετα σημεία, παντελής απουσία του περίφημου "Βασιλικού Ναυτικού", σνομπάρισμα στις δυνάμεις πολιτοφυλακής και τον εξοπλισμό αυτών, ανυπαρξία αεροπορικής βοήθειας. Ενώ η δραστήρια Ιντέλιτζενς Σερβις είχε πολλές πληροφορίες για την επικείμενη γερμανική επίθεση, εντούτοις αυτές οι πληροφορίες δεν χρησιμοποιήθηκαν. Στις παραμονές της μάχης και σε διάστημα έξι μηνών έγιναν συνολικά επτά αντικαταστάσεις στρατιωτικών διοικητών !! Είναι λοιπόν λογικό ότι οι Βρετανοί δεν έπαιρναν στα σοβαρά το ενδεχόμενο μιας μάχης μεγάλης κλίμακας. Ενώ υπήρχε στην Σούδα το πλοίο "Θαμώνη", φορτωμένο με όπλα και πυρομαχικά και πολλοί Κρήτες αξιωματικοί παρακαλούσαν τους Βρετανούς, τον Τσουδερό και τον Βασιλιά να τους παραχωρήσουν τον οπλισμό, αυτοί πεισματικά αρνούνταν. Δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες όπου οι επικεφαλείς των πολιτοφυλακών ζητούσαν απεγνωσμένα όπλα για να οπλίσουν τους πολίτες, αλλά έβρισκαν σθεναρή αντίσταση από τους Άγγλους κυρίως αξιωματικούς. Είναι απλή η εξήγηση, οι Βρετανοί θέλανε την Κρήτη ώς προτεκτοράτο τους και σύμφωνα με κάποια από τα αρχεία του Φορέϊν Όφις, υπήρχε η άποψη "καλύτερα η Κρήτη σε γερμανικά χέρια και επί βρεταννική κατασκοπευτική επίβλεψη, παρά στα χέρια των ντόπιων ανταρτών και πολεμιστών". 
Περίεργη επίσης η στάση των Βρετανών, που παρά τις παρακλήσεις Κρητών και Ελλήνων γενικότερα αξιωματικών να καταστραφεί το αεροδρόμιο του Μάλεμε, σε περίπτωση που οι Γερμανοί θα επιχειρήσουν να προσγειώσουν αεροπορικές δυνάμεις, αρνούνταν και μάλιστα σε σημείο όπου βάσει μαρτυριών, υπήρξαν και θερμά επεισόδια. Σίγουρα, αν είχε καταστραφεί από πρίν το σπουδαίο αυτό στρατηγικό αεροδρόμιο, τα πράγματα θα ήταν σκούρα για τους Γερμανούς, αφού δεν θα είχαν άλλο μέρος για να προσγειώνουν τις δυνάμεις τους. Επίσης, οι Βρετανοί, ενώ γνώριζαν ότι θα γίνει αεροπορική επίθεση, δεν διέθεσαν ούτε ένα καταδιωκτικό αεροπλάνο ούτως ώστε να αναχαιτίσει τα γερμανικά βομβαρδιστικά και μεταγωγικά αεροπλάνα. 
Ένα ακόμα σημαντικό λάθος, οι Βρετανοί πράκτορες, ενώ έλεγαν ότι βοηθούν τις ομάδες πολιτοφυλακής και τα "κομμάτια" του ταλαίπωρου ελληνικού στρατού και τους εξοπλίζουν για να αντισταθούν στην γερμανική επίθεση, μέσω ασυρμάτων έκαναν ένα μοιραίο λάθος (άν είναι λάθος), έδιναν με στίγματα τα σημεία συγκέντρωσης αυτών των δυνάμεων, με αποτέλεσμα η γερμανική κατασκοπεία να υποκλέπτει αυτά τα μηνύματα και κατόπιν, τα στούκας εφορμούσαν στα σημεία όπου βρίσκονταν οι ελληνικές δυνάμεις!
Ο βρετανικός στρατός, πολύ καλά εξοπλισμένος, την ημέρα της επίθεσης, βρισκόταν στα πιο άσχετα σημεία που μπορεί κανείς να φανταστεί και όχι στα σημεία που έπεφταν κατά εκατοντάδες οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές, με αποτέλεσμα, μέχρι να κινηθούν εκεί οι Βρετανοί, οι Γερμανοί ήδη σχημάτιζαν προγεφυρώματα! Στις πιο δύσκολες περιπτώσεις, οι Βρετανοί, μην προτιμώντας να πολεμήσουν και να θυσιαστούν, έστελναν σε εκκαθαριστικές επιθέσεις τους Νεοζηλανδούς, τους Αυστραλούς και τους Μάορι, οι οποίοι, κι αυτό είναι από όλους μας αναγνωρισμένο, πολέμησαν πραγματικά με ζήλο και ψυχή!! 
Τα δε τοπομαχικά πυροβόλα και τα ελάχιστα αντιεροπορικά, βρίσκονταν σε ακατάλληλες θέσεις, πολλά από αυτά πάθαιναν "αφλογιστία" αφού δεν υπήρχαν σαφείς διαταγές και μερικά άλλα που έριχναν κατά την μεριά του αεροδρομίου, πιο πολύ βοήθεια προσέφεραν στους Γερμανούς, διότι από τους καπνούς των βομβών, οι Γερμανοί συναθροίζονταν άνετα, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τους Συμμάχους που βρίσκονταν τριγύρω από τον Ταυρωνίτη, το Μάλεμε και τον περίφημο λόφο 107. 
Ένα άλλο σημαντικό λάθος των Βρετανών κυρίως ήταν ότι ενώ την πρώτη ημέρα της μάχης, οι Γερμανοί είχαν σημαντικές απώλειες και είχαν σε πολλά σημεία του αεροδρομίου αποδιοργανωθεί, αντί να διατάξουν γενική επίθεση κι έτσι να χτυπήσουν αποτελεσματικά τους Γερμανούς, δεν έκαναν τίποτα! Έτσι, αυτό είχε ώς αποτέλεσμα, οι Γερμανοί να κερδίσουν έδαφος και την επόμενη ημέρα να εξαπολύσουν γενική επίθεση!
Ο Νεοζηλανδός στρατηγός Φράϋμπεργκ, ενώ κατανοούσε την κατάσταση, είχε διαταγές από τον Τσώρτσιλ να τηρήσει παθητική και αμυντική στάση. Τουλάχιστον, αυτό αποκάλυψε ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, αλλά και πολλοί άλλοι αξιωματικοί δήλωσαν ότι ενώ θέλανε να χτυπήσουν τους Γερμανούς, η στάση της Αγγλίας ήταν παθητική. 
Οι ομάδες πολιτοφυλακής ήταν εξοπλισμένες τραγικά, οι περισσότεροι με κυνηγετικά όπλα και μονόκανα των βαλκανικών πολέμων, ενώ θα μπορούσαν εξοπλιστούν με πιο καλά όπλα, αλλά οι Άγγλοι ήταν αντίθετοι σε αυτό. Υποβάθμισαν την σημασία της πολιτοφυλακής, ενώ γνώριζαν πολύ καλά ότι αρκετοί από τους Κρήτες πολιτοφύλακες ήσαν έμπειροι πολεμιστές του Ά παγκοσμίου πολέμου και της Μικράς Ασίας. Ο Αυστραλός λοχαγός, Bill Edwan, στα απομνημονεύματα του, μεταξύ άλλων γράφει: "Ήταν αδιανόητο για εμένα να μην δίνεται η δυνατότητα στους Κρητικούς να οπλιστούν, στην προκειμένη δεν επρόκειτο για άπειρους νεαρούς, αλλά για εμπειροπόλεμους από τις επαναστάσεις μαχητές, οι οποίοι κατείχαν παλιά κυνηγετικά δίκανα και μερικά σκουριασμένα τουφέκια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου  με ελάχιστα φυσίγγια. Στις περισσότερες περιπτώσεις που αντιμετώπισαν γερμανικές δυνάμεις, τα αποτελέσματα ήταν καταπληκτικά!.....
Μια άλλη απίθανη περίπτωση αδράνειας των Βρετανών ήταν ότι στην Πελεκαπίνα που βρισκόταν ο Βασιλιάς με τον......Μανιαδάκη του, υπήρχε ένας λόχος Ελλήνων στρατιωτών και δύο ουλαμοί Βρετανών, οι οποίοι είχαν ώς ύψιστο καθήκον να.....φυλάνε τον Βασιλιά, ενώ μερικά χιλιόμετρα παραπέρα η μάχη ήταν στο ζενίθ. Υπήρξε η παράκληση από τον Φράϋμπεργκ για την  παραχώρηση του ελληνικού λόχου και του ενός βρετανικού ουλαμού, αλλά υπήρξε άρνηση από πλευράς των Βρετανών αξιωματικών και κυρίως, του Μανιαδάκη!
Έξω από τον Ταυρωνίτη και πρός την περιοχή των Καμισιανών, έπεσε προφανώς κατά λάθος ένας λόχος Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Στο σημείο εκείνο βρισκόταν ένας λόχος Βρετανών πεζοναυτών και λίγο παραπέρα, στην Γωνιά, οι Ευέλπιδες. Κανείς από αυτούς δεν κινήθηκε να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς, αντιθέτως, δύο ομάδες πολιτοφυλακής και μια μεγάλη ομάδα χωροφυλάκων, ήταν αυτοί που κράτησαν τους Γερμανούς σε εκείνο το σημείο, προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες.
Η στάση των Ελλήνων Ευέλπιδων πρέπει κάποτε να εξεταστεί με πιο ψύχραιμο και αντικειμενικό μάτι, καθώς, ενώ το επίσημο ΓΕΣ σήμερα και αρκετοί φορείς τους απονέμουν τιμές για την συμμετοχή τους στην μάχη, δεν είναι καθόλου λίγες οι μαρτυρίες που λένε ότι οι Ευέλπιδες όχι μόνο δεν πολέμησαν, αλλά ούτε διέθεσαν μέρος του οπλισμού τους στην πολιτοφυλακή. Αντιθέτως, μετά τις βόμβες που έπεσαν στις θέσεις που κατείχαν στην Γωνιά, σκοτώνοντας μερικούς (λέγεται ότι οι βόμβες έπεσαν από τα τοπομαχικά των Βρετανών κατά λάθος), οι Ευέλπιδες  εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και έφυγαν πρός τα Δελιανά Κισάμου. Υπάρχουν μαρτυρίες τόσο κάποιων χωροφυλάκων που τους είδαν να φεύγουν χωρίς να πολεμήσουν, όσο και κατοίκων των Δελιανών και των γύρω χωριών που έτρεξαν να τους παρακαλέσουν να τους δώσουν όπλα, αλλά αυτοί αρνήθηκαν μιας και η διαταγή που είχαν λάβει από τον Μανιαδάκη ήταν "καμία συνεργασία με τους πολίτες". 
Στα επίσημα έγγραφα των Γερμανών για την επιχείρηση "ΕΡΜΗΣ", πουθενά δεν καταγράφεται επίσημη συμπλοκή Γερμανών με Ευέλπιδες, αλλά ούτε και σε μαρτυρίες Αυστραλών και Νεοζηλανδών βετεράνων και αρκετών Κρητών πολιτοφυλάκων.
Η δύναμη της Χωροφυλακής, ήταν πραγματικά αξιόμαχη και χρησιμοποιήθηκε στο Καστέλι Κισάμου και σε μερικά σημεία του κάμπου των Χανίων, όμως στα κυριότερα σημεία της περιοχής του Μάλεμε, οι Βρετανοί κυρίως αξιωματικοί, τους έβαζαν στα μετόπισθεν. Έτσι, πολλοί χωροφύλακες έδρασαν ηρωικά, αλλά με ατομική κυρίως πρωτοβουλία. 
Η συνεννόηση του Φράϋμπεργκ με τον Άγγλο ναύαρχο του στόλου της Μεσογείου, Κάνινγχαμ, ήταν τραγική, διότι ο Άγγλος Ναύαρχος είτε δεν μπορούσε, είτε είχε διαταγές να μην καταλαβαίνει την κατάσταση που επικρατούσε και για αυτό τον λόγο, δεν έστειλε, όπως του πρότεινε ο Φράϋμπεργκ, δυνάμεις στρατού να αποβιβαστούν ώς ενίσχυση στην Παλαιόχωρα και να ενωθούν με το κυρίως μέτωπο και να εξοντώσουν τους Γερμανούς.  

Πολλοί δε ιστορικοί και μάλιστα Βρετανοί σήμερα ομολογούν ότι υπήρχε και κάτι άλλο που στη πράξη επιβεβαιώθηκε, ότι στη περίοδο του πολέμου η Βρετανική κυβέρνηση προκειμένου να μη χάσει τα προνόμια της στη Κύπρο, παρέδωσε το άλλο αεροπλανοφόρο όπως ονομάζεται σήμερα τη Κρήτη στους Γερμανούς ούτως ώστε να μπορούν να ανεφοδιάζουν τις νηοπομπές τους χωρίς πρόβλημα σε περίπτωση νίκης του πολέμου απ’ τους τελευταίους .Όπως καταλαβαίνουμε, τίποτα σχεδόν δεν ήταν τυχαίο από μεριάς των Βρετανών.

Σε αυτή την μάχη, ξεχώρισε η αδούλωτη ψυχή των Κρητών μαχητών, σίγουρα η άξια μνείας προσφορά των Αυστραλών, Νεοζηλανδών, Ελλήνων στρατιωτών και χωροφυλάκων, όμως αυτό που μένει και αφήνει μια πικρή γεύση, είναι ότι για ακόμα μια φορά στην ιστορία, αυτοί που πάντα μας "βοηθούν", είναι αυτοί που πάντα μας "εγκαταλείπουν".


Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΕΚΟΙΜΗΘΗ Ο ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ.....




Ο ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ ΚΑΙ ΣΕΛΙΝΟΥ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΝ ΖΩΗ "ΑΓΙΟΣ"...

Ο Σεβασμιώτατος Ειρηναίος Γαλανάκης γεννήθηκε στο Νεροχώρι Αποκορώνου Κρήτης στις 10 Νοεμβρίου 1911. Σπούδασε στο Ιεροδιδασκαλείο Κρήτης και στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1937. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Θεολογίας και Κοινωνιολογίας στη Γαλλία, στα Πανεπιστήμια της Λιλ και του Παρισιού. Εργάστηκε ως καθηγητής Θεολογίας σε σχολεία του Νομού Χανίων την περίοδο 1938-1945. Το 1946 χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν Πρεσβύτερος και του δόθηκε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Χρημάτισε Υποδιευθυντής της Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης. Το Δεκέμβριο του 1957 η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης τον εξέλεξε Επίσκοπο Κισάμου και Σελίνου και χειροτονήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1957. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1962, με την ανύψωση των Επισκοπών της Κρήτης σε Μητροπόλεις προήχθη σε Μητροπολίτη. Στις 16 Δεκεμβρίου 1971 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτης της Ιεράς Μητρόπολης Γερμανίας. Επί Αρχιερατείας του αναγνωρίστηκε η Ορθόδοξη Μητρόπολη Γερμανίας ως τρίτη επίσημη εκκλησία στη χώρα, οικοδομήθηκε ο Μητροπολιτικός Ναός της Αγίας Τριάδας και το Μητροπολιτικό μέγαρο στη Βόννη, αλλά και πολλοί άλλοι ναοί σε άλλα μεγάλα κέντρα της Γερμανίας. Παραιτήθηκε το 1980. Στις 26 Ιανουαρίου 1981 ο Μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης επανήλθε εκ νέου στη Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου. Στις 24 Αυγούστου του 2005 υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους υγείας στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας της Κρήτης η οποία και έγινε αποδεκτή.

Από το φιλικό ιστολόγιο http://sadentrepese.blogspot.gr/

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

ΤΟ ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗΝ ΚΙΣΑΜΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ.....






Στον νομό Χανίων ώς γνωστόν γεννήθηκαν τα περήφανα αυτά τραγούδια που συντρόφευσαν κάθε λογής γεγονότα, χαρές και λύπες, γιορτές και γάμους, καθημερινές ασχολίες, πολέμους και δεινά. Σε κάθε περίσταση, πάντα βρίσκει τρόπο να ταιριάξει κι ένα τραγούδι. Στα ορεινά χωριά του νομού μας και στις πέντε επαρχίες, το ριζίτικο τραγούδι βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί, να διατηρηθεί, να γαλουχήσει τις γενιές. Ο όρος "ριζίτικο" είναι αρκετά αδόκιμος, μιας και δόθηκε στην πορεία από τους εκάστοτε μελετητές, μόνο και μόνο για να ταυτοποιήσει το είδος αυτό. Όλοι οι παλαιοί έλεγαν "τραγούδι" και όχι "ριζίτικο". Αυτό παρουσιάστηκε και συνηθίστηκε να χρησιμοποιείται σαν όρος από την πρώτη περίπου δεκαετία του 20ου αιώνα.
Τα τραγούδια λοιπόν. Τα τραγούδια των Χανίων, τα τραγούδια της λεβεντιάς, τα τραγούδια της Κρήτης.
Στην Κίσαμο, το ριζίτικο δεν γνωρίζουμε περίπου πότε διαδόθηκε, σίγουρα πολύ παλιά, όμως ρίζωσε για τα καλά και έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της παρέας, της χαροκοπιάς, της καθημερινής ζωής.
Όλοι οι παλαιοί Κισαμίτες τραγουδούσαν έναν αρκετά μεγάλο αριθμό τραγουδιών, όλων των ενοτήτων και όλων των σκοπών. Και όσο κανείς προχωρούσε πρός τα ορεινά χωριά της Κισάμου, συναντούσε και μεγαλύτερη ποικιλία αυτών των τραγουδιών. Αν ρωτήσουμε σήμερα κάποιον ηλικιωμένο, θα μας πεί "οι Ρουματσίτες και οι Πανωμερίτες(σ.σ.Εννιαχωριανοί) ήταν οι καλύτεροι τραγουδιστάδες". Βέβαια, παντού συναντούσες τα παλιά χρόνια καλούς τραγουδιστές, στις παραπάνω όμως περιοχές ήταν αυτοί που ξεχώριζαν. Το ριζίτικο, δεν ήταν προνόμιο των καλλίφωνων, όπως τείνει σήμερα να συνδυαστεί. Ήταν προνόμιο των γνήσιων και ανόθευτων ανθρώπων, ανεξαρτήτου....καλλιφωνίας. Το δωρικό στοιχείο που διέπει αυτό το είδος τραγουδιού, συναντιόταν στην πλειονότητα του κόσμου, που εκείνα τα χρόνια διατηρούσε ανόθευτα τα χαρακτηριστικά του Κρητικού.
Βέβαια, κάποιοι ξεχώριζαν για την καλή και δυνατή τους φωνή, κάποιοι όμως ξεχώριζαν για τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίον τα ερμήνευαν.
Σε κάποια "τυπική" παρέα των παλιών χρόνων, λεγόταν ένα τραγούδι, συμπληρωνόταν από μαντινάδες, αρκετές σε αριθμό, στην συνέχεια ακολουθούσε πάλι τραγούδι, πάλι μαντινάδες και έτσι, κυλούσε όμορφα η διασκέδαση των ανθρώπων.
Στην Κίσαμο, από μία περίοδο κι έπειτα, εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες επαρχίες του νομού μας, σημαντικό ρόλο έπαιζε ώς κύριο χαρακτηριστικό μιας χαροκοπιάς, η μουσική. Στην περιοχή αυτή ανθούσε σε ποσότητα και ποιότητα η μουσικοχορευτική παράδοση κι έτσι, το ριζίτικο δεν μονοπωλούσε το γλέντι. Αυτό ήταν και το κυριότερο στοιχείο που έκανε την Κίσαμο να διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες περιοχές, δηλαδή, το βάρος δινόταν - όταν υπήρχαν όργανα - στην μουσική. Για παράδειγμα, σε ένα γλέντι, παιζόταν π.χ. μουσική για 3-4 ώρες, μετά γινόταν μια παύση για 1 ώρα όπου και λέγονταν τα ριζίτικα, έπειτα πάλι μουσική κ.ο.κ.
Πολλοί παλαιοί καλλιτέχνες, έχουν δώσει μαρτυρίες για τον τρόπο με τον οποίο γινόταν ένα γλέντι στην Κίσαμο, στο Σέλινο, στα Σφακιά. Στην Κίσαμο, όπως προείπαμε, όταν υπήρχαν όργανα, είχαν και τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ στα Σφακιά για παράδειγμα, ή, στα Κεραμιά, το ριζίτικο είχε τον πρώτο λόγο κι έπειτα τα όργανα.
Σε περίπτωση που δεν υπήρχαν όργανα, τότε ο κόσμος διασκέδαζε μόνο με ριζίτικα και μαντινάδες.
Ο Γάλλος καθηγητής μουσικής Marc Pincherle που βρέθηκε στα Χανιά περίπου κατά τα χρόνια του μεσοπολέμου, κατέγραψε στις σημειώσεις του ένα γεγονός που του προκάλεσε εντύπωση, στο χωριό "Voukolis" (σ.σ.Βουκολιές) σε ένα τοπικό πανηγύρι, δηλαδή, ο κόσμος διασκέδαζε και γλεντούσε τραγουδώντας και χωρίς την συνοδεία μουσικής και χορών.

Από μαρτυρίες που έχουμε συλλέξει, από παλαιούς Κισαμίτες, στα πλαίσια κάποιας γιορτής, ή άλλης κοινωνικής εκδήλωσης, τραγουδούσαν τα ριζίτικα με τις μαντινάδες τους, την στιγμή όμως που τραγουδούσε κάποιος, οι υπόλοιποι τον άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια, μάλιστα θεωρείτο ασέβεια, ακόμα και να καπνίσει κάποιος εκείνη την στιγμή!! Επίσης, κανείς δεν προσπαθούσε να "καπελώσει" τον άλλον, λέγοντας ένα κάπως πιό εντυπωσιακό και δύσκολο τραγούδι. Και όταν κάποιος μονοπωλούσε την συντροφιά, μην αφήνοντας κανέναν άλλον να τραγουδήσει, τότε τον επέπλητταν. Γίνεται και σήμερα το ίδιο;

Σήμερα, στους ρυθμούς της ξέφρενης ζωής του 21ου αίωνα και του πλήρους καταναλωτισμού, πολλές αξίες και πολλά στοιχεία του παρελθόντος που είχαν πραγματικά μεγάλη σημασία, έχουν περάσει όχι μόνο στην λήθη, αλλά στο χρονοντούλαπο.
Αρκετές παρέες νέων αρέσκονται στην φιγούρα, στα "εφέ", στον άχαρο και ανούσιο εντυπωσιασμό. Ξεπηδούν λογής - λογής τραγουδιστάδες, με σύνθημα τις λέξεις όπως "αναβίωση - παράδοση - παλαιϊκά", με την διαφορά ότι δεν υποστηρίζουν τις ανωτέρω λέξεις, αλλά την προσωπική τους προβολή, είτε κρατώντας ένα μικρόφωνο, είτε ένα ποτήρι κρασί.  Δεν είναι σίγουρα όλοι έτσι, είναι όμως ένα μεγάλο ποσοστό που δυστυχώς, διεκδικεί και δάφνες "ώς πρός την διατήρηση του ριζίτικου". Σίγουρα, ένα θετικό αποτέλεσμα για την διάσωση των τραγουδιών αυτών οφείλεται στις αξιέπαινες προσπάθειες των συλλόγων "Κρητικές Μαδάρες", "Γκίγκιλος", "Πολιτιστικός Σύλλογος Σελίνου", "Ριζίτες Κισάμου" κλπ, αλλά και στις πεισματικές θα λέγαμε, προσπάθειες κάποιων ηλικιωμένων να διδάξουν και να γαλουχήσουν τους νεώτερους με το ριζίτικο τραγούδι και την "τελετουργία" της παραδοσιακής παρέας. Κι ενώ κάποια χρόνια πρίν, τα ριζίτικα τραγούδια είχαν συρρικνωθεί σε αριθμό και ποιότητα και έκαναν αραιά και πού την εμφάνιση τους σε μιά κισαμίτικη παρέα και όχι μόνο, σήμερα παρατηρούμε ότι όλο και περισσότερες νέες παρέες διασκεδάζουν με τον παλιό-καλό τρόπο. Όπως είπαμε όμως και πρίν, δεν είναι λίγοι αυτοί που αρέσκονται στην φιγούρα και εκεί λοιπόν πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι το ριζίτικο τραγούδι δεν είναι....."χαβαλές"...δεν είναι "με γράφει το βιντεάκι για το youtube".....αλλά είναι αυστηρή και σεμνή κατάνυξη!!



Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΕΡΤΑΚΗΣ


Τα Πλακάλωνα Κισάμου και στο βάθος ο κόλπος της Κισάμου και το Καστέλι.


1855 - 1945 (;)

Από τους παλαιότερους λαγουτιέρηδες για τους οποίους γίνεται λόγος σήμερα.
Γεννήθηκε στα Πλακάλωνα Κισάμου και δραστηριοποιήθηκε στα μουσικά δρώμενα της εποχής του από την τελευταία δεκαετία του 19ου αίωνα. Έπαιζε με σχετικά πρωτόγονο τρόπο, μιας και δεν είχε εξελιχθεί ακόμα το λαγούτο, με τον τρόπο τουλάχιστον που το επεξεργάστηκαν οι μεγάλοι πριμαδόροι, ο Σταύρος Μαυροδημητράκης και ο Γιώργης Κουτσουρέλης. Όμως, ο Μπερτάκης μέσα από τις δυνατότητες του, απέδιδε σωστά τους σκοπούς και τα τραγούδια της εποχής.
Ξεχώρισε όμως περισσότερο σαν τραγουδιστής και οι μεγάλοι βιολιστές της εποχής εκείνης, συνορίζονταν ποιός θα τον πάρει πρώτος στα γλέντια.
Συμπορεύτηκε με τα "ιερά τέρατα" που άκμαζαν εκείνα τα χρόνια, τον Μαριαναντρίκο, τον Καναρίνη, τον Μανιατογιάννη, τον Ματζουράνα κ.α.
Για πολλά χρόνια μετανάστευσε στην Αμερική. Δεν έχουμε πληροφορίες για την εκεί του μουσική δραστηριότητα, όταν όμως επέστρεψε, σε μεγάλη πλέον ηλικία, συνόδευσε με το λαγούτο του, τον Φαντομανώλη και τον Γιώργη Μαριάνο.






Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΛΑΪΝΑΚΗΣ




1900 - 1976

Γεννήθηκε στον Λαρδά Κισάμου, στο πανέμορφο αυτό γραμπουσιανό χωριό. Λαγουτιέρης και ριζίτης, καλός γνώστης των περήφανων αυτών τραγουδιών.
Από μουσική οικογένεια ο Λαϊναριστείδης. Ο πατέρας του ήταν ο παλαιός και σπουδαίος βιολιστής, ο   Λαϊνονικολής. Ο αδελφός του ο Γιώργος έπαιζε βιολί και λαγούτο. Ο αείμνηστος Στέλιος Γ. Λαϊνάκης, ο γλυκός αυτός λαγουτιέρης με την εξαίσια φωνή, ήταν ανηψιός του.
Ο Λαϊναριστείδης έπαιζε στα γλέντια της περιοχής του ώς επί το πλείστον, αλλά και στα χωριά γύρω από το Καστέλι. Συνεργάτες είχε τον αδελφό του, τον Γιώργη, τον Ευθύμη Λυραντώνη που ήταν και καλός του φίλος, τον Φουροδημήτρη από τον Άη Γιώργη κ.α. Ερασιτέχνης κυρίως, δεν άσκησε το επάγγελμα του μουσικού.
Άπειρες οι ιστορίες για τον καλλιτέχνη αυτόν, σκορπούσε το κέφι και την χαρά, είτε με το λαγούτο του, είτε με τα ριζίτικα τραγούδια.



Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗΣ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ






Υπήρχε η σκέψη από πέρυσι που "έφυγε" ο Πέτρος να ανεβάσουμε κάποια αποσπάσματα από την κουβέντα μας, για διάφορους λόγους όμως το αναβάλαμε. Το blog αυτό, ήταν κατά κάποιο τρόπο και ιδέα του Πέτρου, μιας και υποστήριζε ότι η Κίσαμος πρέπει να προβληθεί και διαδικτυακά, μιας και οι περισσότερες σελίδες στο ίντερνετ, αδιαφορούν - μην πούμε - μπλοκάρουν ό,τι έχει να κάνει με την μουσική παράδοση της Κισάμου και των Χανίων γενικότερα.
Η κουβέντα μας, η εντελώς απρογραμμάτιστη και φιλική, έλαβε χώρα στο Καστέλι Κισάμου τον Αύγουστο του 2006. Ο Πέτρος δέχθηκε να καταγραφεί ένα μεγάλο μέρος της κουβέντας μας και είχε συγκαταθέσει στο να δημοσιευτεί κάποτε, εφόσον θα δημιουργούταν αυτή εδώ η σελίδα.
Θα παραθέσουμε λοιπόν κάποια αποσπάσματα και σίγουρα, κάποιοι ίσως να πικραθούν, ή και να θυμώσουν από τα λεγόμενα του Πέτρου. Όπως και να'χει όμως, αξίζει σεβασμός σε έναν άνθρωπο που πρόσφερε τόσα πολλά και που έφυγε σχεδόν ξεχασμένος από τους πολλούς "ευεργετηθέντες". 


Κ.Μ.Κ: Πέτρο, στην Κουκουναρά γεννήθηκες, εκεί έπιασες και το όργανο έφηβος;

Π.Κ: Ναί, στην Κουκουναρά το 1943. Εκεί πρωτόμαθα το λαγούτο.

Κ.Μ.Κ: Μεγάλο χωριό τότε η Κουκουναρά;

Π.Κ: Ναί, καμία σχέση με σήμερα, δηλαδή τότε ήμασταν μια τρακοσαριά κάτοικοι. Η Κουκουναρά ήταν κοινότητα με άλλες γειτονιές μαζί, τα Τσικαλαριά, τα Χορευτιανά, τα Χαρχαλιανά, άνηκαν στην κοινότητα Κουκουναράς.

Κ.Μ.Κ: Υπήρχε τότε ζωντανή η μουσική στο χωριό σου;

Π.Κ: Ολοζώντανη, όχι μόνο σε εμάς, σε όλη την περιοχή. Ήταν η χρυσή εποχή της κισαμίτικης μουσικής τότε, μιλάμε από το '20 μέχρι και το '60 περίπου, πολλά όργανα, πολλά γλέντια, ο κόσμος είχε μεράκι και διάθεση, δεν ήταν όπως σήμερα που έχουν βαρεθεί τα πάντα, υπήρχε δίψα, να πάνε στο πανηγύρι  να ακούσουν όργανα, να χορέψουν να τραγουδήσουνε, τότε έπαιζε η 'Α εθνική κατηγορία, μιλάμε για μουσικούς κορυφές, μεγάλα ονόματα....

Κ.Μ.Κ: Γιατί έμαθες λαγούτο και όχι ας πούμε, βιολί;

Π.Κ: Μου άρεσε περισσότερο το λαγούτο, ήταν πιο να το πούμε, δυνατό όργανο, βαρύ όργανο, εντυπωσιακό. Και το βιολί μου άρεσε πολύ, αλλά να σου πώ, εκείνη την εποχή δέσποζε ο Κουτσουρέλης κι έλεγα, ας μάθω να παίζω έστω και μισή στροφή από αυτά που παίζει, με εντυπωσιάζε, καταλαβαίνεις ε; Δηλαδή, είχα πρότυπο και για αυτό ήθελα και να γίνω λαγουτιέρης.

Κ.Μ.Κ: Τον Κουτσουρέλη είχες λοιπόν πρότυπο....

Π.Κ: Ναί, κυρίως τον Κουτσουρέλη. Τον Γιώργο, γιατί ήταν και ο αδελφός του ο Στέλιος. Αλλά ήταν κι άλλοι λαγουτιέρηδες τότε, πολύ τεχνίτες παίκτες, αλλά πιο πολύ ο Κουτσουρέλης έτσι με...τον θαύμαζα περισσότερο αυτόν.

Κ.Μ.Κ: Έπαιζε στο χωριό σου ο Κουτσουρέλης τότε;

Π.Κ: Ναί, έπαιζε και στα γύρω χωριά έπαιζε, στο Καστέλλι που'χε το μαγαζί του έπαιζε. Τότε έπαιζε με τον Μαύρο, ζυγιά Μαύρος - Κουτσουρέλης, σου λέει ότι δεν υπήρχε καλύτερη ζυγιά από αυτούς τους δύο εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή να καταλάβεις, έπαιζε θυμάμαι ο Κουτσουρέλης με τον Μαύρο σε έναν γάμο στον Άη Κυργιάννη και εγώ ήμουν πόσο, θα ήμουν δεκατριών; Τότε. Και ήτανε ξέρω'γω, τρακόσιοι καλεσμένοι, κι άλλοι τόσοι ακάλεστοι, μόνο και μόνο για να τους ακούσουνε....

Κ.Μ.Κ: Και εσύ ακάλεστος;

Π.Κ: Ναί, βέβαια, πηγαίναμε όλα τα πιτσιρίκια του χωριού και καθόμασταν κοντά εκεί στο γλέντι για να ακούσουμε τα όργανα, δεν είχαμε κι άλλη ασχολία, δεν είχαμε πώς το λένε, χόμπι, αυτή ήταν η διασκέδαση μας, να πηγαίνουμε στα όργανα να στήνουμε αφτί.

Κ.Μ.Κ: Για πές μου για το λαγούτο, για τους καλλιτέχνες τότε που υπήρχαν, ποιοί ήταν αυτοί που σου άφησαν εντυπώσεις εκτός του Κουτσουρέλη;

Π..Κ: Ναί, ο Κουτσουρέλης ήταν που σου'πα και πρίν ο νούμερο ένα. Αυτός ξεχώρισε πιο πολύ. Μετά, ήταν κι άλλοι, δηλαδή ήταν ο Μαυροδημήτρης, ο  Λέφας, ο Μιχάλης ο Αντρουλάκης, οι Καρεφύλληδες, ο Μαργαρίτης, ο Καρτσώνης, ο Πολυχρονάκης, ο Γαλάνης, πολλοί ήταν.....

Κ.Μ.Κ: Ο Γαλάνης, ποιός λές;

Π.Κ: Ο Μανώλης ο τυφλός που λέγαμε, από τις Λουσακιές. Ήταν κι άλλος μέσα στα Χανιά, ο Δημήτρης. Εγώ σου λέω για τον Μανώλη, αυτόν τον έζησα πιο πολύ, πρίν ακόμα ανέβω στην Αθήνα....

Κ.Μ.Κ: Όλοι αυτοί ήταν λοιπόν καλοί λαγουτιέρηδες;

Π.Κ: Κι αυτοί και άλλοι που ξεχνώ, νά, ο μακαρίτης ο Μαρέντος ο Χάρης, φωνή καμπάνα. Ο Λέφας και ο Αντρουλάκης ήταν πολύ τεχνίτες, ωραίοι στο παίξιμο και ο Λέφας ειδικά είχε και καλή φωνή. Ο Λέφας μου είχε δείξει και το λεβό κούρντισμα που τότε δεν το κάνανε και πολλοί, αυτός το έκανε, ο Κουτσουρέλης το έκανε, ο Μαρουβάς ο Γιώργης το έκανε μου φαίνεται....

Κ.Μ.Κ: Λεβό; Το χαμηλό λές;

Π.Κ: Ναί, το χαμηλό, πιο έτσι να στο πώ, σεμνό. Δεν το συνήθιζαν γιατί το βιολί έπαιζε ψηλά για να ακούγεται τότε που δεν είχανε ενισχυτές και ηχεία. Παίζανε τα βιολιά πολύ ψηλά, σου'βγαινε το λαρύγγι για να τραγουδήσεις...

Κ.Μ.Κ: Ο Χάρχαλης τραγουδούσε έτσι...

Π.Κ: Ναί, ο Χάρχαλης και άλλοι παλιοί. Εγώ δεν τον πρόλαβα τον Χάρχαλη να τραγουδάει έτσι, αλλά ήταν μερικοί παλιοί που τραγουδούσαν έτσι....

Κ.Μ.Κ: Ξέρω ότι έπαιξες με τον Χάρχαλη...

Π.Κ: Ναί, ήμουν τότε στα πρώτα μου ακόμα, στραβάδι που λένε, δεν ήξερα που πάν τα τέσσερα. Και παίξαμε με τον Χάρχαλη και τραγουδούσα εγώ, αυτός δεν τραγουδούσε τότε. Παλιά, λέγανε ότι ήταν ο καλύτερος στο τραγούδι και στο βιολί, είχε αυτή την γλύκα το όργανο του που δεν την είχε άλλος, αλλά μετά που έχασε το παιδί του και είχε βαρύ πένθος, δεν ξανάπαιξε στα γλέντια, ούτε τραγουδούσε....

Κ.Μ.Κ: Δεν παίξατε τότε δηλαδή σε γλέντι;

Π.Κ: Σε γιορτή παίξαμε, δεν έπαιζε ο Χάρχαλης τότε σε γάμους και πανηγύρια, είχε το πένθος. Αλλά ρε παιδί μου, παρόλο που ήταν ξέρω'γω σχεδόν ογδόντα χρονών, είχε ακόμα αυτό το παθιάρικο, την σπίθα. Και μετά να κάτσει να μου δείξει τις σειρές, τις έλεγε τις σειρές άλφα-βήτα-γάμα-δέλτα, με συρτά οι σειρές, αυτός τις είχε κανονίσει και μου τις έδειχνε, μου έλεγε, ο τάδε σκοπός ταιριάζει στην γάμα σειρά και τα λοιπά, κι όταν κάπου το έχανα μου το ξανάδειχνε.

Κ.Μ.Κ: Τις έχω ακουστά τις σειρές του Χάρχαλη, τις έπαιζαν όλοι αυτές;

Π.Κ: Οι περισσότεροι οι παλιοί τις παίζανε, κι ο Κουτσουρέλης, κι ο Μαύρος κι ο Ναύτης κι όλοι αυτοί που ας πούμε είχανε...

Κ.Μ.Κ: Ο Μαριάνος τις έπαιζε;

Π.Κ: Κοίτα, τον Μαριάνο δεν τον έφτασα καλά. Αυτός μετά το '60 αρρώστησε και σταμάτησε να παίζει και κανά - δυό φορές που τον άκουσα όταν ήμουν μαθητής του σχολειού ακόμα, δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Ο Μαριάνος δεν είχε τις γνώσεις του Χάρχαλη, δηλαδή, ρωτούσες τον Χάρχαλη ποιός είναι αυτός ο σκοπός και σου'λεγε, είναι του τάδε και τον λένε έτσι. Ενώ ο Μαριάνος, σου έλεγε, είναι παλιός ο σκοπός και δεν ξέρω. Δεν έπαιζε τις σειρές ο Μαριάνος όπως τις έπαιζε ο Χάρχαλης, δηλαδή έκανε κάτι δικά του, από τον Λουσακιανό σου γυρνούσε στον Σελινιώτικο, κάτι τέτοιο περίπου.

Κ.Μ.Κ: Γιατί το έκανε αυτό;

Π..Κ: Δεν ξέρω, τι να σου πώ, έτσι τον βόλευε ίσως.

Κ.Μ.Κ: Όμως ο Μαριάνος δίδαξε το βιολί.....

Π.Κ: Ναί, έδειξε σε πολλούς. Ακόμα και σε λυράρηδες που πήγαν να τον βρούν για να τους μάθει σκοπούς και σε λαγουτιέρηδες. Έκανε μαθήματα ο Μαριάνος, ο Χάρχαλης δεν έκανε.

Κ.Μ.Κ: Γιατί;

Π.Κ: Γιατί έλειπε τον περισσότερο καιρό, πηγαίνανε τα νέα παιδιά στα Χαρχαλιανά και δεν τον βρίσκανε. Και μετά, το'χανε σύστημα οι παλιοί, δεν έδειχνε γιατί σου λέει, θα μου κλεψουν τα μυστικά....

Κ.Μ.Κ: Συγγνώμη, αλλά αυτά είναι χαζομάρες...

Π..Κ: Ε ναί, είναι, αλλά τι να πείς, παλιά μυαλά που λένε.....

---------------------------------------------------------------------------------------

Κ.Μ.Κ: Γιατί Πέτρο δεν βγήκε ένα λαγούτο εφάμιλλο του Κουτσουρέλη ξανά;

Π..Κ: Γιατί δεν το ήθελε ο ίδιος. Πώς να στο πώ, ήταν εγωιστής. Πολύ εγωιστής. Ο Κουτσουρέλης άφησε μιμητές, πολλούς μιμητές, δεν άφησε όμως συνεχιστές. Ήθελε να μείνει αυτός ας πούμε στην ιστορία. Εμένα δεν μου έδειξε ποτέ, δεν του το ζήτησα κιόλας. Με αγαπούσε πολύ, αυτός με ξεχώρισε ανάμεσα από τόσους και με πήρε μαζί με τον Μαύρο και πήγαμε και γράψαμε το δισκάκι που σου είπα πρίν, το πρώτο μου δισκάκι. Του άρεσε όπως τραγουδούσα και όπως έπαιζα, παρόλο που ήμουν πολύ μικρός, αλλά δεν μου είπε και ποτέ, έλα να σου δείξω. Ούτε κι εγώ όμως του το ζήτησα...

Κ.Μ.Κ: Και εσύ λοιπόν εγωιστής...(γέλια)..

Π.Κ: Όχι ρε'συ, δεν του το ζήτησα γιατί ήξερα την απάντηση του και να σου πώ κιόλας, έλεγα ρε παιδί μου, θα δουλέψω μόνος μου, δεν ήθελα να αντιγράψω κανέναν. Σου είπα, καλό είναι να έχεις πρότυπα, αλλά πάνω απ'όλα να έχεις τον δικό σου χαρακτήρα στο παίξιμο, να βγάλεις την δική σου ψυχή, να βάλεις την σφραγίδα σου, όχι να ξεπατηκώσεις τον άλλον.

Κ.Μ.Κ: Ναί, κατάλαβα, αλλά σήμερα όμως, υπάρχει αυτό, δηλαδή, υπάρχει ξεχωριστό στύλ;

Π.Κ: Καλά, άσε τι υπάρχει σήμερα, να μην πώ καλύτερα τι υπάρχει. Η σάρα και η μάρα και το κακό συναπάντημα υπάρχει. Όλοι είναι φίρμες. Όλοι είναι μεγαλοκαλλιτέχνες. Απέξω όλα αυτά, γιατί μέσα τους δεν ξέρουν οι περισσότεροι που πάνε τα τέσσερα. Δεν έχουνε γνώσεις. Σου λέει, παίζω καλό βιολί, καλή λύρα και καλό λαγούτο. Ε καί; Ο καλλιτέχνης δεν φτάνει να είναι μόνο τεχνίτης του όργάνου, αλλά και γνώστης της μουσικής παράδοσης. Δηλαδή, να ξέρεις τι είναι αυτό που παίζεις, πώς το παίζεις, γιατί το παίζεις, να ξέρεις μουσικά μέτρα και χρόνους και τέτοια πράγματα. Μπορεί να πούμε να παίζεις μέτριο όργανο. Αλλά αν είσαι γνώστης της παράδοσης, ακόμα και το μέτριο μπορεί να φανεί άριστο γιατί βγάζεις ένα σωστό αποτέλεσμα, καταλαβαίνεις τι θέλω να σου πώ;

Κ.Μ.Κ: Απόλυτα....

Π.Κ: Ναί, δηλαδή ρε'συ δεν φτάνει μόνο η δεξιοτεχνία. Τι να την κάνω εγώ την δεξιοτεχνία, όταν χορεύουν από κάτω δέκα άτομα και τα δέκα τα έχεις εκτός χρόνου στον χορό, ο ένας στην ανατολή κι ο άλλος στην δύση. Και άσχετος να είναι ο χορευτής, αν εσύ ξέρεις να βάζεις σωστά μέτρα, θα τον έχεις στον χρόνο. Αλλά σου είπα, όλοι είναι φίρμες, κοιτάνε πώς να πάρουν καινούργια μηχανήματα, πώς θα κλείσουν εκατό γλέντια, πώς θα βγάλουν σιντί, πως θα ντυθούν με σαλβάρια, πώς θα βγούνε στην τηλεόραση κι άσε τα υπόλοιπα να πάνε στο διάολο....

Κ.Μ.Κ: Όλοι είναι έτσι;

Π.Κ: Όχι όλοι, αλλά είναι η πλειοψηφία. Υπάρχουν και παιδιά που το έχουν πάρει ζεστά το πράγμα και έχουν μάθει δύο-τρία πράγματα και παίζουν σοβαρά. Αλλά ξέρεις κάτι, οι σοβαροί ποτέ δεν γίνονται φίρμες, δεν αρέσουν στον κόσμο. Ο κόσμος θέλει καλαμπαλίκι σήμερα......

Κ.Μ.Κ: Πέτρο θεωρείς ότι η κρητική μουσική περνάει κρίση σήμερα;

Π.Κ: Ναί, όπως το είπες, η πιο σωστή λέξη, περνάει κρίση. Υπάρχει ποσότητα, αλλά δεν υπάρχει η ποιότητα. Παλαιότερα ήμασταν πολύ λιγότεροι μουσικοί, αλλά θεωρώ ότι ήμασταν πιο κοντά στην σωστή παράδοση. Σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες μουσικοί, αλλά είναι ελάχιστοι οι παραδοσιακοί...

Κ.Μ.Κ: Που νομίζεις ότι οφείλεται αυτό;

Π.Κ: Στην μόδα οφείλεται, στην μανία για να γίνει κάποιος φίρμα και να τα κονομήσει. Η κρητική μουσική έχει χαλάσει, όχι από εδώ τόσο,  από την  Αθήνα. Από εκεί έχει ξεκινήσει το στραβό πράμα, στο λέω αυτό γιατί έζησα πολλά χρόνια εκεί, έπαιξα χιλιάδες φορές και είδα τα τελευταία χρόνια την κατάντια. Και δεν φταίνε μόνο οι μαζαγάτορες, σου λέει, κύριε εγώ θέλω να γεμίζει το μαγαζί για να τα κονομάω. Φταίνε περισσότεροι οι σύλλογοι στην Αθήνα,διότι αυτοί πάνε και κλείνουν γλέντια με μουσικούς απαράδεκτους μόνο και μόνο για το χρήμα. Ο σύλλογος πρέπει να στηρίζει τα ήθη και τα έθιμα, να κάνει πολιτισμό και όχι επιχείρηση, αλλά δυστυχώς το βλέπουν αλλιώς το πράμα. Η νεολαία στην Αθήνα έχει βγεί εκτός γραμμής. Μα σου λέει ο άλλος, πάνε στα κρητικά. Ε και; Κρητικά είναι αυτά; Είτε πάνε στα μπαράκια, είτε στα κρητικά, την ίδια μουσική ακούνε περίπου (γέλια). Πάνε όλα τα παιδιά από τους χορευτικούς συλλόγους, μαυροντύνονται και έχουν την μπουκάλα το ουϊσκι στο χέρι και καταχτυπιούνται εκεί και κοντράρονται για το ποιό συγκρότημα θα σηκωθεί και θα χορέψει καλύτερα να βάλει τα γυαλιά στο άλλο. Έπαιζα στα μαγαζιά και μπορώ να σου πώ ότι αυτά τα πράγματα δεν τα είδα ποτέ πρίν, μετά το '95 περίπου ξεκίνησε αυτή η αηδία που έγιναν μόδα τα συγκροτήματα και τα μαγαζιά στους νέους και δεν ξέρω δηλαδή.....

Κ.Μ.Κ: Αναφέρεσαι σε συγκεκριμένα μαγαζιά και συλλόγους και χορευτικά;

Π.Κ: Κοίτα, παλιά υπήρχαν πολλά μαγαζιά, αλλά αυτά που δεν ακολούθησαν την μόδα με το ουϊσκι και τις φίρμες τους μουσικούς, έβαλαν λουκέτο. Έμειναν μερικά μόνο και εκμεταλλεύτηκαν την μόδα αυτή. Έφερνε π.χ. έναν σοβαρό λυράρη το μαγαζί και μάζευε πέντε παρέες. Κι έφερνε την άλλη εβδομάδα έναν σαλταδόρο λυράρη και μάζευε πενήντα παρέες. Γιατί; Γιατί ο σαλταδόρος αρέσει στην νεολαία, στις γκομενίτσες και φέρνει και χρήμα. Αν εξαιρέσεις λίγο τον Ομαλό που φέρνει και δικούς μας εδώ, βιολιά και υποστηρίζει τους νέους και κρατά ας πούμε το επίπεδο και την κουζίνα, τα υπόλοιπα μαγαζιά εκμεταλλεύονται την μόδα. Πας να φάς και σου φέρνουνε την μπριζόλα που΄χουνε ψήσει το μεσημέρι και το κρασί που μυρίζει θειάφι. Σου λέει, που θα μου πάς, θα σου πουλήσω το ουϊσκι, να μου κάνεις και ταμείο. Και φέρνουνε αυτούς τους απαράδεκτους μουσικούς και πάνε από κάτω η νεολαία μεθυσμένα και παλαμοκροτάνε γύρω από τον λυράρη και κάνουν τους καπεταναίους. Και δώς του μετά να κάνουν κόντρα στους χορούς. Κανένα συγκρότημα χορευτικό αυτή την στιγμή στην Αθήνα,κανένα συγκρότημα δεν παράγει κρητική παράδοση. Όλα είναι της μισής οκάς. Ελάχιστα είναι τα παιδιά που χορεύουν μερακλήδικα, τα περισσότερα είναι της φιγούρας......

Κ.Μ.Κ: Σε βρίσκω Πέτρο πολύ αυστηρό ή είναι η ιδέα μου;

Π.Κ: Εγώ τα έχω ζήσει όλα αυτά, στα έχω ξαναπεί κι άλλες φορές, δεν αλλάζω την γνώμη μου, προτιμώ να λέω αυτό που αισθάνομαι κι ας μην αρέσω από το να λέω ψέμματα για να γλύφω τον άλλον να με καλάει να παίζω. Καλύτερα να μην παίζω. Γι'αυτό κι έφυγα από την Αθήνα γιατί τα βαρέθηκα όλα αυτά τα πράγματα και τους μουσικούς της φίρμας που οι περισσότεροι περάσανε από εμένα και σήμερα δεν μου λένε ούτε καλημέρα, γιατί σου λέει, εγώ έγινα μεγάλος και τρανός και τι δουλειά έχω τώρα με τον Καρμπάδο τον γέρο;

Π.Κ: Έχεις βοηθήσει αρκετό κόσμο Πέτρο....

Κ.Μ.Κ: Ναί, πολύ κόσμο. Και δικά μας παιδιά, βιολιά και λαγούτα και λυράρηδες από όλη την Κρήτη. Ποτέ δεν είπα σε κάποιον, σου κλείνω την πόρτα. Μου ήρθε ο άλλος και δεν ήξερε τι πάει να πεί λύρα και ήρθε με το μπουζούκι στο χέρι και τον έβαλα κάτω, του έδειξα σκοπούς, του έδειξα μέτρα και χρόνους, να κάνουμε πρόβες και τα λοιπά, να τον βγάλω στο πάλκο να γίνει γνωστός και αυτός μετά να μου γυρίσει την πλάτη.....

Π.Κ: Για κάποιον συγκεκριμένο αναφέρεσαι;

Κ.Μ.Κ: Ναί, έγινε μεγάλη βεντέτα και βγάζει και δίσκους με το τσουβάλι κι άμα του πείς για τον Πέτρο, σου λέει, ναί κάπου τον έχω ακουστά.....

Κ.Μ.Κ: Δικός μας, Χανιώτης;

Π.Κ: Όχι, Λασιθιώτης, άστα τώρα, μην τα λέμε άλλο αυτά. Μετά από τόσα χρόνια στο επάγγελμα, δεν έκανα τίποτα, λεφτά δεν έκανα, τα έφαγα, κακά κουμάντα, αλλά τουλάχιστον τα σκόρπισα ρε παιδί μου και το ευχαριστήθηκα, σπίτι δεν έκανα γιατί δεν ήταν ο χαρακτήρας μου της οικογένειας και τέτοια, αλλά πίστευα όμως ότι έκανα καλούς συνεργάτες και φίλους. Τελικά διαόλους έκανα (γέλια). Τουλάχιστον εδώ που'ρθα να βρώ την ησυχία μου και που και που να παίζω για την παρέα......

------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Κ.Μ.Κ: Πέτρο, θέλω να μου πείς για τις συνεργασίες που είχες με άλλους καλλιτέχνες...

Π.Κ: Έπαιξα με όλα τα βιολιά της εποχής μου και νεώτερους ακόμα. Δεν υπάρχει βιολί που να μην έκανα έστω μια συνεργασία, ένα γλέντι. Και με τον Κουνέλη, τον Ναύτη, τον Κατράκη, τον Μαύρο, τον Νταουντέ τον χωριανό μου, με όλους τους παλιότερους και συνομήλικους μου έπαιξα. Με λυράρηδες έπαιξα, με τον Μουντάκη, τον Μελεσανάκη, τον Αστρινό, τον Περιστέρη, τον Σκορδαλό, τον Σηφογιώργη, τον Φραγκιουδάκη, με πολλούς και διάφορους. Και με νέους, βιολάτορες και λυράρηδες, εγώ τους έβγαλα τους περισσότερους και το Χορευτάκη, το Τζουγανάκη, το Μαρτσάκη, το Ζωϊδάκη, τα Περουλάκια, το Χαρχαλάκη, τον Αλέξανδρο τον Παπαδάκη, το Λουφαρδάκη, τα Μακριδάκια κι άλλους πολλούς. Και μερικοί από αυτούς, δεν μου λένε ούτε καλημέρα σήμερα, δεν το καταδέχονται βλέπεις διότι όπως μου είπε ένας να μην σου λέω και όνομα, καταλαβαίνεις τώρα, δεν σε παίρνω ρε Πέτρο στο γλέντι γιατί δεν τραβάς πλέον. Εντάξει, δεν λέω  ότι έχω τις ίδιες δυνάμεις, αλλά όχι και ότι αχρηστεύτηκα ρε γαμώτο...

Κ.Μ.Κ: Μάλλον είσαι αντιεμπορικός.....(γέλια)...

Π.Κ.: Ναί ναί, αυτό είναι μάλλον....(γέλια)...

----------------------------------------------------------------------------------------------------

Κ.Μ.Κ: Πές μου λίγο με τον Μουντάκη πώς συνεργάστηκες;

Π.Κ: Με τον Μουντάκη μας γνώρισε ο Στέλιος ο Κουτσουρέλης. Εγώ έπαιζα τότε στο Αρκάδι στο Αιγάλεω και ο Στέλιος είχε έρθει με τον Μουντάκη και τέλος πάντων συστηθήκαμε και του άρεσε το παίξιμο μου και συνεργαστήκαμε...

Κ.Μ.Κ: Καλός ο Μουντάκης έ;

Π.Κ. Αξιοπρεπής άνθρωπος ήταν ο μακαρίτης και με αγαπούσε. Κοίτα, θεωρώ ότι έπαιζε πολύ καλή λύρα, για τα γούστα τα δικά μου δηλαδή αν μου έβαζες Σκορδαλό ή Μουντάκη, σου έλεγα Μουντάκη. Έπαιζε πιο τεχνικά, πιο ζωντανά. Ο Σκορδαλός είχε ας πούμε την μανία να μην αφήνει τον λαγουτιέρη να ακούγεται, έπαιζε εγωιστικά, ο Μουντάκης ήταν πιο καλός συνεργάτης. Καλή λύρα ο Σκορδαλός, για τα γούστα δηλαδή των Ρεθυμνιωτών και των Ηρακλειωτών ήταν ο πρώτος. Εμάς μας έκανε καλύτερα στο αφτί ο Μουντάκης, είχε περάσει και χρόνια στα Χανιά στην χωροφυλακή και ήξερε το στύλ μας ας πούμε. Οι Κουτσουρέληδες τον βγάλανε τον Μουντάκη στο επάγγελμα και του έδειξαν πολλά πράγματα. Έκανε και παρέα με Ρουμαθιανούς και πήρε κι από εκεί μερικά πράγματα. Θα σου πώ και μια ιστορία, μου την έκανε ο ίδιος ο Μουντάκης. Όταν λοιπόν τον πήρανε να παίξουνε στου Μπασιά του μακαρίτη το μαγαζί, στην Αγια Ειρήνη της Αιόλου ήταν αυτό το μαγαζί, έπαιζε ο Ναύτης με τον Μαριάνο και τον Κουτσουρέλη και δεν θυμάμαι και με ποιόν άλλον και ο Μουντάκης ήταν άγνωστος ακόμα τότε. Και ο Μπασιάς, του τον πήγε ο Στέλιος ο Κουτσουρέλης, δεν τον ήθελε γιατί σου λέει, δεν τον ξέρει κανείς τον Μουντάκη. Αλλά αυτός που επέμενε να παίξει, ήταν ο Ναύτης, τον έπιασε τον Μπασιά και τον έπεισε να παίξει και πραγματικά του είπε, παίζει καλή λύρα και τραγουδάει και καλά και υποστήριξε τον γιατί αξίζει και έτσι ανέβηκε στο πάλκο ο Μουντάκης και ξεχώρισε έπειτα κι έκανε καριέρα. Ο Ναύτης ήταν αυτός που τον υποστήριξε τότε, αλλά μετά χαλάσανε οι σχέσεις τους....

Κ.Μ.Κ: Γιατί;

Π.Κ: Γιατί μετά που έγινε η φασαρία με τον Καρά και με την απαγόρευση του βιολιού ο Μουντάκης έκανε αυτή την χαζομάρα να την πώ και συνεργάστηκε με τον Καρά στο ραδιόφωνο και στις εκδηλώσεις και δεν υποστήριξε τους βιολάτορες και του κακοφάνηκε του Ναύτη μετά αυτό και το έλεγε συνέχεια, ότι δηλαδή εμείς σε βοηθήσαμε αλλά εσύ μας την έκανες την δουλειά. Μετά κάτι έγινε και πήρε το μέρος τους ο Μουντάκης και κάπως φιάξανε τις σχέσεις τους, αλλά πάλι μετά ο Ναύτης άμα τον πιάνανε τα διαόλια του δεν καταλάβαινε τίποτα και του έλεγε του Μουντάκη, πήρες δικούς μας σκοπούς και κάθεσαι και λές ότι τους έγραψες εσύ, κάτι τέτοια δηλαδή γίνανε....

Κ.Μ.Κ: Είχε άδικο ο Ναύτης;

Π.Κ. Κοίτα, το είχα πεί κι εγώ του μακαρίτη του Μουντάκη, δηλαδή, παίρνεις ρε παιδί μου τον δεύτερο Καραγκιουλέ, ενώ ξέρεις ποιός σκοπός είναι και τον γράφεις στον δίσκο και λές "Ξενιτεμένο μου πουλί". Παίρνεις μετά τον Σφηναριώτικο και λές "τέσσερις είναι οι μάρτυρες" και άλλα τέτοια που έκανε. Δεν είναι λογικό κι άλλος εδώ ο Ναύτης να τσινήσει; Κι όχι μόνο ο Ναύτης, οι περισσότεροι που ξέρουν τα πράγματα τα αληθινά δηλαδή. Ε, έκανε αυτή την κουταμάρα ο Μουντάκης, το μετάνοιωσε μετά, αλλά εντάξει, τι να λέμε τώρα, ότι έγινε, έγινε. Κι ο Ναύτης πάλι, ενώ είχε πολλά δίκια, τα έχανε με τον τρόπο που τα διεκδικούσε και πολλές φορές του έλεγα, άστο να πάει στο διάολο και μην τα ξεψαχνίζεις άλλο, αλλά δεν καταλάβαινε. Ερχόταν ο άλλος και μας παράγγελνε να του παίξουμε π.χ. τον Άνεμο και του έλεγε ο Ναύτης, δεν τον παίζω, δεν υπάρχει τέτοιος σκοπός, κλεμμένος είναι. Ρε χριστιανέ μου, παίξε την παραγγελία όπως να'ναι και μετά πές ότι θές....

Κ.Μ.Κ: Θεωρείς ότι ήταν υπερβολικός ο Ναύτης;

Π.Κ: Να σου πώ, καταρχάς όταν μιλάμε για Ναύτη, στο έχω ξαναπεί, μιλάμε για την μεγαλύτερη προσωπικότητα μουσική της Κρήτης από το '50 μέχρι την μέρα που πέθανε. Ο άνθρωπος ήταν πώς να στο πώ, ήταν εγκυκλοπαίδεια. Από τεχνικής άποψης στο βιολί, δεν υπήρχε παρόμοιος του σε όλη την Κρήτη, μην σου πώ σε όλη την Ελλάδα. Όπως σεβόταν τα κισαμίτικα, έτσι σεβόταν τα ηρακλειώτικα, τα στειακά κι όλα. Σεβόταν την παραδοσιακή μουσική. Δηλαδή, ο Σκορδαλός ήταν τεχνίτης, ο Μουντάκης ήταν τεχνίτης, ο Κλάδος είναι τεχνίτης, ο Ναύτης ήταν τεχνίτης και δάσκαλος και επιστήμονας μαζί. Απλά είχε αυτό το πράγμα, το εκρηκτικό, το νεύρο, για το δίκιο του δηλαδή, δεν έκανε κουμάντο τον εαυτό του και κάποιες φορές ξέφευγε, αλλά τον δικαιολογώ όμως γιατί πέρασε άσχημες στιγμές και ήταν και μόνος του να παλέψει, όλοι οι άλλοι κρυβόντουσαν από πίσω του. Κι άμα πάς σήμερα στον σύλλογο στα Χανιά, σου λένε μερικοί, σιγά μωρέ με τον Ναύτη. Μα άμα δεν ήταν αυτός ούτε σύλλογος θα υπήρχε, ούτε βιολί θα υπήρχε. Ο Ναύτης και ο Κουνέλης κράτησαν ζωντανό το βιολί και την χανιώτικη μουσική, αυτοί οι δύο. Αμα ο μακαρίτης ο Κουνέλης δεν δίδασκε στο ωδείο εδώ, δεν θα υπήρχε κανείς επαγγελματίας από τους νεώτερους που είναι σήμερα. Κι ο Ναύτης, άμα δεν κυνηγούσε την υπόθεση με το βιολί, θα το είχαν ξεχάσει όλοι.

Κ.Μ.Κ: Είχε θέμα πάντως με τα συρτά, επειδή είχαμε κουβεντιάσει πολλές φορές μαζί, τον άκουγα και έβγαζε αφρούς με τα συρτά που είχαν αρπάξει μερικοί.....

Π.Κ: Ε ναί, δεν παραδεχόταν ότι υπάρχει σύνθεση συρτού από μία εποχή και μετά εκτός Χανίων. Έπαιζα το "θλιμμένη χαραυγή" και μου έλεγε, παίξε το κανονικά, δηλαδή να του παίξω τον Κολυμπαριανό, γιατί η "θλιμμένη χαραυγή" είναι ο Κολυμπαριανός, αλλαγμένος. Κάτι τέτοια μου έλεγε, τον έκανα κι εγώ χάζι να τον κάνω να εκνευρίζεται και γελούσαμε πολύ, καλή του ώρα εκεί που είναι. Παραδεχόταν, ξέρεις ποιόν σκοπό; Τις Λίμνες του Αλεφαντινού, μου έλεγε, σωστη σύνθεση, έχει όλα τα μέτρα σωστά, δεν είναι κλεμμένη, έχει ωραία εισαγωγή και τέτοια, ναί, αφού τον έπαιζε τον σκοπό και μαζί που ήμασταν μια χρονιά στο Συγκλιό στο πανηγύρι και μας το παραγγείλανε, το έπαιξε με μεγάλη ευχαρίστηση. Αλλά άμα του έλεγες για Άνεμο και Ροδινούς και Σπίθες και Μαδάρες Χανιώτικες και τέτοια, αρπαζότανε.....

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

Κ.Μ.Κ: Πέτρο, πρίν μιλήσαμε για τους νέους μουσικούς. Για τους λαγουτιέρηδες όμως θέλω να μου πείς, είσαι ευχαριστημένος από τους νεώτερους συναδέλφους σου;

Π.Κ.  Ναί κοίτα, παίζουν καλά, δηλαδή μπορούν να σταθούν σε ένα σχήμα και να παίζουν διάφορα. Δεν υπάρχει όμως ο γνήσιος ο ήχος ο χανιώτικος, το μπερντελίδικο παίξιμο δηλαδή, το πρίμο, αυτό που έπαιζε ο Κουτσουρέλης, ο Μαυροδημήτρης, ο Λέφας κλπ. Οι μοναδικοί που παίζουμε με αυτο τον τρόπο είμαστε εγώ και ο Στέλιος ο Λαϊνάς....

Κ.Μ.Κ: Ο καλαθενιώτης;

Π.Κ: Ναί, ο Στέλιος του "Χάρχαλη". Παίζει το αυθεντικό χανιώτικο στύλ αυτός, μόνο αυτός. Μετά, παίζανε οι Μαρκογιάννηδες τα αδέρφια στο Ρέθυμνο, καλοί τεχνίτες, όχι μπερντελίδικα, αλλά παίζανε τεχνικά. Κι ο μακαρίτης ο Καδιανός ο Νίκος, ωραίος τεχνίτης και μερακλής. Αυτοί. Πιο νέους έτσι τεχνικούς μουσικούς, ο Αλεφαντινός ο Νίκος είναι πολύ καλός, ο Στιβακτάκης παίζει κι αυτός σωστά, ο Ψαρογιώργης ο Ξυλούρης είναι κι αυτός γνώστης, ο Σταυριανουδάκης, ο Βρουλάκης , αυτοί πιο πολύ. Δεν παίζουν με τον τόνο, τον χανιώτικο, κανείς δεν παίζει έτσι σήμερα, ούτε τα δικά μας τα παιδιά. Εγώ τους έχω δείξει, ο Πολυχρονάκης έχει κάνει μαθήματα, ο Λαϊνάς ο Μεσογειανός, ο Βλαστάκης, έχουμε κάνει όλοι μας μαθήματα στα νέα παιδιά, τους δείχνουμε το κισαμίτικο παίξιμο το πρίμο, το κάνουνε, αλλά μόλις βάλουν το καλώδιο στα μηχανήματα και έχουν από κάτω διακόσα άτομα, το αλλάζουνε, κάνουνε ό,τι θέλουνε μετά....


Κ.Μ.Κ: Ο Τζουγανάκης ο Μιχάλης;

Π.Κ: Έχει δάχτυλα, έχει ταλέντο, αλλά δεν παίζει κρητική μουσική, δεν είναι παραδοσιακός, παίζει τα δικά του, όπως του'ρθει, πιο πολύ σαματάς να γίνεται....

 
Κ.Μ.Κ: Πέτρο, πρίν μερικά χρόνια είχαμε μια κουβέντα και μου είχες πεί ότι η μουσική στην Κίσαμο έχει μέλλον. Το πιστεύεις ακόμα αυτό;

Π.Κ: Η μουσική στην Κίσαμο πέρασε μια μεγάλη κρίση, έκανε αυτό που λέμε, κοιλιά. Ξεχάσανε και τους Κουτσουρέληδες και τον Χάρχαλη και τον Μαύρο και τον Μαριάνο και ακούγανε άλλα πράγματα, καμία σχέση με εμάς. Να φανταστείς, καλούσανε στους γάμους λυράρηδες από το Ρέθυμνο και από το Ηράκλειο και δικοί μας που παίζανε, παίζανε ο Κουνέλης και ο Κατράκης και ο Αναγνωστάκης και ο Χριστοφοράκης και μερικοί άλλοι. Δεν υπήρχε δηλαδή προβολή της κισαμίτικης μουσικής, του βιολιού πιο πολύ, γιατί ήταν στην μόδα οι λύρες. Άνοιγες το ράδιο, λύρα. Άνοιγες την τηλεόραση, λύρα. Ε, τι θα κάνει και ο πιτσιρικάς, θα πάει να μάθει λύρα και θα αγοράσει κασέτα με λύρα. Αλλά σου είπα και πρίν, ευτυχώς που υπήρξε ο Ναύτης και ο Κουνέλης και έκαναν μεγάλο αγώνα και έχουμε σήμερα αρκετά παιδιά που κάνουν καριέρα και που μαθαίνουν τα κισαμίτικα. Τώρα αν έχουν μέλλον, τι να σου πώ, υπάρχει και όρεξη, υπάρχουν και ταλέντα και παίζουν παντού, απλά μην γίνουνε μεγάλες βεντέτες και χαλάσουνε. Διότι ο κόσμος που σε ανεβάζει, αυτός είναι που σε κατεβάζει στο λεπτό. Έχω δεί όλα τα χρόνια που ασχολούμαι, φίρμες να πηγαίνουν στα αζήτητα μέσα σε μια νύχτα. Γι'αυτό σου έλεγα και πριν, καλά τα μηχανήματα και τα μαγαζιά και τα σιντί και οι τηλεοράσεις και τα στιβάνια και οι παράδες και όλα, αλλά πρέπει να υπάρχει και γνώση και μεράκι και σεβασμός στην παράδοση γιατί έτσι θα πάει μπροστά ένας καλλιτέχνης. Η φιγούρα δεν διαρκεί για πάντα γιατί, εκεί που είσαι εσύ πρώτο όνομα, θα βγεί ένας άλλος πιτσιρικάς και θα στην φάει την θέση χωρίς να το καταλάβεις και θα είναι αργά μετά και θα παρακαλάς τον άλλον να σε καλέσει να παίξεις στον γάμο ξέρω'γω, στην βάφτιση κλπ. Εγώ αυτό που λέω πάντα σε όποιο παιδί με πλησιάζει για να μάθει, είναι να μην βάζει εγωισμούς και φιγούρες και πάντα να ρωτάει αυτό που δεν ξέρει, πρέπει να αποκτά γνώση. Από την γνώση και μετά θα έρθει και η τεχνική εφόσον έχει ταλέντο. Γιατί είναι και μερικοί που έχουνε διάθεση αλλά ρε παιδί μου, δεν έχεις ταλέντο, τι να σου κάνω;


Κ.Μ.Κ: Πέτρο θέλω να μου πείς από τα νέα βιολιά που παίζουν, ποιούς ξεχωρίζεις;

Π.Κ: Ναί, είναι μερικά καλά βιολιά νέα.....να παώ μισό λεπτό για τσιγάρα...

Κ.Μ.Κ: Πάρε από εμένα, να πιούμε κι άλλη μια μπύρα, λοιπόν για πές μου;

Π.Κ: Μου αρέσει ο πιτσιρικάς ο...από τα Μεσόγεια μωρέ....ο Στράτος...

Κ.Μ.Κ: Το Σκαράκη;

Π.Κ: Ναί, το Σκαράκη. Θα εξελιχθεί πιστεύω καλός, είναι μικρός ακόμα. Και ο Μενεγάκης είναι καλός επίσης. Και ο Μιχάλης, το Λουφαρδάκη......

Κ.Μ.Κ: Είναι πιο μεγάλος σε ηλικία από τους άλλους ο Μιχάλης...

Π.Κ: Ναί, είναι πολύ καλό βιολί, γνώριζα και τον μακαρίτη τον πατέρα του, έπαιζε ωραίο λαγούτο. Ο Μιχάλης παίζει στο στύλ του Ναύτη, δηλαδή μερικές φορές άμα τον ακούς και δεν τον βλέπεις, λές ότι παίζει ο Ναύτης. Έχει φοβερά δάχτυλα.

Κ.Μ.Κ: Μάλιστα...Πέτρο, από χορευτές εδώ, πώς τα βλέπεις τα πράγματα;

Π.Κ: Μωρέ είναι μερικά νέα παιδιά φοβερά, ονόματα δεν ξέρω όμως, είναι και από τις Λουσακιές κι από τον Κάμπο και από τα Ρούματα μερικά καλά. Παλιά είχαμε μεγάλους χορευτές εδώ, δηλαδή ρε παιδί μου, χαιρόσουν να παίζεις και να τους βλέπεις να χορεύουν, σου έφτιαχναν το κέφι, ο Αλεξανδρής, ο Γιαννενής, τα Μαραγκουδάκια από τις Λουσακιές, ο Σκανδάλης από την Μαλάθυρο, το Ριφάκη από το Κολυμπάρι, ο Μπαντούρης ο Αντώνης, τα Σκυλουράκια κλπ, μεγάλοι χορευτές αυτοί, ούτε σε σχολές ούτε τίποτα, άντε τώρα να τους συγκρίνεις με αυτούς που παριστάνουν τους δασκάλους στους συλλόγους, άστα...


Κ.Μ.Κ: Πέτρο θυμάσαι να μου πείς κάποια από τα γλέντια που σου έχουν μείνει;

Π.Κ: Είναι πολλά τα περιστατικά τώρα, έχω παίξει σε όλη την Κρήτη όλα μου τα χρόνια.
Γινόντουσαν γλέντια, πανηγύρια, που δεν ας πούμε τα ζούν τώρα ο κόσμος, δεν υπάρχει το μεράκι αυτό. Μια φορά, ο Χαρτζούλης ο λαγουτιέρης από τον Κάμπο ήταν άρρωστος. Λοιπόν, έπρεπε να παίξει σε έναν γάμο στον Κάμπο με τον μακαρίτη τον Σημαντηρά τον Θόδωρο....

Κ.Μ.Κ: Ήμασταν συγγενείς με τον Θοδωρή και με τον Χάρχαλη. Θυμάσαι χρονολογία;

Π.Κ: Ναί, το ξέρω, η γιαγιά σου ήταν ξαδέλφη με αυτούς. Ήτανε περίπου το '67 αν δεν απατώμαι. Λοιπόν, εγώ ήμουν με μια παρέα στον Κάμπο και πίναμε, καλοκαιράκι ήτανε κι ήμασταν καλεσμένοι στον γάμο. Και με βρίσκει ο μακαρίτης ο Σημαντηράς, δεν είχαμε παίξει ποτέ μαζί και μου λέει, εσύ είσαι το Καρμπαδάκη που παίζει λαγούτο; Ναί του λέω. Θα μου κάνεις παρέα, μου λέει, απόψε γιατί το και το , είναι άρρωστος ο Δημήτρης. Και πράγματι, πήρα το λαγούτο του Χαρτζούλη και ξεκινήσαμε το γλέντι, τι να σου πώ τώρα, τρείς μέρες στον Κάμπο γλεντούσαμε. Έπειτα, μας πήρε μια παρέα και πήγαμε στην Κεραμωτή, άλλη μια μέρα γλέντι εκεί, χοροί και τραγούδια και τραπεζώματα. Ο Σημαντηράς ήταν και μεγάλος στην ηλικία και ήθελε να πάει στο σπίτι του κάποια στιγμή να ξεκουραστεί. Αλλά η παρέα είχε άλλα σχέδια και από την Κεραμωτή, βρεθήκαμε να γλεντάμε στο Λούχι. Να μην στα πολυλογώ, μια εβδομάδα παίζαμε σε σπίτια, βραστά και πιλάφια και κρασιά και χοροί. Ο κόσμος τότε είχε άλλα μεράκια και άνοιγαν τα σπίτια τους όλοι, το'χανε μεγάλη χαρά να πάνε τα όργανα και να παίξουνε, όχι όπως τώρα που έχουμε γίνει όλοι μας μονόχνοτοι και ζηλεύει ο ένας τον άλλον. Τότε υπήρχε καλοσύνη....

Κ.Μ.Κ: Και το λαγούτο, πότε το επέστρεψες;

Π.Κ: Ξαναγύρισα στον Κάμπο πάλι, το έδωσα πίσω και μου είπε ο Χαρτζούλης, ε, αφού δεν το έκανες βόλτα σε όλα τα Χανιά, πάλι καλά (γέλια)....