Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΛΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΙΣΑΜΟΥ




Η λύρα σήμερα, είναι το πιο αναγνωρίσιμο όργανο της κρητικής μουσικής. Έχουν περάσει κατά καιρούς, αξιόλογοι και σπουδαίοι καλλιτέχνες που χειρίστηκαν αυτό το όργανο με μοναδική δεξιοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την δεκαετία του '50 και έπειτα, μετά από κάποιες προσπάθειες μερικών μουσικολόγων και λαογράφων, η λύρα απέκτησε έναν σχεδόν παγκρήτιο χαρακτήρα, συμβολίζοντας την κρητική μουσική με αυτήν.
Δεν είναι βέβαια επί τους παρόντος να κρίνουμε αν αυτό ήταν και είναι σωστό ή όχι, ούτε και να αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους παραγκωνίστηκαν κάποια άλλα όργανα πρός όφελος της λύρας.
Τι γίνεται όμως στην επαρχία Κισάμου του νομού Χανίων και ποιόν ρόλο έχει παίξει η λύρα όλα αυτά τα χρόνια.
Από όλες τις μαρτυρίες (γραπτές και προφορικές), καθώς και από τα όποια ντοκουμέντα που έχουν διασωθεί και ερευνηθεί από διεθνούς φήμης μουσικολόγους αλλά και τοπικούς λαογράφους, η λύρα τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου ήταν σχεδόν άγνωστη στην ευρεία περιφέρεια της Κισάμου. Η λαϊκή μνήμη δεν έχει διασώσει κάποιο όνομα σημαντικού λυράρη στην επαρχία Κισάμου, τουλάχιστον μέχρι το 1850. Σίγουρα υπήρξαν κάποιοι που έπαιζαν λύρα, όμως δεν είχαν καθιερωθεί ώς "επαγγελματίες" και δεν έχει μείνει ούτε προφορική, ούτε γραπτή μαρτυρία του έργου τους. Το όργανο που έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο,ήταν το βιολί, είτε στην πρώτη-πρωτόγονη μορφή του, είτε κατόπιν στην πιο εξελιγμένη. Οι συνθέτες των κρητικών συρτών, που έως τις αρχές του 20 αιώνα ήταν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ Κισαμίτες(πλήν του Βουρογιάννη από την Μονή Σελίνου), έπαιζαν όλοι βιολί. Ήδη, από το 1750 που σηματοδοτείται το ξεκίνημα του συρτού με την μορφή που τον γνωρίζουμε σήμερα, αυτοί που απέδιδαν συρτά και συνέθεσαν επίσης μελωδίες συρτών, ήταν βιολιστές. Η λύρα δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνιση της, σε καμία μορφή. Μαρτυρίες για την μεμονωμένη ύπαρξη της λύρας στην Κίσαμο, αρχίζουμε να έχουμε από το 1860 κι έπειτα. Η λύρα όμως έπαιζε έναν άλλο ρόλο από αυτόν που γνωρίζουμε σήμερα. Τον ρόλο του μαθησιακού οργάνου. Δηλαδή, λόγω του ότι τα βιολιά ήταν σχετικώς ακριβά όργανα, οι περισσότεροι που θέλανε να μάθουνε βιολί, ξεκινούσανε με λύρα(τις περισσότερες φορές, αυτοσχέδιες λύρες) και όταν μαθαίνανε τα βασικά, αγόραζαν κάποιο καλό βιολί (μαρτυρίες των Ν.Χάρχαλη, Γ.Μαριάνου, Βασ.Κοπανίδη, Κων/νου Κουνελάκη, Εμμ.Φαντάκη). Επίσης, πολύ συχνά, η λύρα έπαιζε τον ρόλο του συνοδευτικού οργάνου δίπλα στο βιολί, δηλαδή, πρίμο το βιολί και σεγόντο η λύρα. Ο πρώτος ονομαστός λυράρης με εκτενή δράση στα μουσικά δρώμενα της Κισάμου, ήταν ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης από τα Μαρεδιανά Κισάμου, ο οποίος άκμασε προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, μερικές φορές, πρίν ο ίδιος καθιερωθεί, έπαιζε δίπλα στον Κουνελοκωστή με την λύρα του ώς συνοδεία. Τα λαγούτα μέχρι τα μέσα πρός τέλη του 19ου αιώνα σπάνιζαν. Ένας σημαντικός παράγοντας επίσης που δεν επέτρεψε την ένταξη της λύρας στην μουσική της Κισάμου, ήταν οι περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες της. Στην περιοχή αυτή που δέσποζαν(και δεσπόζουν ακόμα) τα δαιδαλώδη συρτά, το πεντοζάλι, η γιτσικιά σούστα, η λύρα δεν μπορούσε να αποδώσει στο 100% τις μελωδίες αυτές, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι καλλιτέχνες να μην ασχολούνται με αυτό το όργανο. Όσο και καλός να ήταν ο χειριστής της λύρας, σε κάποια σημεία το όργανο "εχανε" την απόδοση, με αποτέλεσμα οι σκοποί να παίζονται πιο απλά, πιο λιτά, χάνοντας έτσι κάποια σημαντικά στοιχεία της μουσικής δομής τους. Επίσης, άλλος ένας σημαντικός καλλιτέχνης, ο Ιωαν.Φελεσάκης, στα πρώτα του βήματα έπαιζε λύρα, όμως την εγκατέλειψε διότι δεν μπορούσε να αποδώσει σωστά τις μελωδίες του συρτού.
Άκόμα είναι άγνωστο με ποιόν τρόπο έφτασε η λύρα στην Κίσαμο, αν και υπάρχουν μερικές τοποθετήσεις κατά το παρελθόν που αναφέρονται στην είσοδο της λύρας μέσω των μουσουλμάνων υπηκόων, ή μέσω των επαναστάσεων, όταν οι Κισαμίτες ήρθαν σε επαφή με άλλους επαναστάτες από διάφορα μέρη που υπήρχε ήδη η λύρα.
Μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και του 'Β παγκοσμίου πολέμου, η λύρα σπάνιζε στην Κίσαμο και συναντιόταν ελάχιστα, εν συγκρίσει με το βιολί και το λαγούτο. Από την εποχή όμως που άρχισαν μερικοί Κισαμίτες λαγουτιέρηδες να συνεργάζονται με λυράρηδες του Ρεθύμνου και κυρίως, από το '55 κι έπειτα που ο Σίμων Καρράς, τότε υπεύθυνος του ΕΙΡ, απαγόρεψε με μια απαράδεκτη διαταγή να παίζεται κρητική μουσική με βιολί, η λύρα άρχισε να εισχωρεί δειλά δειλά στην Κίσαμο. Ο Κώστας Μουντάκης, λόγω της συνεργασίας του τότε με τους Αφους Κουτσουρέλη, ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιξε πιο εκτενή στα κισαμίτικα γλέντια την δεκαετία του '50.
Η λύρα άρχισε να εισχωρεί ευρύτερα στα μουσικά πράγματα της περιοχής κυρίως από την δεκαετία του '70 και μετά, λόγω του ότι οι βιολιστές ήταν παραγκωνισμένοι και είχαν υποστεί μια "κοιλιά" όσον αφορά την δράση τους. Αν και το μουσικόφιλο κοινό της Κισάμου προτιμούσε το βιολί, καθώς είχε γαλουχηθεί μουσικά με αυτό το όργανο, μερικοί θέλησαν να φέρουν την λύρα και να αντικαταστήσουν το βιολί, πράγμα όμως που παρόλες τις "ενέργειες" τους, δεν απέφερε το επιθυμητό για αυτούς αποτέλεσμα. Βέβαια, παρουσιάστηκαν ντόπιοι λυράρηδες, μερικοί εκ των οποίων σήμερα είναι αξιότατοι δεξιοτέχνες και σταδιοδρομούν στην κρητική μουσική, οι βιολιστές όμως συνεχίζουν να κρατούν επάξια το όργανο των προγόνων τους και να πρωταγωνιστούν στα μουσικά δρώμενα της επαρχίας, αλλά και του νομού Χανίων γενικότερα.
Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι πριν την δεκαετία του '50 δεν υπήρχε κανένας απολύτως διαχωρισμός οργανών, όλα ήταν αποδεκτά και αγαπητά από τον κόσμο. Με τις ενέργειες όμως πρώτα του Σιμ.Καρρά και κατόπιν των συνεργατών του, μερικοί εκ των οποίων συνεχίζουν αυτή την "πολιτική" μέχρι και τις μέρες μας, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πρόβλημα ανάμεσα στους καλλιτέχνες, με τοπικιστικές εξάρσεις, κι είχε ώς αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια άδικη διαμάχη μεταξύ των βιολιστών και των λυράρηδων, καθώς και μεταξύ των ερευνητών για το ποιό όργανο είναι το παλαιότερο και καταλληλότερο να εκτελεί την κρητική μουσική.

ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΟΥΝΕΛΑΚΗΣ - ΚΟΥΝΕΛΟΚΩΣΤΗΣ




1872 - 1968

Παλιός βιολιστής ο Κουνελοκωστής, από τους καλύτερους δεξιοτέχνες που άκμασαν στα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στον Γαλουβά Λουσακιών Κισάμου, όμως σε νεαρή ηλικία μετοίκησε με την οικογένεια του στα Καρφιανά. Βιολιστής υψηλού επιπέδου, μαθητής του παλαιού καλλιτέχνη, του Γιανν.Αντωνογιαννάκη ή Ματζουράνα. Λέγεται όμως ότι πήρε και 2-3 μαθήματα από τον Στεφ.Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο τον 'Γ. Επίσης, ήταν καλλίφωνος τραγουδιστής και ανεκδοτολόγος. Για την εποχή εκείνη μπορούμε να πούμε ότι ήταν "επαγγελματίας", μιας και η μουσική ήταν η κύρια του ασχολία. Συνεργάστηκε με πλήθος λαγουτιέρηδων, πιο στενά όμως με τον Αντρέα Κουτσουρέλη. Αρκετές φορές όμως έπαιζε μαζί με άλλο βιολί, ή, με λύρα, πρίμο-σεγόντο. Καλός στις δημόσιες σχέσεις, είχε πάντα γλέντια. Στην κατοχή του είχε ένα παμπάλαιο βιολί "Στραντιβάριους" ανεκτίμητης αξίας, το οποίο είχε αγοράσει από τους Κιώρους. Όμως, η κακή του χρήση (οι παλιοί έλεγαν ότι στα γλέντια το γέμιζε κρασί και έπινε από τις τρύπες του οργάνου) κατέστησε αυτό το όργανο σχεδόν ακατάλληλο και μετά από κάποια επισκευή στα Χανιά, χάθηκαν τα ίχνη του. Ο Κουνελοκωστής, μετέδωσε την τέχνη του και τις μουσικές του γνώσεις στον γιό του, τον αείμνηστο Μιχάλη Κουνέλη. Επίσης, στα γλέντια του ξεκινούσε πάντα με τα Κοτσιανά συρτά του Φαντομανώλη. Έζησε σχεδόν έναν αιώνα, έκ του οποίου, 60 περίπου χρόνια μουσικής δράσης.