Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΕΛΕΣΑΚΗΣ-ΦΕΛΕΣΟΓΙΑΝΝΗΣ


Εννιά χωριά। Η πανέμορφη περιοχή της Κισάμου, ανάμεσα σε ορεινούς όγκους και σε μικρά φαράγγια। Περιοχή με καστανιές, πλατάνια, ελιές και πολλά νερά। Εκεί γεννήθηκε ο πρωτομάστορας της κισαμίτικης μουσικής, ο Φελεσογιάννης, το 1866,στον Αερινό, στον ορεινότερο οικισμό των Εννιά χωριών. Γειτονιές-γειτονιές ο Αερινός, τα Καλυβάκια, τα Φελεσιανά, τα Κωσταντουλιανά, τα Ταμπασιανά κλπ. Μα αλίμονο, σήμερα οι περισσότερες γειτονιές είναι έρημες, ακατοίκητες, πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων από μερικούς πεισματάρηδες γερόντους που αρνούνται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Μα στην εποχή του Φελεσογιάννη το χωριό έσφυζε από ζωή. Η γιαγιά μου, το γένος Φελεσάκη, έλεγε ότι το 1910 πηγαίνανε 60 παιδιά στο σχολειό.
Ο Φελεσογιάννης,προικισμένος από την φύση, έδωσε χρώμα και ήχο σε μια παλιά λύρα.Σαν λυράρης ξεκίνησε και περίπου μέχρι τα 30 του με την λύρα στο βουργιάλι γλέντησε τα γύρω χωριά. Μα οι δυνατότητες της λύρας είναι περιορισμένες, δεν μπορεί δηλαδή να παίξει στο 100% τα κισαμίτικα συρτά. Έτσι λοιπόν εγκατέλειψε την λύρα για το βιολί. Και στο βιολί, ήταν ασυναγώνιστος. Η φίρμα των Εννιά χωριών για τριάντα περίπου έτη. Στο τραγούδι, όπως λέγανε οι παλιοί, μέτριος, αλλά οι μαντινάδες του ήταν πανέξυπνες και με σχετικά σκωπτική διάθεση. Στο Σέλινο έλειπε ολόκληρες εβδομάδες. Εκεί έπαιζε με τον Κλειναντώνη, τον μεγάλο λαγουτιέρη του Σελίνου. Στην Κίσαμο έπαιζε με έναν Σημαντηρά κι έναν Βεστάκη, συνομήλικους του λαγουτιέρηδες. Υπόδειγμα φιλοξενίας, όποιος περνούσε από το χωριό έβρισκε στρωμένη την τάβλα του Φελεσογιάννη και στρωμένο το κρεβάτι για να ξαποστάσει. Όταν δεν είχε γλέντια, καθόταν στην αυλή του και έπαιζε και γύρω γύρω, οι κοπελιές χορεύανε. Δίδαξε το βιολί στους περισσότερους νέους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης στην περιφέρεια των Εννιά χωριών κι όχι μόνο.Ο τρανός Χάρχαλης ήταν ανηψιός του, της αδελφής του παιδί και πήρε τα πρώτα μαθήματα από τον Φελεσογιάννη.
Ο μεγάλος αυτός μουσικός άφησε στην μουσική μας τρείς εκλεκτούς σκοπούς συρτών. Τον Αερινιώτη συρτό(1896), Ηλέκτρα συρτός(1908), Μπεμπέκα συρτός(1912). Ο Αερινιώτης που είναι και ο πιο γνωστός του σκοπός, συντέθηκε πάνω στην λύρα και για αυτό έχει σχετικά λιγότερα "πλουμιά" σε σχέση με την δαιδαλώδη "Μπεμπέκα" που συντέθηκε στο βιολί.
Και άλλη μια οικογενειακή μαρτυρία: Στο γάμο του παππού και της γιαγιάς μου την δεκαετία του'20 έπαιζαν δύο ζυγιές. Στην αρχοντοκάμαρη ο Φελεσογιάννης, στην αυλή ο Χάρχαλης. Κι ο κόσμος δεν ήξερε ποιόν να πρωτοακούσει...
Στο βάθος τα Φελεσιανά Αερινού όπως είναι σήμερα.

ΤΟ ΡΟΔΟ




"Το ρόδο είναι στη ρογδιά και η ρογδιά στο χώμα,

ποιός σου'πε πως δεν σ'αγαπώ,ποιό βρωμισμένο στόμα
"...



Ο χορός "Το ρόδο" χάνεται στα βάθη των αιώνων. Άγνωστο ακόμα και σήμερα το πότε δημιουργήθηκε αυτός ο χορός. Κάποτε λένε οι παλαιότεροι, τον χόρευαν όλοι, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες χορεύεται αποκλειστικά από γυναίκες σε κύκλο. Έχει μελωδία σε μουσικά μέτρα 2/4 με 17 βήματα. Και κατά την διάρκεια αυτού του χορού λέγονται πολλές μαντινάδες με την λέξη "ρόδο". Σήμερα, ο χορός αυτός αναβιώνεται ώς επι το πλείστον στις Λουσακιές Κισάμου όπου και έχει διατηρηθεί καλύτερα από ότι σε άλλα χωριά της περιοχής. Πρίν λίγα χρόνια, ο αξιέπαινος βιολιστής Θοδωρής Πολυχρονάκης συμπεριέλαβε το "Ρόδο" στο προσωπικό του cd.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΡΧΑΛΑΚΗΣ - ΧΑΡΧΑΛΗΣ



Ο αυθεντικότερος βιολιστής της Κισάμου. Ο πιο γλυκοδάχτυλος. Ο μουσικός που μάγεψε με το δοξάρι και την φωνή του όποιον κι αν τον άκουσε. Στην εποχή του ήταν ασυναγώνιστος.
Γεννήθηκε στα Χαρχαλιανά Κισάμου το 1884. Στην οικογένεια του βρίσκουμε μουσικές καταβολές, αφού και ο πατέρας του έπαιζε ερασιτεχνικά μαντολίνο και τραγουδούσε, αλλά και ο θείος του (από την πλευρά της μητέρας του) έπαιζε βιολί επαγγελματικά, ο γνωστός Φελεσογιάννης από τον Αερινό Κισάμου. Μάλιστα, ο Φελεσογιάννης ήταν και δάσκαλος του. Επίσης έμαθε βιολί δίπλα στον Παλιμέτη και στον Γιαννιούδη. Τα σημαντικότερα μαθήματα όμως ήταν ακουστικά, μιας κι εκείνη την εποχή ήκμαζαν σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως ο Ματζουράνας, ο Μανιατογιάννης, ο Καναρίνης, ο Καραγκιουλές κ.α. Ο Χάρχαλης πήρε πολλά παραδείγματα από όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, χωρίς όμως να τους μιμηθεί, με αποτέλεσμα το παίξιμο του να φέρει πέρα για πέρα την προσωπική σφραγίδα του. Δεν άργησε να βγεί στα γλέντια και να προκαλέσει τον θαυμασμό του κοινού. Η Κίσαμος ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει το ταλέντο του κι έτσι ο Χάρχαλης ξεκίνησε να παίζει σε όλες τις επαρχίες του νομού Χανίων και να διασκεδάζει χιλιάδες κόσμου. Ακόμα και σε χωριά του Ρεθύμνου έπαιξε (την περίοδο του μεσοπολέμου) τότε που τα μεταφορικά μέσα ήταν ανύπαρκτα. Σπάνιες οι ανάπαυλες του Χάρχαλη, αλλά κι όταν δεν είχε κάποιο γλέντι, όλο και έπαιζε προβάροντας διαφόρους σκοπούς. Αγαπημένοι του σκοποί, ο Χανιώτικος, ο Ενάντιος, ο Κακράπης, ο 1ος Καραγκιουλές. Τραγουδούσε εξαίσια για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, μάλιστα δέ, ήταν υψίφωνος και κούρδιζε το βιολί πολύ ψηλά, σύμφωνα με το τότε σύστημα ώστε να ακούγεται καλά, μιας και τα ηχητικά μηχανήματα ήταν ανύπαρκτα. Συνεργάτες του στα γλέντια, ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Βασίλης Σκευάκης, ο Καρεφυλλομανώλης, ο Στεφανής Λιονάκης κ.α. Μόνιμος συνεργάτης του στα σελινιώτικα γλέντια, ο ανεπανάληπτος Κλειναντώνης από την Παλαιόχωρα Σελίνου. Ο Χάρχαλης αν και είχε καλέσματα και προσκλήσεις να παίξει τόσο στην Αθήνα όσο και στην Αμερική (τον είχε προσκαλέσει ο Χαρίλαος Πιπεράκης) δεν αποχωρίστηκε ποτέ την αγαπημένη του Κρήτη, άλλωστε, πού να προλάβει; Για τον ίδιο λόγο και τον δισκογραφικό του έργο είναι πολύ μικρό εν συγκρίσει της αξίας του, μιας και τα πολυάριθμα γλέντια τον κρατούσαν "δέσμιο" του επαγγέλματος. Κατάφερε μόλις δύο φορές να ηχογραφήσει δύο δίσκους στα μέσα της δεκαετίας του '20 με αρχές του '30 μαζί με τον δεξιοτέχνη λαγουτιέρη Σταύρο Μαυροδημητράκη. Προκάλεσε όμως αίσθηση αυτή του η κίνηση τότε, ώστε πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν να μιμηθούν αυτή του την κίνηση. Θεωρείται δέ ίσως ο πρώτος Χανιώτης μουσικός που ηχογράφησε δίσκο εκείνα τα χρόνια(πλήν των Πιπεράκη και Καντέρη στην Αμερική). Μερικά από τα χαρακτηριστικά του ήταν ότι έλεγε την πρώτη στροφή της μαντινάδας σε ένα σκοπό και την δεύτερη σε άλλον σκοπό. Επίσης, σπανίως έπαιζε τον ίδιο σκοπό δεύτερη φορά στο γλέντι διότι το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο. Άφηνε πολλές φορές το πάλκο και κατέβαινε στα τραπέζια να σμίξει με τις παρέες που γλεντούσαν. Διαμόρφωνε τον σκοπό που έπαιζε ανάλογα με τον χορευτή και τις δεξιότητες αυτού. Μάλιστα, σε χορευτές που τους ήξερε καλά, έπαιζε και συγκεκριμένους σκοπούς. Ο Χάρχαλης έδινε μεγάλη έμφαση στα παλαιά κισαμίτικα συρτά, φοβόταν ότι κάποια μέρα θα χαθούν τα γνήσια ακούσματα και για αυτό τον λόγο συγκέντρωσε έναν μεγάλο αριθμό σκοπών που παίζονταν σκόρπια έως και την δεκαετία του '30 και τους έβαλε σε σειρές ανάλογα με την μουσική τους υφή και ακουστική, διατηρώντας τις γνήσιες πατρότητες. Με αυτό τον τρόπο δημιούργησε τις περίφημες "σειρές", η κάθε μία από 4 έως 5 σκοπούς συρτών. Στην μουσική μας παράδοση, μας άφησε δύο εκλεκτούς σκοπούς, τον Συρτό του Χάρχαλη ή Χαρχαλιανό και τον Θερισσιανό συρτό. Βέβαια, κατά δήλωση του ίδιου του Χάρχαλη, ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι ήταν συνθέτης αλλά απλά, έκανε διασκευές, "χαριτωσιές", σε παλαιότερους άγνωστους σκοπούς. Όπως και να'χει όμως, ακόμα και έτσι να είναι, τον τιμά ιδιαίτερα το γεγονός ότι παραδέχεται αυτά τα πράγματα, την στιγμή που μερικοί επιτήδειοι αυτοαποκαλούνται "συνθέτες" έχοντας αρπάξει τον κόπο άλλων. Άλλη κουβέντα αυτή βέβαια.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είχε προσθέσει άλλο ένα χαρακτηριστικό του Χάρχαλη. Δεν έπαιζε εγωιστικά κι άφηνε να ακούγεται το λαγούτο και πολλές φορές, να μπαίνει μπροστά από το βιολί. Στα συρτά μάλιστα κατά τον Κουτσουρέλη, ο Χάρχαλης δεν είχε το ταίρι του. Κι ένα άλλο χαρακτηριστικό: Ήταν πολύ κοινωνικός, φρόντιζε ας πούμε για τις δημόσιες σχέσεις, με αποτέλεσμα να αποκτά πολλούς και φανατικούς φίλους αλλά και πολυάριθμες κουμπαριές. Για την τότε νέα γενιά των καλλιτεχνών μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον Μαύρο, τον Ναύτη και τον Κουνέλη. Δεν κατηγόρησε κάποιον καλλιτέχνη προσωπικά, αν και συχνά υπονοούσε πώς με τον Μαριάνο είχανε κάποια "αντιπαλότητα" λόγω του συναγωνισμού που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, από προσωπική του δήλωση, θεωρούσε τον Μαριάνο ώς έναν αψεγάδιαστο βιολιστή. Η λαμπρή του πορεία διακόπηκε απότομα στα χρόνια της κατοχής λόγω του χαμού του γιού του. Αυτό τον έκανε να αποτραβηχτεί εντελώς από τα γλέντια και τις δημόσιες εμφανίσεις. Μετά από αρκετά χρόνια δέχτηκε να ξαναπιάσει στα χέρια του το αγαπημένο του όργανο, όμως όχι για να γλεντήσει τον κόσμο όπως παλιά, αλλά για να παίξει για τους φίλους, τους συγγενείς κι ίσως πιο πολύ, για τον ίδιο του τον εαυτό. Παρά τις πιέσεις, εμφανίστηκε ελάχιστες φορές ώς τιμώμενο πρόσωπο σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις. Στέκι του τότε, το καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη όπου μαζί έπαιζαν για την παρέα και τους φίλους. Δύο χρόνια πρίν πεθάνει, ηχογράφησε μαζί με τον Κουτσουρέλη και τον Μανώλη Γαλανάκη μερικές ερασιτεχνικές πομπίνες όπου παρόλη την ηλικία του, είχε παίξει συγκλονιστικά.
Ο Νικολής Χάρχαλης έφυγε από την ζωή το 1974 σε ηλικία ενενήντα ετών.


Νικόλαος Χάρχαλης - Αντώνης Κλεινάκης

ΚΙΣΑΜΙΤΙΚΟΣ ΣΥΡΤΟΣ, ΜΕΛΩΔΙΕΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ




Η κρητική μουσική παράδοση ξεχωρίζει τόσο για την ποικιλία των ακουσμάτων, όσο και για την πολυμορφία των χορών, των οργάνων αλλά και των καλλιτεχνών. Όλα αυτά όμως, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά άρχισαν να αλλάζουν, όχι προς το καλύτερο. Οι δεκάδες χοροί, έδωσαν την θέση τους σε μόλις πέντε «παγκρήτιους» κι έτσι λοιπόν οι μελωδίες, τα χιλιάδες μουσικά μοτίβα έφθασαν σε σημείο να συρρικνωθούν στο ελάχιστο. Χοροί όπως ο Απανωμερίτης, ο Λαζώτης, το Μικρό-Μικράκι, ο Αγκαλιαστός, ο Πρινιανός ή Μπραϊμιανός, η Ρουμαθιανή Σούστα κ.ο.κ. σχεδόν εξαφανίστηκαν, δίνοντας την θέση τους σε περισσότερο «εντυπωσιακούς» χορούς όπως ο Μαλεβυζιώτικος, το Πεντοζάλι κλπ. Ο Συρτός, ένας από τους παλαιότερους χορούς στην Κρήτη, που δομήθηκε κυρίως κατά το 1750, θα είναι το κομμάτι που θα μας απασχολήσει. Όχι όμως σαν χορός με την ευρεία έννοια, αλλά σαν μελωδία. Και για να είμαστε ακριβείς, σαν μελωδίες. Διότι οι μελωδίες του συρτού που ξεκινούν από την Άλωση της Κων/λης και παίρνουν σάρκα και οστά στις Λουσακιές Κισσάμου του νομού Χανίων, είναι εκατοντάδες. Οι περισσότερες χάνονται στα βάθη των αιώνων, άλλες ίσως να παραμένουν ακόμα ανέκδοτες, όπως και να έχει όμως, ένας σημαντικός αριθμός αυτών των μελωδιών μας κάνει να δούμε καθαρά την αξία τους.

Οι πρώτες μελωδίες συρτών είναι ο Χανιώτικος και ο Κισσαμίτικος ή 2ος Χανιώτικος. Μελωδίες που συντέθηκαν από τους Κρήτες υπερασπιστές του Βυζαντίου κατά τις ανάπαυλες των μαχών και «πέρασαν» ως τραγουδιστικά μοτίβα στην Κίσσαμο με την άφιξη των πολεμιστών μετά την πτώση της Κων/λης, χωρίς όμως να χορεύονται. Στην Κίσσαμο που παρέμειναν αυτές οι δύο μελωδίες, συνόδευαν συνήθως τα τραγούδια (ριζίτικα) μέχρι και το 1750, όπου στα Πατεριανά των Λουσακιών Κισσάμου, κατά το γαμήλιο γλέντι κάποιου Πατερομάνου, όπως έχει σώσει η λαϊκή παράδοση αλλά και κάποιες γραπτές αναφορές περιηγητών της εποχής, οι κουμπάροι, οι οποίοι ήσαν πολέμαρχοι, θέλοντας να οργανώσουν κάποια επαναστατική κίνηση εναντίον των Οθωμανών, αλλά και για να τιμήσουν τους Κρήτες πολεμιστές του Βυζαντίου, παράγγειλαν στον βιολιστή Στέφανο Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο (1) να παίξει αυτές τις δύο τιμημένες μελωδίες, προφανώς στα μέτρα κάποιου τοπικού αρχαιότερου χορού και αυτοσχεδίασαν πάνω σε αυτόν με καινούρια ζάλα(βήματα, έντεκα στον αριθμό και σε μέτρα 2 τετάρτων) και με μια μορφή που την γνωρίζουμε και ως σήμερα σαν «Κισσαμίτικο συρτό». Οι δύο πρώτοι στον χορό έκαναν τα «ταλίμια», τις φιγούρες δηλαδή, αλλά χωρίς να σηκώνουν τα πόδια από την γή, συμβολίζοντας τον καπετάνιο και το πρωτοπαλίκαρο, που σε περίπτωση που ο πρώτος σκοτωνόταν στην μάχη, έπιανε «κεφαλή» στον χορό ο δεύτερος, κι έτσι λοιπόν διαδοχικά, ακολουθούσαν όλοι στον χορό. Η δομή αυτή του χορού βέβαια στις μέρες μας έχει σχεδόν εξαφανιστεί, πλήν των περιοχών Κισσάμου και Σελίνου που χορεύεται με τον ίδιο ιεροτελεστικό τρόπο.(2)

Στον γάμο αυτό ο Στέφανος Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος, συνέθεσε άλλον έναν σκοπό, τον λεγόμενο Ά Λουσακιανό, που στις μέρες μας δυστυχώς είναι άγνωστος.

Ο ίδιος μουσικός βέβαια δημιούργησε κι άλλες κλασσικές μελωδίες συρτών, όπως ο Μελισιανός, o ‘B Λουσακιανός κ.λ.π.

Εδώ θα πρέπει όμως να παρατηρήσουμε κάτι. Ότι οι περισσότερες μελωδίες συρτών φέρουν ονομασίες κάποιων τοπονυμίων. Για παράδειγμα (αναφερόμαστε σε καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου), Τυλιφιανός συρτός (Τύλιφος Κίσσαμου), Παλιοκαστρινός συρτός (Παλαιόκαστρο Κίσσαμου), Β και Γ Λουσακιανός (Λουσακιές Κίσσαμου), Μεραδιανός συρτός (Μεράδα Κίσσαμου), Μαλαθυριανός συρτός (Μαλάθυρος Κίσσαμου) κ.ο.κ. Ο λόγος βέβαια απλός. Οι περισσότεροι από αυτούς τους συρτούς πρωτοπαίχθηκαν σε τοπικά γλέντια και ο συνθέτης- μουσικός, σαν «δώρο», αφιέρωνε στο εκάστοτε χωριό τον «σκοπό» που είχε συνθέσει. Αυτό βέβαια συνεχίστηκε κι από τις επόμενες γενιές Χανιωτών μουσικών, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.(3) Και όπως πολύ εύστοχα είχε παρατηρήσει στο παρελθόν ο Μίκης Θεοδωράκης, κάθε χωριό της Κισσάμου και γενικά των Χανίων, έχει τον συρτό του.

Επίσης κάτι άλλο σημαντικό. Μπορεί π.χ να προϋπήρχε συρτός με το όνομα κάποιου χωριού και να τύχαινε ξανά, κάποιος μουσικός να συνθέσει και να θελήσει ξανά να αφιερώσει σε αυτό το χωριό κάποιον σκοπό. Έτσι μπορούμε να βρούμε για παράδειγμα τον «Μεσογειανό» του Μαριάνου και τον «Μεσογειανό» του Λαϊνά, ή, τον «Νοχιανό» του Τσιλαρίδη και τον «Νοχιανό» του Τζινευράκη. Αυτό βέβαια μπορεί να δημιουργήσει ένα μπέρδεμα, που με σωστές γνώσεις όμως αντιμετωπίζεται από τους καλλιτέχνες που θέλουν να παίξουν κάποιους τέτοιους σκοπούς.

Υπάρχουν όμως και συρτά τα οποία φέρουν μόνο το όνομα του συνθέτη τους, είτε γιατί ο εκάστοτε συνθέτης δημιούργησε έναν μονο «σκοπό», είτε γιατί δεν τον είχε αφιερώσει σε κανένα χωριό. Για παράδειγμα, ο «Συρτός του Μανιά» (Γιάννης Μανιατάκης ή Μανιατογιάννης), ο «Συρτός του Νικηφόρου» (Νικηφόρος Μαυροδημητράκης), ο «Συρτός του Χάρχαλη» (Νικολής Χαρχαλάκης ή Χάρχαλης), ο «Συρτός του Λυραντώνη» (Ευθύμης Λυραντωνάκης) κ.λ.π.

Επίσης, διάφορα συρτά φέρουν ονομασίες που δεν έχουν σχέση με χωριά ή με συνθέτες, όπως ο «Συρτός Άρωμα» του Καναρίνη(Κων/νος Μπουλταδάκης), η «Μπεμπέκα» του Φελεσογιάννη (Ιωάννης Φελεσάκης), η «Ηλέκτρα» του ιδίου, ο «Συρτός της Χαραυγής» του Ηλία Δροσεράκη (4) κλπ.

Θα πρέπει όμως να σταθούμε σε ένα πολύ σημαντικό «είδος» ονομασίας συρτών. Τις λεγόμενες «ακολουθίες» ή «συνέχειες». Δηλαδή, ο συνθέτης ενός συρτού, δημιουργούσε κατόπιν άλλον έναν συρτό που ταίριαζε στις νότες και στα γυρίσματα με τον προηγούμενο. Έτσι λοιπόν τον ονόμαζε «ακολουθία» ή «συνέχεια». Για παράδειγμα, «Κοτσιανός» του Φαντομανώλη και «Ακολουθία Κοτσιανού» του ιδίου.

«1ος Καραγκιουλές» του Μουσταφά Καραγκιουλέ και «Ακολουθία ή 2ος Καραγκιουλές», του ιδίου πάλι καλλιτέχνη (Μουσταφά Καραγκιουλές, τουρκοκρητικός βιολιστής από τα Καλλεργιανά Κίσσαμου με μεγάλη προσφορά στα μουσικά δρώμενα της ), «Μπαρμπούνι» και «Ακολουθία» του Τσέγκα.

Υπάρχουν όμως και δύο συρτά, που δημιουργήθηκαν με πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Αυτά τα δύο συρτά είναι ο Ινάντιος του Καναρίνη (Κων/νος Μπουλταδάκης) επειδή η μαντινάδα πήγαινε «ενάντια» στα μουσικά μέτρα του σκοπού και ο συρτός «Κόντρας» του Ματζουράνα (Ιωάννης Αντωνογιαννάκης) που πήγαινε «κόντρα» στα ζάλα των χορευτών.

Ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των συνθέτων έχει ο Νικόλαος Τσέγκας. Κι αυτό γιατί δεν ήταν κάν μουσικός, δεν έπαιζε κανένα όργανο, παρόλα αυτά όμως το μουσικό του μυαλό άφησε στην κρητική μουσική αρκετούς κλασσικούς συρτούς με αποκορύφωμα τον θρυλικό «Κακράπη» συρτό. Ο Κακράπης, που πήρε την ονομασία του από τον ομώνυμo βράχο της Γραμβούσας, έχει τα περισσότερα γυρίσματα από οποιοδήποτε άλλο συρτό στην κρητική μουσική έως και τις μέρες μας. Τα αρχικά γυρίσματα ήταν πολλά, πράγμα όμως που δυσκόλευε τους καλλιτέχνες να τον αποδώσουν σωστά χωρίς να ξεφεύγουν από τα μέτρα (τα πάσα) του χορού. Ο μοναδικός που τον απέδιδε άριστα και με τα αρχικά γυρίσματα ήταν ο Νικολής Χάρχαλης. Κατόπιν, τον συρτό αυτό, τον επεξεργάστηκε ο θρυλικός λαουτιέρης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης και μείωσε κάποια γυρίσματα, αλλά ακόμα και με αυτό τον τρόπο, ο «Κακράπης» συνεχίζει μέχρι και τις μέρες μας να είναι ο πιο δαιδαλώδης σκοπός συρτού.

Άλλη μια ομάδα συρτών που αξίζει να ασχοληθεί κανείς είναι οι λεγόμενοι «ανώνυμοι» σκοποί. Δηλαδή, ένας αριθμός μελωδιών που έχουν παραμείνει στις μέρες μας χωρίς κάποια σχετική ονομασία, όπως για παράδειγμα ο «Ανώνυμος» του Τσέγκα, ο «Ανώνυμος» του Βουρογιάννη, κι άλλοι πολλοί. Οι ονομασίες αυτών των σκοπών, είτε χάθηκαν και ξεχάστηκαν στο πέρασμα των χρόνων, είτε ο συνθέτης τους δεν πρόλαβε να τις ολοκληρώσει. Για παράδειγμα, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός συνθέσεων που αποδίδεται στον Νικόλαο Τσέγκα, αλλά δυστυχώς αυτές οι συνθέσεις έχουν μείνει ανέκδοτες πλήν κάποιων εξαιρέσεων που ήρθαν στην επιφάνεια τα τελευταία χρόνια με την έκδοση ενός ψηφιακού δίσκου από τον άξιο συνεχιστή της κισσαμίτικης μουσικής παράδοσης, Θοδωρή Πολυχρονάκη.

Οι περισσότερες μελωδίες συρτών, έως και το 1950 συντέθηκαν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό από βιολιστές των Χανίων, μιας και η λύρα δεν ήταν το κύριο όργανο σε όλες σχεδόν τις επαρχίες του νομού.(5) Οι λυράρηδες που συνέθεσαν μελωδίες συρτών είναι ο Νικόλης Κατσούλης ή Κουφιανός (Χαλεπιανός συρτός), ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης (Συρτος του Νικηφόρου), ο Γεώργιος Καντεράκης( Συρτά του Καντέρη, Αποκορωνιώτικος συρτός) και ο Μιχάλης Παπαδάκης ή Πλακιανός που δημιούργησε πλήθος μελωδιών, τις οποίες όμως δεν τις ηχογράφησε και δεν τις υπερασπίστηκε με αποτέλεσμα να γίνουν «λάφυρα» κάποιων επιτήδειων λυράρηδων της κεντρικής Κρήτης κατά τα μέσα του περασμένου αιώνα.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε την προσφορά τριών καλλιτεχνών, όσον αφορά την διατήρηση και διάδοση των συρτών στις επόμενες γενιές.

Ο Νικόλαος Χάρχαλης, αυτός ο θρυλικός βιολιστής, μάζεψε τα συρτά που παίζονταν σκόρπια, έως και τις αρχές του 20ου αιώνα, μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου, τα ταξινόμησε, έσωσε τις αυθεντικές ονομασίες και πατρότητες τους και τέλος, τα έβαλε σε σειρές, που έμειναν ως οι περίφημες «σειρές του Χάρχαλη» (6). Κάθε σειρά μπορεί να αποτελούταν και από έξι με επτά μελωδίες συρτών.

Ο Νίκος Σαριδάκης, ο ανεπανάληπτος Μαύρος όπως έμεινε να λέγεται, πήρε τα παλιά συρτά και τα επεξεργάστηκε με έναν μοναδικό τρόπο, δίνοντας τους μια νέα, φρέσκια πνοή, χωρίς όμως να προσβάλει το ύφος και την αυθεντική δομή τους, δημιουργώντας ο ίδιος, μια νέα ακουστική, μια «σχολή» παιξίματος των παραδοσιακών κισσαμίτικων μοτίβων.

Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, αυτός ο μοναδικός βιρτουόζος και γνήσιος βιολιστής, ο τελευταίος των «μεγάλων», έδωσε έναν αγώνα «ζωής» για να διασώσει τα γνήσια ακούσματα των συρτών, παίζοντας και διατηρώντας τους σκοπούς αυτούς, βάσει των παλαιών προτύπων, όπως αυτά τα διδάχθηκε από τον Χάρχαλη, τον Μαριάνο, τον Κουφιανό και από τον πατέρα του, παλαιό βιολιστή, τον Βασίλη Παπαδάκη ή Κοπανίδη. Ο τελευταίος, που ίσως ήταν ο μοναδικός βιολιστής των αρχών του περασμένου αιώνα στα Χανιά που γνώριζε από μουσική γραφή, έσωσε αρκετά παλαιά συρτά, σύμφωνα με τις αρχικές δομές τους και πατρότητες τους. Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν σταμάτησε ποτέ να ερευνά την ιστορία και την πορεία του συρτού, καθώς και την ιστορικότητα του βιολιού ως γνήσιο, παραδοσιακό όργανο της κρητικής μουσικής. (7)

Το πέρασμα των συρτών από τα Χανιά στους υπόλοιπους νομούς, είναι ένα θέμα που ακόμα και στις μέρες μας προκαλεί αρκετές έριδες μεταξύ των καλλιτεχνών και των μελετητών, όχι ως προς την καταγωγή των συρτών, αλλά ως προς την περίοδο που αυτά διαδόθηκαν στον νομό Ρεθύμνης. Την περίοδο που τα συρτά πρωτοπαίχθηκαν, σχεδόν ταυτόχρονα από την Κίσσαμο διαδόθηκαν στην γειτονική επαρχία Σελίνου λόγω των ανεπτυγμένων σχέσεων των κατοίκων των δύο επαρχιών αλλά και λόγω της πανομοιότυπης πολιτιστικής κουλτούρας. Στην επαρχία Κυδωνίας μαθαίνουμε πρώτη φορά για ύπαρξη συρτών κατά την επανάσταση του 1821, καθώς Κισσαμίτες και Σελινιώτες επαναστάτες ήρθαν σε επαφή με Κυδωνιάτες. Στις δε επαρχίες Αποκορώνου και Σφακίων τα συρτά διαδόθηκαν από το 1850 και μετά, όπως τουλάχιστον έχουν ερευνήσει τοπικοί λαογράφοι και μελετητές. Κι αυτό έγινε λόγω της καταγωγής από τα Σφακιά πολλών Κισσαμιτών βιολιστών όπως ο Ανδρέας Μαριάνος, ο Μανώλης Φαντάκης ή Φαντομανώλης κ.α., όταν όλοι οι προαναφερόμενοι έπαιζαν συχνά εκείνη την περίοδο σε γλέντια στις περιοχές Σφακίων και Αποκορώνου και έτσι διέδωσαν τα συρτά. Από μαρτυρία του Ανδρέα Μαριάνου στον γιο του και θρυλικό βιολιστή Γιώργη Μαριάνο, στα Σφακιά μέχρι τα μέσα του 190ου αιώνα , χόρευαν μόνο Πεντοζάλι και Γιτσικιά (Ρουμαθιανή) σούστα.

Στο Ρέθυμνο λοιπόν, τα συρτά σαν μελωδίες (ελάχιστες στον αριθμό) ίσως και να υπήρχαν, λόγω των όποιων κοινωνικών σχέσεων των κατοίκων των δύο νομών. Όχι όμως ότι είχαν «ριζώσει» και διαδοθεί. Η διάδοση των συρτών έγινε περίπου κατά τα έτη 1923 – 1925 όταν και ιδρύθηκε στα Χανιά η σχολή Χωροφυλακής, στην οποία υπηρέτησαν πλήθος Ρεθύμνιων καλλιτεχνών όπως ο Μανώλης Λαγός, ο Γιώργος Μουζουράκης, ο Αλέκος Καραβίτης κ.α. Όλοι αυτοί δεν γνώριζαν τα συρτά και μαθήτευσαν δίπλα στον Γιώργη Μαριάνο (8), τον Σταύρο Μαυροδημητράκη, τον Νικόλαο Κατσούλη ή Κουφιανό, ούτως ώστε να μάθουν τις μελωδίες και τον χορό των συρτών. Όλα αυτά βέβαια έχουν δηλωθεί κατά καιρούς και από τους ίδιους τους λυράρηδες. Άραγε, όπως υποστηρίζουν πολλοί μουσικοί και μελετητές, αν προϋπήρχαν διαδεδομένα τα συρτά στο Ρέθυμνο, για ποιόν λόγο όλοι αυτοί οι σπουδαίοι Ρεθύμνιοι καλλιτέχνες πήγαν στα Χανιά κι έμαθαν τα συρτά; Και για ποιόν λόγο εκείνη την περίοδο πήγαν στα Χανιά τόσο ο Καρεκλάς (Αντώνης Παπαδάκης) και ο Ανδρέας Ροδινός (ο οποίος μαθήτευσε στον Νικολή Χάρχαλη); Καμιά φορά αυτοί οι τοπικιστικοί παράγοντες είναι τόσο ανασταλτικοί στην γνώση.

Και το σημαντικότερο στοιχείο βέβαια, σχεδόν όλες οι μελωδίες που ηχογραφήθηκαν κατά τα χρόνια του μεσοπολέμου από λυράρηδες του Ρεθύμνου, είναι χανιώτικες και κισσαμίτικες διασκευές και όχι ρεθυμνιώτικες συνθέσεις, πράγμα που ασφαλώς το παραδέχονταν τότε και οι ίδιοι οι λυράρηδες. Για παράδειγμα, η κλασσική «Σειρά του Ροδινού». Τα συρτά που παίχθηκαν από τον θρυλικό αυτόν λυράρη είναι απλές διασκευές χανιώτικων συρτών, αρκετά παραποιημένες βέβαια, μιας και τα μέσα τότε ήταν ανασταλτικά για να κατανοηθεί μια μελωδία. Με την σειρά, παραθέτουμε τις γνήσιες ονομασίες των μελωδιών αυτών: Χανιώτικος συρτός αγνώστου συνθέτη, ΄Β Λουσακιανός του Κιώρου, Αερινιώτης του Φελεσογιάννη, Σελινιώτικος του Βουρογιάννη, Ηλέκτρα του Φελεσογιάννη, Καρεφυλλιανός του Καναρίνη, Τοπολιανός του Φαντομανώλη, Βουλγαριανός του Ζερβού.(9)

Σε ένα οδοιπορικό της Δόμνας Σαμίου, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 με στόχο την «αυθεντική καταγραφή» της κρητικής μουσικής, παρουσιάστηκε ο νομός Ρεθύμνης και συγκεκριμένα, η Κρύα Βρύση της επαρχίας Αγ.Βασιλείου, η πόλη του Ρεθύμνου και τα Ανώγεια. Στο Ρέθυμνο, η κυρία Σαμίου βρήκε τον αξέχαστο δεξιοτέχνη, τον Στέλιο Φουσταλιεράκη και του ζήτησε να παίξει μερικά δικά του παραδοσιακά συρτά. Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης όμως, με το ήθος που τον χαρακτήριζε, απάντησε «δικά μου συρτά, δεν έχω συνθέσει. Όλα αυτά που παίζουμε στο Ρέθεμνος είναι κισσαμίτικα που τα μάθαμε από τους βιολατόρους των Χανίων».

Οι μαρτυρίες, τόσο του ανεπανάληπτου Κώστα Μουντάκη, όσο και του θρυλικού λυράρη των Ανωγείων, Μανώλη Πασπαράκη ή Στραβού, δηλώνουν ότι τα συρτά στην ευρύτερη περιοχή του Μυλοποτάμου διαδόθηκαν ως επί το πλείστον μετά την κατοχή.

Στον νομό Ηρακλείου τα συρτά «πέρασαν» κυρίως από το 1950 και μετά, κυρίως με την κάθοδο στην πρωτεύουσα του νομού, Ανωγειανών καλλιτεχνών (Νικ.Ξυλούρης, Γ.Καλομοίρης, Εμμ.Μανουράς) και με την «κυριαρχία» στις νότιες επαρχίες του Σπηλιανού λυράρη, Θανάση Σκορδαλού. Βέβαια, σημαντική και η προσφορά του αδικοχαμένου, Λευτέρη Μανασάκη ή Γαλιανού,από την Γαλιά. Στον νομό Λασιθίου, τα συρτά ευδοκίμησαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, κυρίως με κάποιες ηχογραφήσεις του θρυλικού Δερμιτζογιάννη (10), αλλά και με την «εισβολή» πολλών Ηρακλειωτών και Ρεθύμνιων λυράρηδων. Η μουσική της δυτικής Κρήτης έρχεται ακόμα και τώρα σε πλήρη διαφορετικότητα με την μουσική της ανατολικής Κρήτης, όπου εκεί παίζει μεγάλο ρόλο ο λυρισμός και οι τοπικές μελωδίες (κοντυλιές, πηδηχτοί) και αυτός ήταν ο κύριος παράγοντας ούτως ώστε τα συρτά να δυσκολευτούν να ενσωματωθούν στα μουσικά μοτίβα των περιοχών αυτών.

Η έρευνα στις μελωδίες των συρτών δεν σταματά εδώ και δεν μπορεί να σταματήσει την στιγμή που όλο και περισσότερες παλαιές μελωδίες έρχονται στο προσκήνιο. Το σίγουρο όμως είναι ένα: Πρόκειται για έναν πλούσιο θησαυρό μουσικής κληρονομιάς που παραδόθηκε τόσο απλόχερα από τους παλαιούς «τεχνίτες» σε εμάς και αυτό μας καθιστά όλους υπεύθυνους για την διαφύλλαξη και διατήρηση του.

Για τέλος, παραθέτουμε τις σημαντικότερες μελωδίες συρτών, βάσει συνθετών –χρονολογιών. Βέβαια, δεν είναι μόνο αυτές, αλλά είναι ένα σημαντικό βήμα στην γνώση αυτών των αθάνατων πραγματικά σκοπων.

Στεφανής Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος 1ος , βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου

1. A' Λουσακιανός συρτός το 1750 στα Πατεριανά Κισσάμου
2. Β' Λουσακιανός συρτός το 1752 στις Λουσακιές Κισσάμου
3. Μελισιανός συρτός το 1755 στην Μελισιά Κισσάμου
4. Τυλιφιανός συρτός το 1780 στην Τύλιφο Κισσάμου
5. Περβολιανός συρτός το 1785 στα Περβολάκια Κισσάμου

Αντώνιος Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος 2ος , βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου.

1. Παλαιοκαστρινός συρτός το 1786 στο Παλαιόκαστρο Κισσάμου
2. Γ' Λουσακιανός συρτός το 1790 στις Λουσακιές Κισσάμου
3. Λυριδιανός συρτός το 1792 στα Λυριδιανά Κισσάμου
4. Σασαλιανός συρτός το 1800 στο Σάσαλο Κισσάμου
5. Εσπερινός συρτός το 1810

Κων/νος Μπαλαμπός (Κοπανίδης Ά) , βιολιστής από τα Μπαλαμπιανά Κισσάμου.

1. Συρτός του Κοπανίδη το 1850
2. Συρτός του Μπαλαμπού το 1866

Στεφανής Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος 3ος, βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου.
1. Μεραδιανός συρτός το 1850 στην Μεράδα Λουσακιών Κισσάμου
2. Γαλουβιανός συρτός το 1860 στον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου
3. Συρτός της Νύχτας το 1866
4. Συρτός του Κιόρου το 1870
5. Συρτός Λοξός το 1875

Κων/νος Μπουλταδάκης ή Καναρίνης, βιολιστής από την Δρακόνα Κισσάμου.

1. Καρεφυλλιανός συρτός το 1866 στα Καρεφυλλιανά Κισσάμου
2. Ινάντιος συρτός το 1870 στον Πλάτανο Κισσάμου
3. Σφηναριώτικος συρτός το 1875 στο Σφηνάρι Κισσάμου
4. Συρτός του Καναρίνη (Άρωμα) το 1880
5. Τριαλώνης συρτός το 1896 στα Τριαλώνια Κισσάμου
6. Δρακονιανός συρτός το 1898 στην Δρακόνα Κισσάμου

Ιωάννης Βουράκης (Βουρογιάννης) , βιολιστής από την Μονή Σελίνου.
1. Σελινιώτικος συρτός το 1866 στην Μονή Σελίνου
2. Παραλλαγή Χανιώτικου σε άλλη κλίμακα το 1875


Ανδρέας Μαριανάκης (Μαριάνος), βιολιστής από τον Δραπανιά Κισσάμου.

1. Βοριάς συρτός το 1896
2. Δραπανιανός συρτός το 1900 στον Δραπανιά Κισσάμου
3. Πυργιανός συρτός το 1906 στον Πύργο Καστελλίου Κισσάμου
4. Μεσογειανός συρτός το 1908 στον Πλάτανο Κισσάμου
5. Σηρικαριανός συρτός το 1912 στο Σηρικάρι Κισσάμου

Ιωάννης Μανιατάκης (Μανιατογιάννης), βιολιστής από τα Μαρεδιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Μανιά το 1896
2. Κουκουναριάνος συρτός το 1900 στην Κουκουναρά Κισσάμου
3. Τσικαλαριανός συρτός το 1906 στα Τσικαλαριά Κισσάμου
4. Μαρεδιανός συρτός το 1908 στα Μαρεδιανά Κισσάμου

Μουσταφά Καραγκιουλές, βιολιστής από τα Καλεργιανά Κισσάμου.

1. 1ος συρτός Καραγκιουλές το 1882
2. 2ος συρτός Καραγκιουλές το 1886
3. Καλεργιανός συρτός το 1890 στα Καλεργιανά Κισσάμου
4. Γιουσούφης συρτός το 1898

Νίκος Λαϊνάκης, βιολιστής από τον Λαρδά (Γραμβούσα) Κισσάμου.

1. Συρτός του Λαϊνά το 1883
2. Λαρδιανός συρτός το 1886 στον Λαρδά Κισσάμου
3. Καλυβιανός συρτός το 1890 στην Καλυβιανή Κισσάμου
4. Μεσογειανός συρτός του Λαϊνά το 1903 στα Μεσόγεια Κισσάμου

Ιωάννης Αντωνογιαννάκης (Ματζουράνας), βιολιστής από την Μεράδα Λουσακιών Κισσάμου.

1. Συρτός του Ματζουράνα το 1884 στις Λουσακιές Κισσάμου
2. Μαλαθυριανός συρτός το 1889 στην Μαλάθυρο Κισσάμου
3. Κεραμοθιανός συρτός το 1905 στην Κεραμοτή Κισσάμου
4. Κόντρας συρτός το 1908 στις Λουσακιές Κισσάμου
5. Βουβιανός συρτός το 1912 στις Βούβες Κισσάμου

Ιωάννης Φελεσάκης (Φελεσογιάννης), βιολιστής από τον Αερινό Κισσάμου.
1. Αερινιώτης συρτός το 1896 στον Αερινό Κισσάμου
2. Ηλέκτρα συρτός το 1908
3. Μπεμπέκα συρτός το 1912

Νικηφόρος Μαυροδημητράκης, λυράρης από τα Μαρεδιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Νικηφόρου το 1912 στα Μαρεδιανά Κισσάμου



Ηλίας Δροσεράκης (Δροσερός), μπουλγαρί από τον Δραπανιά Κισσάμου.1. Συρτός της Χαραυγής το 1922 στον Δραπανιά Κισσάμου

Νικόλαος Χαρχαλάκης (Χάρχαλης), βιολιστής από τα Χαρχαλιανά Κισσάμου.

1. Συρτός του Χάρχαλη ή Χαρχαλιανός το 1914 στα Χαρχαλιανά Κισσάμου
2. Θερισσιανός συρτός ή Χαρχαλίστικος το 1923 στο Θέρισσο Κυδωνίας

Βασίλης Παπαδάκης (Κοπανίδης), βιολιστής από τα Μπαλαμπιανά Κισσάμου.
1. Μπαλαμπιανός συρτός το 1939 στα Χανιά

Νικολής Κατσούλης (Κουφιανός), λυράρης από τον Κουφό Κυδωνίας

1. Χαλεπιανός συρτός το 1932 στην Χαλέπα (Χανιά)

Μανώλης Φαντάκης (Φαντομανώλης), βιολιστής από τα Κοτσιανά Κισσάμου
1. Κοτσιανός συρτός το 1912 στα Κοτσιανά Κισσάμου
2. Ακολουθία Κοτσιανού το 1918 στα Κοτσιανά Κισσάμου
3. Τοπολιανός συρτός το 1922 στα Τοπόλια Κισσάμου
4. Αρμενοχωριανός συρτός του Φαντή το 1926 στο Άρμενο Χωριό Κισσάμου

Νικολής Αποστολάκης (Τσιλαρίδης), βιολιστής από τα Νοχιά Κισσάμου.
1. Νοχιανός συρτός το 1922 στα Νοχιά Κισσάμου

Νικολής Φαντάκης (Ζερβός), βιολιστής από τα Κοτσιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Ζερβού το 1922 στα Κοτσιανά Κισσάμου
2. Βουλγαριανός συρτός το 1928 στο Βουλγάρω Κισσάμου
3. Συντέκνισσα συρτός το 1934 στον Δραπανιά Κισσάμου
4. Καμάρι συρτός το 1936 στην Ποταμίδα Κισσάμου

Νικολής Τσέγκας, μουσικοσυνθέτης από το Καστέλλι Κισσάμου.
1. Γραμπουσιανός συρτός το 1933 στην Γραμβούσα Κισσάμου
2. Κακράπης συρτός το 1940 στο πέλαγος της Γραμβούσας
3. Μπαρμπούνι συρτός το 1943 στο πέλαγος της Γραμβούσας
4. Ακολουθία συρτός το 1945 στο πέλαγος της Γραμβούσας
5. Αζωγυριανός συρτός το 1950 στον Αζωγυρέ Κισσάμου

Ευθύμιος Λυραντωνάκης, βιολιστής από τις Καλάθενες Κισσάμου.
1. Συρτός του Λυραντώνη το 1939 στις Καλάθενες Κισσάμου

Νικολής Σαριδάκης (Μαύρος), βιολιστής από τον Σκουτελώνα Κισσάμου.

1. Κολυμπαριανός συρτός το 1950 στο Κολυμπάρι Κισσάμου

Θεοχάρης Τζινευράκης, τραγουδιστής από τα Νοχιά Κισσάμου.

1. Νοχιανός συρτός του Θεοχάρη το 1950 στα Νοχιά Κισσάμου

Στέλιος Κουτσουρέλης, λαγουτιέρης από το Καστέλλι Κισσάμου.
1. Εννιαχωριανός συρτός το 1952 στην Αθήνα

Γιώργης Ντερμιτζάκης, λαγουτιέρης από το Γεράνι Κυδωνίας.
1. Γερανιώτικος συυρτός το 1963 στο Γεράνι Κυδωνίας

Στρατής Γαλαθιανάκης (Γαλαθιανός), βιολιστής από τους Κάμπους Κεραμειών Κυδωνίας.

1. Λακκιώτικος συρτός το 1953 στους Λάκκους Κυδωνίας

Σταύρος Καντηλιεράκης, βιολιστής από την Παναγιά Κεραμειών Κυδωνίας.

1. Συρτός του Καντηλιέρη το 1970 στα Χανιά

Μιχάλης Κουνελάκης (Κουνέλης), βιολιστής από τα Καρφιανά Κισσάμου.
1. Συρτός του Κουνέλη(Εσύ’σαι η αγάπη μου) το 1982 στο Καστέλλι Κισσάμου

Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης), βιολιστής από το Καστέλλι Κισσάμου.
Μερικές από τις γνωστότερες συνθέσεις του είναι:

1. Συρτός της Αυγής το 1940 στην Αθήνα
2. Βατολακιανός συρτός το 1945 στον Βατόλακο Κυδωνίας
3. Νέος Σελινιώτικος συρτός το 1949 στην Παλαιόχωρα Σελίνου
4. Συρτός του Ναύτη το 1953 στα Χανιά
5. Κουστογερακιώτικος συρτός το 1955 στο Κουστογέρακο Σελίνου
6. Τα Ωραία του Ναύτη το 1955 στα Χανιά
7. Αφρατιανός συρτός το 1956 στα Αφράτα Κισσάμου
8. Ροδοπιανός συρτός το 1957 στα Ροδοπού Κισσάμου
9. Ποταμιδιανός συρτός το 1952 στην Ποταμίδα Κισσάμου
10. Αργός συρτός το 1957 στα Χανιά
11. Νέος Γραμβουσιανός συρτός το 1966 στην Αμερική
12. Καλουδιανός συρτός το 1969 στην Αμερική
13. Ρογδιανός συρτός το 1973 στην Αμερική
14. Νέος Εννιαχωριανός συρτός το 1974 στην Αμερική
15. Κατσοματαδιανός συρτός το 1976 στα Χανιά
16. Παραγγελιά του Ναύτη στην Αυστραλία το 1983
17. Βαλσαμιώτης συρτός το 1991 στον Βατόλακο Κυδωνίας
18. Καλαθενιώτης συρτός το 1991 στα Χανιά
19. Χαιρεθιανός συρτός το 1992 στα Χανιά
20. Ανισαρακιώτης συρτός το 1993 στα Χανιά

Υποσημειώσεις:

1.Στέφανος Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος, βιολιστής από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου। Άκμασε από το 1740 μέχρι το 1790, κι ήταν κάτοχος ενός βιολιού «Στραντιβάριους»। Ο ίδιος το 1770 θρυλείται ως ο δημιουργός του πεντοζαλιού, στην Ανώπολη Σφακίων. Το παρανόμι «Κιώρος» οφείλεται στο ότι είχε έντονο πρόβλημα στραβισμού. Το ίδιο πρόβλημα είχαν και οι απόγονοί του, ο γιός του Αντώνης Τριανταφυλλάκης και ο εγγονός του Στέφανος Τριανταφυλλάκης, βιολιστές και οι δύο με τεράστια συνθετική προσφορά.

2.Οι χορευτικές μορφές που μπορούμε να παρατηρήσουμε στις δύο αυτές επαρχίες είναι σχεδόν ίδιες, αν και υπάρχουν μερικές τοπικές διαφορές στην χορευτική εκτέλεση, ακόμα και στην ίδια την Κίσσαμο. Δηλαδή, διαφορετικά τα «ταλίμια» που θα συναντήσουμε στις Λουσακιές, στα Εννιά Χωριά, στα Παλαιά Ρούματα κ.ο.κ.

3.Μέχρι και τις μέρες μας, οι περισσότεροι καλλιτέχνες των Χανίων δίνουν ονομασίες στα συρτά τους βάσει τοπονυμίων, για παράδειγμα ο λυράρης Δημήτρης Βακάκης με τον «Βαβουλεδιανό συρτό», ο Ηλίας Χορευτάκης με τον «Χορευτιανό» συρτό κ.λ.π.

4.Ηλίας Δροσερός ή Δροσεράκης, από τον Δραπανιά Κισσάμου. Ίσως ο μοναδικός ονομαστός καλλιτέχνης της περιόδου των αρχών του 20ου αιώνα στην Κίσσαμο που έπαιζε μπουλγαρί (Οι παλαιότεροι το ονόμαζαν μπουζούκι). Ο συρτός του ήταν ίσως ο πιο αργός σε ρυθμό εκείνα τα χρόνια. Παρόλα αυτά, έμεινε κλασσικός και έχει διασκευαστεί στις μέρες μας από αρκετούς καλλιτέχνες. Σημαντικές ηχογραφήσεις του συρτού αυτού έγιναν από τον Κώστα Μουντάκη, αλλά και με σόλο λαγούτο από τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τον Μιχάλη Πολυχρονάκη.

5.Η λύρα, συγκριτικά με το βιολί, σπάνιζε μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα τόσο στην Κίσσαμο, όσο και στην ευρύτερη περιοχή του νομού Χανίων. Ο μοναδικός γνωστός λυράρης της Κισσάμου εκείνα τα χρόνια ήταν ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης από τα Μαρεδιανά Κισσάμου. Υπήρχαν βέβαια λυράρηδες και στο Σέλινο και στον Αποκόρωνα, όπως οι θρυλικοί Καντέρης, Χαρίλαος Πιπεράκης, Παλικαρογιάννης, Πλακιανός και ο κορυφαίος Νικολής Κατσούλης ή Κουφιανός, πάραυτα όμως η λύρα δεν είχε καθιερωθεί.

6. Ο Νικόλαος Χάρχαλης ηχογράφησε αυτές τις «σειρές» λίγα χρόνια πρίν φύγει από την ζωή, στο Καστέλλι σε ερασιτεχνικές πομπίνες με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τον Γαλανάκη. Στις πομπίνες αυτές παρουσιάστηκαν σειρές συρτών , η κάθε μία αποτελούμενη από τέσσερις έως έξι σκοπούς συρτών. Ο Χάρχαλης κατά την περίοδο της ακμής του, έπαιζε στα γλέντια πάρα πολλά και διάφορα συρτά και απέφευγε την επανάληψη, μιας και το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο.

7.Το 1989 ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Κρητική λύρα:Ένας μύθος» και προκάλεσε ποικίλα σχόλια από ερευνητές και καλλιτέχνες, διότι στο βιβλίο αυτό αντέκρουσε την άποψη ότι η λύρα είναι το κύριο όργανο της κρητικής μουσικής, παρουσιάζοντας μια αξιόλογη έρευνα με σημαντικά στοιχεία και ντοκουμέντα, καθώς και «στόχευσε» τον Σίμωνα Καρά για την περίφημη απαγόρευση του βιολιού στα τέλη της δεκαετίας του ’50 από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η περίφημη αυτή απαγόρευση δημιούργησε ρήξη στις σχέσεις των καλλιτεχνών των νομών Χανίων – Ρεθύμνης, προάγοντας και συμφέροντας τους τελευταίους, μιας και οι βιολιστές των Χανίων περιθωριοποιήθηκαν για περίπου τρείς δεκαετίες από τα Μ.Μ.Ε. και βάζοντας σε κίνδυνο μια ολόκληρη πλούσια μουσική παράδοση που έως τότε, άνθιζε στην δυτική Κρήτη. Για το αστείο της υπόθεσης να πούμε ότι η εν λόγω απαγόρευση, δεν έχει αρθεί ακόμα.

8.Ο Γεώργιος Μαριάνος είναι ένα κεφάλαιο της κρητικής μουσικής που αξίζει να μελετηθεί. Ο ίδιος αποτέλεσε παράδειγμα για τους νεώτερους μουσικούς εκείνης της περιόδου, καθώς δίπλα του μαθήτευσαν όχι μόνο βιολιστές, αλλά και λυράρηδες όπως ο Εμ.Λαγός, ο Γ.Μουζουράκης, ο Αλέκος Καραβίτης (όπου έκατσε στον Δραπανιά επτά μήνες να μάθει τα συρτά), αλλά και φτασμένοι μουσικοί όπως ο Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς και ο Χαρίλαός Πιπεράκης. Τόσο ο Καραβίτης, όσο και ο Λαγός, ουδέποτε αρνήθηκαν ότι δεν γνώριζαν τα συρτά προτού έλθουν στα Χανιά , κι ότι τα έμαθαν από τον Μαριάνο. Σημαντική επίσης και η προσφορά του αξέχαστου λαγουτιέρη Σταύρου Μαυροδημητράκη που μέσω των συνεργασιών του με τους Καραβίτη , Μουζουράκη και Μουντάκη, διέδωσε στους ανωτέρω πολλές κισσαμίτικες μελωδίες.

9. Δίνουμε μερικά παραδείγματα συρτών, όπως αυτά ηχογραφήθηκαν και ονομάσθηκαν από λυράρηδες και κατόπιν παραθέτουμε και τις γνήσιες ονομασίες αυτών:

"Συρτός Καρεκλά - Αντ.Παπαδάκη ή Καρεκλά" - "Δραπανιανός συρτός του Α.Μαριάνου - Χαλεπιανός του Νικ.Κατσούλη ή Κουφιανού"

"Αχι Λουσακιανό κρασί - Χαρ.Πιπεράκης" - "Γαλουβιανός του Κιώρου - Νοχιανός του Τσιλαρίδη(Νικ.Αποστολάκης)"

"Πόσες φορές γλυκά γλυκά - Ν.Παπαδογιάννης" - "Συρτός του Ματζουράνα (Ι.Αντωνογιαννάκης ή Ματζουράνας)"

"Στων αμαθιών σου τη φωτιά - Αθ.Σκορδαλός" - "Λυριδιανός του Κιώρου" (Το Ρεφραίν στο 2ο μέρος του 2ου σκοπού είναι ο Πυργιανός του Α.Μαριάνου)"

"Μοιάζουν πολύ τση θάλασσας - Αθ.Σκορδαλός" - "Φουρνιανός του Γ.Κουτσουρέλη"

"Συρτός Κουτρουλιανός - Αλ.Καραβίτης" - "Συρτός του Κιώρου (Στεφ.Τριανταφυλλάκης)"

"Ούλοι αγαπούν και χαίρουνται - Εμ.Λαγός,Ι.Μπερνιδάκης(Μπαξεβάνης) - "Συρτος Ανώνυμος του Πλακιανού - Δραπανιανός του Ανδ.Μαριάνου)"

"Πολλές φορές στον ύπνο μου ή,Κεφαλοβρυσσιανός - Γ.Καλογρίδης) - "Κουκουναριανός του Μανιατογιάννη - Συρτός του Μανιά (Ι.Μανιατάκης)"


10. Ο Δερμιτζογιάννης είναι ίσως ο πρώτος μουσικός του Λασιθίου που ηχογράφησε συρτά κατά την δεκαετία του ’60 και του ’70, σύμφωνα όμως με τα μουσικά «μέτρα» της περιοχής του, κι ίσως για αυτό τον λόγο τα συρτά αυτά ακούγονται με έντονα λυρικά στοιχεία που δεν έχουν σχέση με τον ορμητικό και γρήγορο τρόπο που παίζονται στα Χανιά.

Λίγα λόγια για την Κίσαμο.


Κίσαμος. Η δυτικότερη επαρχία του νομού Χανίων και της Κρήτης. Συνορεύει στα ανατολικά με την επαρχία Κυδωνίας και στα νότια - ανατολικά με την επαρχία Σελίνου.
Μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας, το ξακουστό και χιλιοτραγουδισμένο Καστέλλι.
Η Κίσαμος φημίζεται για την μουσική της κουλτούρα. Μια κουλτούρα που αιώνες τώρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κρητικό συρτό, την γιτσικιά σούστα, τα ριζίτικα τραγούδια.Εδώ πρωτοχορεύτηκε ο συρτός, εδώ συντέθηκαν οι εκατοντάδες λεβέντικες μελωδίες του, εδώ έδρασαν μερικοί εκ των αξιοτέρων καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής: Κιώροι, Χάρχαλης, Μαριάνος, Κουτσουρέληδες, Κουνέλης, Ναύτης κ.α. Και η μουσική, βαθιά ριζωμένη σε τούτο τον τόπο, με το βιολί και το λαγούτο, γαλούχησε γενιές ολόκληρες. Μα και η ιστορία της Κισάμου είναι εξίσου λαμπρή, όπως και η μουσική της. Η επαρχία αυτή πρωτοστάτησε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες και τα άξια τέκνα της έδωσαν τα πάντα για την ελευθερία του νησιου. Πολλοί είναι οι Κισαμίτες που έμειναν στην μνήμη του κόσμου για την προσφορά τους στην μουσική, την τέχνη, την ελευθερία, τον πολιτισμό. Και για όλους αυτούς, θα μιλήσουμε σιγά σιγά από αυτό το φιλόξενο ιστολόγιο.
Καλώς ήλθατε.