Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΡΧΑΛΑΚΗΣ - ΧΑΡΧΑΛΗΣ



Ο αυθεντικότερος βιολιστής της Κισάμου. Ο πιο γλυκοδάχτυλος. Ο μουσικός που μάγεψε με το δοξάρι και την φωνή του όποιον κι αν τον άκουσε. Στην εποχή του ήταν ασυναγώνιστος.
Γεννήθηκε στα Χαρχαλιανά Κισάμου το 1884. Στην οικογένεια του βρίσκουμε μουσικές καταβολές, αφού και ο πατέρας του έπαιζε ερασιτεχνικά μαντολίνο και τραγουδούσε, αλλά και ο θείος του (από την πλευρά της μητέρας του) έπαιζε βιολί επαγγελματικά, ο γνωστός Φελεσογιάννης από τον Αερινό Κισάμου. Μάλιστα, ο Φελεσογιάννης ήταν και δάσκαλος του. Επίσης έμαθε βιολί δίπλα στον Παλιμέτη και στον Γιαννιούδη. Τα σημαντικότερα μαθήματα όμως ήταν ακουστικά, μιας κι εκείνη την εποχή ήκμαζαν σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως ο Ματζουράνας, ο Μανιατογιάννης, ο Καναρίνης, ο Καραγκιουλές κ.α. Ο Χάρχαλης πήρε πολλά παραδείγματα από όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, χωρίς όμως να τους μιμηθεί, με αποτέλεσμα το παίξιμο του να φέρει πέρα για πέρα την προσωπική σφραγίδα του. Δεν άργησε να βγεί στα γλέντια και να προκαλέσει τον θαυμασμό του κοινού. Η Κίσαμος ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει το ταλέντο του κι έτσι ο Χάρχαλης ξεκίνησε να παίζει σε όλες τις επαρχίες του νομού Χανίων και να διασκεδάζει χιλιάδες κόσμου. Ακόμα και σε χωριά του Ρεθύμνου έπαιξε (την περίοδο του μεσοπολέμου) τότε που τα μεταφορικά μέσα ήταν ανύπαρκτα. Σπάνιες οι ανάπαυλες του Χάρχαλη, αλλά κι όταν δεν είχε κάποιο γλέντι, όλο και έπαιζε προβάροντας διαφόρους σκοπούς. Αγαπημένοι του σκοποί, ο Χανιώτικος, ο Ενάντιος, ο Κακράπης, ο 1ος Καραγκιουλές. Τραγουδούσε εξαίσια για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, μάλιστα δέ, ήταν υψίφωνος και κούρδιζε το βιολί πολύ ψηλά, σύμφωνα με το τότε σύστημα ώστε να ακούγεται καλά, μιας και τα ηχητικά μηχανήματα ήταν ανύπαρκτα. Συνεργάτες του στα γλέντια, ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Βασίλης Σκευάκης, ο Καρεφυλλομανώλης, ο Στεφανής Λιονάκης κ.α. Μόνιμος συνεργάτης του στα σελινιώτικα γλέντια, ο ανεπανάληπτος Κλειναντώνης από την Παλαιόχωρα Σελίνου. Ο Χάρχαλης αν και είχε καλέσματα και προσκλήσεις να παίξει τόσο στην Αθήνα όσο και στην Αμερική (τον είχε προσκαλέσει ο Χαρίλαος Πιπεράκης) δεν αποχωρίστηκε ποτέ την αγαπημένη του Κρήτη, άλλωστε, πού να προλάβει; Για τον ίδιο λόγο και τον δισκογραφικό του έργο είναι πολύ μικρό εν συγκρίσει της αξίας του, μιας και τα πολυάριθμα γλέντια τον κρατούσαν "δέσμιο" του επαγγέλματος. Κατάφερε μόλις δύο φορές να ηχογραφήσει δύο δίσκους στα μέσα της δεκαετίας του '20 με αρχές του '30 μαζί με τον δεξιοτέχνη λαγουτιέρη Σταύρο Μαυροδημητράκη. Προκάλεσε όμως αίσθηση αυτή του η κίνηση τότε, ώστε πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν να μιμηθούν αυτή του την κίνηση. Θεωρείται δέ ίσως ο πρώτος Χανιώτης μουσικός που ηχογράφησε δίσκο εκείνα τα χρόνια(πλήν των Πιπεράκη και Καντέρη στην Αμερική). Μερικά από τα χαρακτηριστικά του ήταν ότι έλεγε την πρώτη στροφή της μαντινάδας σε ένα σκοπό και την δεύτερη σε άλλον σκοπό. Επίσης, σπανίως έπαιζε τον ίδιο σκοπό δεύτερη φορά στο γλέντι διότι το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο. Άφηνε πολλές φορές το πάλκο και κατέβαινε στα τραπέζια να σμίξει με τις παρέες που γλεντούσαν. Διαμόρφωνε τον σκοπό που έπαιζε ανάλογα με τον χορευτή και τις δεξιότητες αυτού. Μάλιστα, σε χορευτές που τους ήξερε καλά, έπαιζε και συγκεκριμένους σκοπούς. Ο Χάρχαλης έδινε μεγάλη έμφαση στα παλαιά κισαμίτικα συρτά, φοβόταν ότι κάποια μέρα θα χαθούν τα γνήσια ακούσματα και για αυτό τον λόγο συγκέντρωσε έναν μεγάλο αριθμό σκοπών που παίζονταν σκόρπια έως και την δεκαετία του '30 και τους έβαλε σε σειρές ανάλογα με την μουσική τους υφή και ακουστική, διατηρώντας τις γνήσιες πατρότητες. Με αυτό τον τρόπο δημιούργησε τις περίφημες "σειρές", η κάθε μία από 4 έως 5 σκοπούς συρτών. Στην μουσική μας παράδοση, μας άφησε δύο εκλεκτούς σκοπούς, τον Συρτό του Χάρχαλη ή Χαρχαλιανό και τον Θερισσιανό συρτό. Βέβαια, κατά δήλωση του ίδιου του Χάρχαλη, ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι ήταν συνθέτης αλλά απλά, έκανε διασκευές, "χαριτωσιές", σε παλαιότερους άγνωστους σκοπούς. Όπως και να'χει όμως, ακόμα και έτσι να είναι, τον τιμά ιδιαίτερα το γεγονός ότι παραδέχεται αυτά τα πράγματα, την στιγμή που μερικοί επιτήδειοι αυτοαποκαλούνται "συνθέτες" έχοντας αρπάξει τον κόπο άλλων. Άλλη κουβέντα αυτή βέβαια.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είχε προσθέσει άλλο ένα χαρακτηριστικό του Χάρχαλη. Δεν έπαιζε εγωιστικά κι άφηνε να ακούγεται το λαγούτο και πολλές φορές, να μπαίνει μπροστά από το βιολί. Στα συρτά μάλιστα κατά τον Κουτσουρέλη, ο Χάρχαλης δεν είχε το ταίρι του. Κι ένα άλλο χαρακτηριστικό: Ήταν πολύ κοινωνικός, φρόντιζε ας πούμε για τις δημόσιες σχέσεις, με αποτέλεσμα να αποκτά πολλούς και φανατικούς φίλους αλλά και πολυάριθμες κουμπαριές. Για την τότε νέα γενιά των καλλιτεχνών μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον Μαύρο, τον Ναύτη και τον Κουνέλη. Δεν κατηγόρησε κάποιον καλλιτέχνη προσωπικά, αν και συχνά υπονοούσε πώς με τον Μαριάνο είχανε κάποια "αντιπαλότητα" λόγω του συναγωνισμού που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, από προσωπική του δήλωση, θεωρούσε τον Μαριάνο ώς έναν αψεγάδιαστο βιολιστή. Η λαμπρή του πορεία διακόπηκε απότομα στα χρόνια της κατοχής λόγω του χαμού του γιού του. Αυτό τον έκανε να αποτραβηχτεί εντελώς από τα γλέντια και τις δημόσιες εμφανίσεις. Μετά από αρκετά χρόνια δέχτηκε να ξαναπιάσει στα χέρια του το αγαπημένο του όργανο, όμως όχι για να γλεντήσει τον κόσμο όπως παλιά, αλλά για να παίξει για τους φίλους, τους συγγενείς κι ίσως πιο πολύ, για τον ίδιο του τον εαυτό. Παρά τις πιέσεις, εμφανίστηκε ελάχιστες φορές ώς τιμώμενο πρόσωπο σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις. Στέκι του τότε, το καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη όπου μαζί έπαιζαν για την παρέα και τους φίλους. Δύο χρόνια πρίν πεθάνει, ηχογράφησε μαζί με τον Κουτσουρέλη και τον Μανώλη Γαλανάκη μερικές ερασιτεχνικές πομπίνες όπου παρόλη την ηλικία του, είχε παίξει συγκλονιστικά.
Ο Νικολής Χάρχαλης έφυγε από την ζωή το 1974 σε ηλικία ενενήντα ετών.


Νικόλαος Χάρχαλης - Αντώνης Κλεινάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: