Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΑΡΑΓΚΙΟΥΛΕΣ


Άποψη από τα Καλλεργιανά Κισάμου

1845 - 1930

Όταν ακούμε το όνομα "Καραγκιουλές", το μυαλό των περισσοτέρων πάει στον πασίγνωστο σκοπό συρτού. Δεν είμαστε μακριά από την πραγματικότητα. Ο Καραγκιουλές σκοπός φέρει το όνομα του συνθέτη του. Μουσταφά Καραγκιουλές. Τούρκος υπήκοος από τα Καλλεργιανά Κισάμου. Στην εποχή του ήταν από τους καλύτερους βιολιστές. Ξακουστός και σαν καλλιτέχνης, αλλά και σαν άρχοντας. Από το βιβλίο του Αθαν.Δεικτάκη "Χανιώτες Λαϊκοί Μουσικοί που δεν υπάρχουν πιά, Ά τόμος" παίρνουμε πολύ σημαντικές πληροφορίες μιας και η εποχή τότε ήταν δύσκολη, κι ακόμα πιο δύσκολες έως και επιφυλακτικές οι μαρτυρίες των γερόντων που τον πρόλαβαν. Λέγεται ότι δεν ξεχώριζε τον κόσμο, είτε χριστιανοί, είτε μουσουλμάνοι, αυτός συμμετείχε κανονικά στα γλέντια όλων. Ο θρυλικός Χάρχαλης σε μαρτυρία του στον Ιωάννη Παπαδάκη (1970) είχε πεί ότι ο Καραγκιουλές τον είχε επηρεάσει ακουστικά και ότι ήταν "άσσος" στο βιολί. Δυστυχώς, δεν έχουν διασωθεί τα ονόματα των συνεργατών του Καραγκιουλέ ώστε να ξέρουμε λίγα περισσότερα πράγματα για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα. Αυτά όμως που έχουν μείνει σαν ιερά κειμήλια, είναι τα συρτά του, οι προσωπικές και αψεγάδιαστες συνθέσεις του, που αντέχουν στον χρόνο, σαν τον καλό μαρουβά.
Ο Καραγκιουλές, μετά και την υποχώρηση των Τούρκων στα αστικά κέντρα της Κρήτης αρχικά και μετά την πρώτη ανταλλαγή πληθυσμών, έφυγε για την Σμύρνη, όπου και χάθηκαν τα ίχνη του. Από μαρτυρία του Αθ.Δεικτάκη στο αφιέρωμα του για τον τρανό καλλιτέχνη, κάποιοι Κισαμίτες στρατιώτες τον συνάντησαν στην Σμύρνη το '22, γερασμένο όμως.

Οι αθάνατοι σκοποί του είναι:

1ος συρτός Καραγκιουλές το 1882.
2ος συρτός Καραγκιουλές το 1886.
Γιουσούφης συρτός το 1888.
Καλλεργιανός συρτός το 1890.

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΕΝΤΑΚΗΣ




Στη νέα γενιά των Κισαμιτών λαγουτιέρηδων που σταδιοδρομεί στην κρητική μουσική ανήκει και ο Νίκος Μαρεντάκης με καταγωγή από τα Μαρεδιανά Κισάμου. Γεννήθηκε το 1979 και από μικρός ασχολείται με το λαγούτο. Τα πρώτα μαθήματα τα πήρε από τον βετεράνο λαγουτιέρη, Μιχάλη Πολυχρονάκη και δεν άργησε να φανεί το ταλέντο του. Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους καλλιτέχνες, ακόμα και της περασμένης γενιάς. Στο οικογενειακό του δέντρο βρίσκουμε άλλον ένα περίφημο καλλιτέχνη, τον λαγουτιέρη Θεοχάρη Μαρεντάκη.
Ο Νίκος Μαρεντάκης με το επιβλητικό παρουσιαστικό και το λεβέντικο παίξιμο έχει συμμετάσχει σε πολλές συνεστιάσεις τόσο στην Κρήτη, όσο και στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια "ζυγιάζει" με τον Αντώνη Μαρτσάκη, όπου μαζί έχουν από κοινού ηχογραφήσει και 2 cd.

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΒΛΑΣΤΑΚΗΣ

Βασίλης Καρεφυλλάκης - Χαρίλαος Βλαστάκης (Από το Ράδιο Ριζίτες)



Ο λαγουτιέρης Χαρίλαος Βλαστάκης ανήκει στην γενιά των καλλιτεχνών που ήδη έχει "μεστώσει" στην μουσική μας παράδοση. Γεννήθηκε στις Λουσακιές Κισάμου, στο χωριό με την πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση και κουλτούρα.
Κατά την σταδιοδρομία του έχει να επιδείξει σπουδαίες συνεργασίες με όλα τα μεγάλα ονόματα της περιοχής, αλλά και με νεώτερους του καλλιτέχνες όπως ο Ηλ.Χορευτάκης, ο Δημ.Αναγνωστάκης, ο Γ.Μενεγάκης κ.α.
Δισκογραφικά έχει συμμετάσχει σε δουλειές του Ηλία Χορευτάκη, με τον οποίο για αρκετά χρόνια αποτέλεσαν ένα καταπληκτικό δίδυμο, αλλά και σε αρκετές ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις. Το παίξιμο του, σεμνό και στρωτό και το τραγούδι του εξαίσιο. Ο Χαρίλαος Βλαστάκης έχει διατελέσει και δάσκαλος του λαγούτου σε πολλά νέα παιδιά και συνεχίζει ακούραστος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην μουσική μας παράδοση.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΑΝΤΑΚΗΣ






Ο Μανώλης Φαντάκης γεννήθηκε το 1972 στα Χανιά και κατάγεται από το χωριό Κοτσιανά Κισάμου. Είναι εγγονός του παλαιού βιολιστή, Νικόλαου Φαντάκη ή Ζερβού.
Στα παιδικά του χρόνια ξεκίνησε το βιολί, μαθήτευσε στον σύλλογο του "Χάρχαλη" με τον Σταύρο Καντηλιέρη και μετέπειτα με τον Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη. Σε ηλικία 13 ετών εμφανίστηκε στο πρώτο του γλέντι σε γάμο.
Είναι μανιώδης βιολιστής, με εξαιρετικούς αυτοσχεδιασμούς και το ρεπερτόριο του είναι πολύ πλούσιο. Έχει ήδη στο ενεργητικό του δύο δισκογραφικές δουλειές και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με τον λαγουτιέρη Αρτέμη Πεντάρη.

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ



Στο Καστέλλι, τραγουδάει με τον Γ.Κουτσουρέλη


1908 - 1984

Ο μεγάλος θεατράνθρωπος, από τους σημαντικότερους ηθοποιούς όλων των εποχών.
Γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισάμου και καταγόταν από την Ποταμίδα Κισάμου, το "Ποταμιδάκι" όπως το ονόμαζε ο ίδιος. Περίπου δέκα ετών αναγκάστηκε με την οικογένεια του να αφήσει την λατρεμένη του Κρήτη για να πάει στην Αθήνα. Ποτέ όμως δεν ξέχασε την κρητική διάλεκτο και την ιδιαίτερη του πατρίδα...έστω κι αν αυτή για κάποια περίοδο τον λησμόνησε...
Το 1928 θα κάνει το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο (σε βουβή ταινία) έως ότου το 1931 καταφέρνει να μπεί στο Εθνικό θέατρο. Η μετέπειτα σταδιοδρομία του στο σανίδι αλλά και στον κινηματογράφο είναι σπουδαία. Την περίοδο του πολέμου ο Μάνος Κατράκης εντάχθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ και η αριστερή του ιδεολογία, τον έβαλε στην κυριολεξία, στον "στόχο" κάποιων συντηρητικών παραγόντων με αποτέλεσμα, την εξορία στην Ικαρία, την Μακρόνησο και τον Άη Στράτη μέχρι το 1952. Κατόπιν εργάστηκε στο ραδιόφωνο, μιας και οι πολιτικές του πεποιθήσεις δεν τον άφηναν να ασκήσει το επάγγελμα του ηθοποιού. Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του '50, θα κάνει τα μεγάλα άλματα, θα παίξει ξανά στο θέατρο και θα καθιερωθεί στην συνείδηση του κόσμου. Αγαπήθηκε και λατρεύτηκε από το θεατρόφιλο κοινό, από τους συναδέλφους του, ενέπνεε σεβασμό σε όλους. Έπαιξε σε πολλές ταινίες που έγιναν ανάρπαστες από το κοινό, όπως και σε εκατοντάδες παραστάσεις με μοναδικές ερμηνείες. Με την γυναίκα της ζωής του, την Λίντα Άλμα, θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο Μάνος Κατράκης, με το αγέρωχο κρητικό παρουσιαστικό, την λεβεντιά, την υπέροχη φωνή, θα φύγει από την ζωή το 1984, λίγο μόλις μετά τα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας "Ταξίδι στα Κύθηρα".

Η Κρήτη,η Κίσαμος όλη, πρέπει να υπερηφανεύεται που γέννησε μια προσωπικότητα του μεγέθους του Μάνου Κατράκη. Δεν είναι λοιπόν ώρα να μπούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τα περί...κομματικών πεποιθήσεων και επιτέλους να φτιαχτεί ένα θέατρο στο Καστέλλι, στο όνομα του; Είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει η περιοχή μας για αυτόν τον άνθρωπο που πάντα υπερηφανευόταν για την καταγωγή του.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ

Βιολί: Γ.Μαριάνος - Λαγούτο: Παντ.Φαραντάκης ( Φωτο από το βιβλίο του Θαν.Δεικτάκη "Χανιώτες Λαϊκοί μουσικοί που δεν υπάρχουν πιά, τόμος Ά)


Ο παλιός καλλιτέχνης του λαγούτου γεννήθηκε το 1924 στον Δραπανιά Κισάμου. Καλό και σταθερό το παίξιμο του, συνεργάστηκε με πολλούς βιολιστές της περιοχής, ξεχωρίζουμε όμως την συνεργασία του με τον μεγάλο Γιώργη Μαριάνο. Για πολλά χρόνια αποτέλεσαν μια εξαιρετική ζυγιά, τόσο στην Κρήτη, όσο και στην Αθήνα.
Επίσης, σε μερικά φιλικά γλέντια συνόδεψε με τις πενιές του, τον θρυλικό τροβαδούρο της Γραμπούσας, τον Νικολή Τσέγκα.
Ο Παντελής Φαραντάκης είναι άρτιος γνώστης της μουσικής της Κισάμου και σήμερα, αν και έχει αποτραβηχτεί από την ενεργό δράση, αποτελεί πηγή γνώσεων για όλους τους νεωτέρους του.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΦΟΒΑΚΗΣ - ΦΟΒΟΓΙΩΡΓΗΣ


Το Βασιλόπουλο Κισάμου Χανίων.


1915 - 2010

Γεννήθηκε το 1915 στο Βασιλόπουλο Κισάμου, στο χωριό που κατοικούσε μέχρι σήμερα. Βιολιστής καλός, μερακλής, χιουμορίστας. Δεν τραγουδούσε και γι'αυτό τον λόγο επέλεγε λαγουτιέρηδες που τραγουδούσαν καλά, όπως ο Καρεφυλλομανώλης, ο Γ.Γεραιουδάκης(Μαρουβάς) κι άλλοι πολλοί. Για εβδομήντα περίπου χρόνια γλέντισε τους Κισαμίτες στις πολλές διασκεδάσεις. Πλούσιο ρεπερτόριο από παλιά συρτά. Στο πανηγύρι του Άη Γιάννη στον Γκιώνα έπαιζε πολλά χρόνια. Τα εύθυμα περιστατικά της καριέρας του είναι δύσκολο να τα απαριθμήσουμε ένα-ένα. Ο Φοβογιώργης συνδύαζε την δεξιοτεχνία με το χιούμορ .
Ο εγγονός του, ο Γιώργος Μυλωνάκης, συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση, καθώς είναι ένας από τους νέους βιολιστές που σταδιοδρομούν στην κρητική μουσική.

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

ΑΗ ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΡΙΓΟΛΟΓΟΣ - ΓΚΙΩΝΑ







Το πολύ μεγάλο κισαμίτικο πανηγύρι στον Γκιώνα, στον Άη Γιάννη γίνεται ανήμερα στις 29/8.
Από την παραμονή ήδη ο κόσμος καταφθάνει στον υπέροχο αυτό τόπο στο ακρωτήρι του Σπάθα για να ακούσει την λειτουργία και κατόπιν να στήσει το δικό του τραπέζι και να γλεντήσει.
Τα χωριά της περιοχής, Ροδωπού-Αφράτα-Μελισουργειό-Καληδωνία-Καμάρα-Αστράτηγος-Ραβδούχα, βρίσκονται όλα επί ποδός.
Στα παλιά χρόνια, πήγαινε κόσμος από όλα τα χωριά της περιοχής, αλλά ακόμα και από τα δυτικότερα μέρη. Ο δρόμος ήταν ανύπαρκτος και από διηγήσεις παλαιών ακούμε ότι πολλοί πήγαιναν ακόμα και με τα πόδια στα κακοτράχαλα μονοπάτια για την χάρη του Αγίου. Την παραμονή, αλλά και ανήμερα, στήνονταν αυτοσχέδιες ταβέρνες με 2 και 3, ακόμα και 4 ζυγιές όργανα κι ο κόσμος γλεντούσε. Ανήμερα του Άη Γιάννη, ο κόσμος νηστεύει και αν παραβιάσει κάποιος την νηστεία, λέγεται ότι τον πιάνει ρίγος. Γι'αυτό και ο Άη Γιάννης ονομάζεται και Ριγολόγος. Σήμερα βέβαια υπάρχει δρόμος που πάει μέχρι κάτω στην εκκλησία, ο κόσμος όμως είναι σαφώς λιγότερος από ότι τα παλιά χρόνια. Ευχόμαστε βέβαια κι αυτό το πανηγύρι να κρατήσει και να μην ακολουθήσει την εμπορική και τουριστική εικόνα όπως μερικά άλλα δυστυχώς.

Χρόνια πολλά και η χάρη του Αγίου πάντα να είναι μαζί μας.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗΣ




1943  - 2012


Ο δάσκαλος του λαγούτου. Ο αγαπημένος πολλών. Γεννήθηκε το 1943 στην Κουκουναρά Κισάμου και από μικρός μπήκε στα....βάσανα των γλεντιών. Με την μοναδική του ικανότητα να "αρπάει" οπτικά τις κινήσεις των παλιών λαγουτιέρηδων, δημιούργησε το δικό του προσωπικό στύλ, μοναδικής ακουστικής και τεχνικής. Έφηβος κιόλας θα έχει την ευκαιρία να παίξει με τον γίγαντα, τον θρυλικό Χάρχαλη. Στα 16 του περίπου ανέβηκε στην Αθήνα για να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Το λαγούτο όμως τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά. Έπαιξε σε πολλά κρητικά κέντρα με τα μεγαλύτερα ονόματα του βιολιού, όπως ο Ναύτης, ο Μαύρος, Κουνέλης, ο Κατράκης κ.α. Επίσης, σημαντικές οι συνεργασίες του με λυράρηδες όπως ο αείμνηστος Κώστας Μουντάκης, ο Αστρινός Ζαχαριουδάκης, ο Ζαχαρίας Μελεσανάκης, ο Πυθαρούλης κλπ. Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι πολλοί εκ των λυράρηδων, γαλουχήθηκαν από τον Πέτρο, γιατί πραγματικά προσέφερε απλόχερα τις πολλές του γνώσεις. Αλλά και αρκετοί νέοι βιολιστές στα πρώτα τους βήματα, βγήκαν από τα "χέρια" του Πέτρου. Δισκογραφικά, έχει παρουσιάσει αρκετές δουλειές σε συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες. Άνθρωπος του γλεντιού και της παρέας πάνω από όλα ο Πέτρος, έζησε αρκετά χρόνια στην Αθήνα γεμάτα γλέντια και χαρές.
Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στο χωριό του, την Κουκουναρά όπου έπαιξε σε αρκετά γλέντια με διάφορους συνεργάτες και δίδαξε την τέχνη του λαγούτο σε πολλά νέα παιδιά της περιοχής.

Πολλοί από αυτούς που ευεργετήθηκαν από τον Πέτρο, τον λησμόνησαν, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κρίμα σε έναν άνθρωπο που έχει καταθέσει στην κυριολεξία την ψυχή του στην υπόθεση της κρητικής μουσικής.
Όλοι εμείς, το μουσικόφιλο κοινό, τον ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας για την συνολική παρουσία και προσφορά του.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

ΣΤΕΛΙΟΣ.Σ.ΛΑΪΝΑΚΗΣ

Ο Στέλιος Λαϊνάκης με το μπουλγαρί.Δίπλα του ο αείμνηστος Γ.Τζιμάκης


Ο Στέλιος Λαϊνάκης είναι ένας παραδοσιακός λαγουτιέρης που γεννήθηκε το 1951 στις Καλάθενες Κισάμου. Ο πατέρας του, Στέλιος κι αυτός, γνωστός κι ώς "Αμερικάνος" ήταν ένας από τους καλύτερους χορευτές της περιοχής. Ο Στέλιος Λαϊνάκης ξεκίνησε από νέος να παίζει λαγούτο ερασιτεχνικά, αλλά τον κέρδισαν και τα γράμματα. Βρέθηκε την δεκαετία του '70 να σπουδάζει αρχιτεκτονική στην Ιταλία. Εκεί γνώρισε και τον μεγάλο μουσικολόγο Roberto Leydi, με τον οποίο συνεργάστηκε πολύ στενά στην έρευνα της γνήσιας κρητικής μουσικής για πολλά χρόνια. Ο Στέλιος παίζει γνήσιο μπερντελίδικο λαγούτο που φέρνει στον νού παλιές θύμισες. Είναι,μπορούμε να πούμε, της "σχολής Κουτσουρέλη". Επίσης, με την ίδια άνεση παίζει και μπουλγαρί και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα παλιά Ταμπαχανιώτικα τραγούδια. Άριστος γνώστης των τοπικών μουσικών ιδιωμάτων, έχει συνεργαστεί κατά καιρούς σε εκδηλώσεις ανά την Κρήτη και την Ευρώπη με τους μεγαλύτερους μουσικούς των Χανίων, κι όχι μόνο. Δεν θεωρεί τον εαυτό του επαγγελματία ,αλλά ερασιτέχνη μουσικό και μελετητή, καθώς είναι πολλές οι έρευνες που έχει κάνει σε όλη την Κρήτη. Το αρχείο που συνέλλεξε μαζί με τον επί χρόνια συνεργάτη του, τον Κωστή Παπαδάκη ή Ναύτη, είναι μεγάλο και σημαντικό. Διατελεί εδώ και αρκετά χρόνια πρόεδρος του συλλόγου καλλιτεχνών νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης" και αγωνίζεται για την προβολή και διάσωση της γνήσιας μουσικής έκφρασης των Χανίων. Ο γιός του ο Λεωνίδας συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση, παίζοντας κι αυτός λαγούτο και μπουλγαρί. Ελπίζουμε-κι αυτό είναι παράκληση από την σελίδα μας- κάποια μέρα ο Στέλιος να ανοίξει τα αρχεία του και να βγάλει στο φώς κάποια άγνωστα ηχητικά ντοκουμέντα ώστε να σιωπήσουν επιτέλους κάποιοι....καλοθελητάδες και πολέμιοι της μουσικής μας παράδοσης.


Ο Στέλιος Λαϊνάκης σε σόλο λαγούτο.
Οι σκοποί που παίζει είναι:Κακράπης του Τσέγκα,Κόντρας του Ματζουράνα,Συρτός του Μανιατογιάννη,Παραλλαγή Χανιώτικου του Βουρογιάννη,Σελινιώτικος του Βουρογιάννη,Τοπολιανός του Φαντομανώλη.


Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ.....





Τελικά, το να ερευνά κάποιος χωρίς υποκειμενικές διαθέσεις και να είναι άριστος γνώστης του αντικειμένου, εκτός από βαρύ, φαίνεται να είναι και ακατόρθωτο.
Παράδειγμα για αυτό, το βιβλίο "Μουσική Καταγραφή στην Κρήτη 1953-1954" του Ελβετού μουσικολόγου Samuel Baud-Bovy. Βέβαια, δεν έχουμε τίποτα με τον άνθρωπο, στον λίγο χρόνο που είχε να ψάξει, αυτά βρήκε, αυτά είδε, αυτά νόμισε ότι έμαθε και ίσα ίσα, θεωρείται από τους καλύτερους μουσικολόγους του περασμένου αιώνα. Το θέμα είναι, τι γίνεται όταν οι συνεργάτες που επιλέγει κάνουν στην κυριολεξία "δουλειά του ποδαριού" και με προχειρότητα, προβάλλουν κάποιες δικές τους προτιμήσεις και λειτουργούν μονόπλευρα είς βάρος κάποιων άλλων. Και για του λόγου το αληθές, ας δούμε το σημείωμα της βοηθού-ερευνήτριας του Bayd-Bovy που έκανε μια προ-έρευνα στην Κρήτη σε πολύ λίγο χρόνο, της κυρίας Δ.Μαζαράκη.
Αποσπασματικά λοιπόν η κυρία Μαζαράκη αναφέρει ότι:


"Σε πολλά κομμάτια το λαούτο κάνει ακομπανιαμέντο. Αυτός ο συνδυασμός είναι πολύ κακόγουστος, για μένα. Τα Κρητικά κομμάτια, συρτά πεντοζάλης κ.λ.π., χάνουν αφάνταστα στο λαούτο. Τώρα η βιολόλυρα που επικρατεί στην περιοχή Ρεθύμνης και Ηρακλείου πάει να αντικατασταθεί από τα βιολιά που έχουν εισχωρήσει στην περιοχή Κίσσαμου. Εκεί άρχισε να εισχωρεί και το κλαρίνο. {..} Επίσης με γοργό ρυθμό χάνονται οι παλιοί χορευτικοί σκοποί και αρχίζουν να επικρατούν οι καινούργιοι που βγάζει ο Κουτσουρέλης – ένας παραφουσκωμένος από εγωισμό λαουτιέρης– και κάτι άλλοι παρόμοιοι. Παίρνουν μικροτράγουδα στερεοελλαδίτικα που τα κρητικοποιούν, τους κολλούν και ένα όνομα ενός χωριού και αυτά τα κυκλοφορούν."

Η κυρία Μαζαράκη λοιπόν αφού έκανε μια έρευνα-φωτοβολίδα και ενόμισε ότι έμαθε τις καταβολές της κρητικής μουσικής, είναι σε θέση να μιλήσει και να συνδράμει στον Ελβετό μουσικολόγο με τις απεριόριστες γνώσεις της..!! Και για να είμαστε και λίγο πιο συγκεκριμένοι. Το λαγούτο, για το οποίο μιλά υποτιμητικά, έπαιζε εκείνη την περίοδο πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραδοσιακή ζυγιά. Δεν ξέρω ποιούς λαγουτιέρηδες πήγε και άκουσε και σε ποιά περιοχή, όμως στα Χανιά και κυρίως στην Κίσαμο, το λαγούτο έπαιζε πρίμα, σολάριζε και ό,τι κι αν έπαιζε το βιολί, το ίδιο έπαιζε και το λαγούτο. Ακόμα και στο πεντοζάλι. Για τα συρτά, ας μην μιλήσουμε καλύτερα διότι η κυρία Μαζαράκη για να είναι πιο αντικειμενική στην έρευνα της, έπρεπε να κάτσει και να ακούσει πέντε πράγματα από την πηγή τους. Κατόπιν αναφέρεται στην βιολόλυρα που ουδέποτε πρωταγωνίστησε στον νομό Ρεθύμνου, αλλά μόνο στις νότιες επαρχίες του Ηρακλείου κυρίως την περίοδο του μεσοπολέμου. Κάνει το λάθος να πεί ότι "πάει η βιολόλυρα να αντικατασταθεί από το βιολί που έχει εισχωρήσει στην Κίσαμο". Θα έπρεπε κάποιος να πληροφορήσει την κυρία Μαζαράκη ότι στον νομό Ηρακλείου μέχρι και τα χρόνια του μεσοπολέμου, ένα από τα κυριότερα όργανα ήταν το βιολί κι όχι η βιολόλυρα. Και επίσης, στην Κίσαμο δεν είχε εισχωρήσει το βιολί εκείνη την περίοδο, αλλά πολλούς αιώνες πρωτύτερα. Για το δέ κλαρίνο πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν ντοκουμέντα που μαρτυρούν την ύπαρξη κλαρίνου στην Κίσαμο και γενικά στα Χανιά από τα τέλη του 19ου αιώνα. Για την δέ άτυχη περιγραφή του Κουτσουρέλη...ουδέν σχόλιον.Ίσως ο Κουτσουρέλης να μην θέλησε να ηχογραφήσει κάποια πράγματα για χάριν της έρευνας της κυρίας Μαζαράκη και να χαρακτηρίστηκε με αυτόν τον τρόπο όπως διαβάσαμε παραπάνω, αλλά κι εκεί πάλι είναι λάθος η ερευνήτρια, διότι εκείνη την περίοδο δεν χάνονται οι παλαιοί σκοποί όπως πιστεύει, ούτε και αντικαθιστά αυτούς τους σκοπούς ο Κουτσουρέλης με τις δικές του συνθέσεις. Ίσα ίσα, η γκάμα συρτών που παίζονταν τότε στα Χανιά ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Προφανώς όμως, η κυρία Μαζαράκη αγνόησε κάποια ονόματα καλλιτεχνών τότε εν ζωή όπως ο Κουνελοκωστής, ο Μαριάνος, ο Χαρχαλης, ο Ζερβός, ο Ναύτης, ο Γαλαθιανός, ο Μαύρος κ.ο.κ, διότι αν είχε πραγματικά διάθεση να ψάξει, θα εύρισκε πολύ περισσότερα πράγματα από όσα ακόμα κι η ίδια φανταζόταν. Όσο για τα "στερεοελλαδίτικα" τραγούδια που αναφέρει, δεν νομίζω αυτό να έγινε στα Χανιά. Δεχόμαστε ότι υπήρχαν καλαματιανά στο ρεπερτόριο των καλλιτεχνών τότε, αλλά ουδέποτε έχει υπάρξει τέτοια σύνθεση από Χανιώτη καλλιτέχνη εκείνη την περίοδο και μάλιστα, με ονομασία χωριού! Εκτός κι αν έχει κανείς υπ'όψιν του κάποιον...."Καστελλιανό" καλαματιανό..!!Είναι αστεία όλα αυτά!

Η βαρύτητα της έρευνας δόθηκε σε κεντρο-ανατολικούς νομούς κυρίως, στα Χανιά από ότι έχουμε καταλάβει δωσανε βάρος (και καλά κάνανε) στα ριζίτικα τραγούδια, αλλά απέκλεισαν (και αυτοί,ώ τι τυχαίο) μια τεράστια μουσική παράδοση, μια τεράστια γκάμα μελωδιων και καλλιτεχνών, από τους οποίους τρέφεται σήμερα το 80% της κρητικής μουσικής (Αυτό έχει δηλώσει η σημαντικότατη μουσικολόγος Tulia Magrini κατόπιν δεκαετούς παγκρήτιας έρευνας).
Το να πάει κάποιος σε έναν ξένο τόπο, να κάτσει 1-2 χρόνια, να ψάξει είτε στα κουτουρού, είτε "κατευθυνόμενα" είναι το μόνο εύκολο. Αλλά, ας μην βγαίνουν συμπεράσματα που δεν συνάδουν ούτε με την πραγματική εικόνα, ούτε με την γνήσια μορφή, αλλά ούτε και με την βαθιά ρίζα της μουσικής. Γιατί, αγαπητοί κύριοι και κυρίες μουσικολόγοι-ερευνητές, όταν μιλάμε για ρίζα, μιλάμε για Χανιά!

ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΑΪΝΑΚΗΣ

Από δεξιά: Στέλιος Λαϊνάκης,Δημ.Χριστοφοράκης,Νικ.Τσέγκας.



Ο "μπαρουτοκαπνισμένος" λαγουτιέρης με την υπέροχη φωνή, της παλιάς φρουράς που μέστωσε στα μουσικά πράγματα της Κισάμου. Γεννήθηκε στον Λαρδά (Γραμβούσα) Κισάμου και καταγόταν από μουσική οικογένεια, αφού ο πατέρας του και ο θείος του παίζανε λαγούτο και βιολί. Κι ο παππούς του όμως, ο παλαιός βιολιστής Λαϊνονικολής είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο που κάποια μέρα θα ασχοληθούμε ξεχωριστά.
Ο Στέλιος Λαϊνάκης ξεχώρισε για την ωραία του φωνή, για το σωστό του παίξιμο και συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους βιολιστές της περιοχής (Χριστοφοράκης,Ναύτης,Κουνέλης,Μαύρος κλπ). Για πολλά χρόνια κατοίκησε στην Θεσσαλονίκη, όπου την δεκαετία του '90 περίπου επέστρεψε μόνιμα στο αγαπημένο του χωριό. Ο Στέλιος Λαϊνάκης δίδαξε την τέχνη του λαγούτου σε πολλά νέα παιδιά και η προσφορά του είναι πολύ σημαντική για τα μουσικά δρώμενα του τόπου. Δυστυχώς, λίγο πριν φύγει το 2010, έφυγε και ο Στέλιος για το αιώνιο του ταξίδι.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ




1895 - 1955

Ο Μιχάλης Παπουτσάκης ήταν ένας παλιός βιολιστής από το Γαβαλομούρι Κισάμου του νομού Χανίων. Θεωρείται ώς ένας εκ των καλυτέρων δεξιοτεχνών εκείνης της εποχής και έδρασε κυρίως στην ανατολική Κίσαμο. Έπαιζε κυρίως με το λαγούτο του κοντοχωριανού του, του Γιάννη Κουριδάκη, αλλά και με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τους Μαρουβάδες (Αντώνη και Γιώργη). Μάλιστα, τον Αντώνη Γεραιουδάκη ή Μαρουβά, αυτός τον πρωτόβγαλε στα γλέντια.
Ο γιός του, ο Χαράλαμπος Παπουτσάκης ( + 1974), συνέχισε την οικογενειακή παράδοση αφού εξελίχθηκε σε άριστο βιολιστή.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΖΥΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ




Από την μαρτυρία του φίλου Νικ.Παπαδάκη, που την παραθέτω αυτούσια όπως μου την έγραψε και μου την έστειλε.

"Οι περισσότερες ζυγιές στα Χανιά βρισκόντουσαν στην Κίσαμο, τουλάχιστον από την εποχή που εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου δηλαδή. Και στο Σέλινο είχανε καλά όργανα, αλλά σε εμάς ήτανε το κάτι άλλο, ο ανθός. Μακάρι να προλάβαινα τον Χάρχαλη και τον Μαριάνο στα καλά τους, αλλά ίσα ίσα που θυμάμαι τον Μαριάνο μόνο,ο Χάρχαλης είχε το πένθος και δεν έπαιζε, σου μιλώ τώρα για μετά το '55 περίπου. Επίσης δεν πρόλαβα την δυνατή ζυγιά του Λυραντώνη με τον Λέφη γιατί τον Λυραντώνη τονε σκοτώσανε οι Γερμανοί το '44, τρία χρόνια δηλαδή πριν γεννηθώ. Το λοιπόν, από όλους αυτούς που άκουσα και γνώρισα και χόρεψα, προσωπικά ξεχωρίζω τις παρακάτω ζυγιές:

1. Από τις παλιές και καλές ζυγιές ήτανε ο Μαύρος με τον Κουτσουρέλη, αυτοί παίζανε σε όλο τον νομό Χανίων και μαζευότανε ο κόσμος σαν τα μελίσσια. Ειδικά στις μπάντες μας έχουνε γράψει ιστορία.

2. Αν και τους άκουσα εγώ μόνο μια φορά, από τον μακαρίτη τον πατέρα μου άκουγα ότι καλή ζυγιά ήτανε και ο Μαριάνος με τον Φαραντάκη. Δραπανιανοί κι οι δυό και παίζανε και στην Αθήνα αρκετά συχνά. Δυστυχώς δεν πρόλαβα στα πολυ καλά του τον Μαριάνο.

3. Κουνέλης και Καρτσώνης, την θεωρώ την καταπληκτικότερη ζυγιά του νομού Χανίων για πάνω από 40 χρόνους. Ταιριάζανε και στο παίξιμο και στον χαρακτήρα και όπου κι αν παίζανε γινότανε το αδιαχώρητο.

4. Άλλη μια ζυγιά που μου έρχετε στο μυαλό ήτανε και το Δρακοπουλάκι από τα Καψανιανά με τον Λέφη και παίζανε για μερικά χρόνια μαζί, κυρίως από το να πάς Ποταμίδα Βουλγάρω μέχρι Καλάθενες Σηρικάρι.

5. Χριστοφοράκης - Λαϊνάκης, πιο μετά αυτοί παίξανε, εμένα προσωπικά μου άρεσε πολύ ο Χριστοφοράκης, ήτανε ο άσσος της Μεσογειανής μπάντας.

6. Αναγνωστάκης - Νταουντές μια εποχή ήτανε η καλύτερη ζυγιά από τα Τοπόλια και στα Πανωμέρια πέρα. Ο Αναγνωστάκης έπαιζε ένα φεγγάρι και με το Πολυχρονάκι, αλλά πιο πολύ ταίριαζε με τον Νταουντέ.

7. Φοβογιώργης και Καρεφύλλης Μανώλης, ταιριαστοί οργανοπαίχτες και είχανε και χιούμορ. Αυτοί όσες φορές παίξανε και πήγα και τους είδα, μαζεύανε αρκετό κόσμο.

8. Χαρχαλομιχάλης και Μαρέντος Θεοχάρης, πρίν ο Χαρχαλομιχάλης ανέβει στην ΑΘήνα, είχανε βγάλει καλό όνομα γιατί παίζανε καλά και ο Μαρέντος ήταν πρώτης τάξεως τραγουδιστής. Τους είχα ακούσει μια φορά στο Παλιόκαστρο κι άλλη μία στα Χάμπαθα.

9. Ο Ναύτης με τον Σημαντηρά, πρωτού πάνε στην Αμερική, ήτανε ταιριαστή ζυγιά. Γενικά ο Ναύτης με όσους έπαιζε μου άρεσε πολύ.

10. Καλή ζυγιά, τους είχα ακούσει στα Ρούματα τρείς φορές που πήγαινα σε γάμους, ήτανε τα Γουβεράκια, αδέρφια.

11. Έπίσης ο Μαθιουδάκης με τον Μαργαρίτη παίζανε καλά και μερακλήδικα. Ο Μαθιουδάκης πρίν πάθει το ατύχημα στο χέρι ήτανε από τα καλά βιολιά της Κισάμου και εξαίσιος τραγουδιστής.

12. Αν και δεν είναι Κισαμίτης, ο Κατράκης μου άρεσε μιαν εποχή που έπαιζε με τον Χαιρετάκη από τον Κάμπο. Σου μιλάω τώρα για τέλη δεκαετίας του '70 με αρχές του '80.

13. Τελευταία άφησα μια ζυγιά που μου άρεσε αρκετά και τους είχα ακούσει σε δυό γάμους, ήτανε ο Παπουτσής ο Χαραλάμπης με τον Μαρουβά τον Γιώργη, αλλά δυστυχώς ο Χαραλάμπης έφυγε νωρίς. Αν συνέχιζε, θα γινόταν μεγάλο όνομα. "

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΝΕΓΑΚΗΣ



Δεξιοτέχνης βιολιστής της νέας γενιάς ο Γιάννης Μενεγάκης. Γεννήθηκε το 1982 στο Καστέλλι Κισάμου, όπου και διαπρέπει σήμερα.
Μαθήματα βιολιού πήρε σε μικρή ηλικία από τον Μιχ.Κουνέλη και στην συνέχεια από τον Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη. Από πολύ μικρός ξεχώρισε για το ταλέντο του και σήμερα έχει στο ενεργητικό του πολλές και σημαντικές συνεργασίες με αξιόλογους λαγουτιέρηδες.
Άρτιος δεξιοτέχνης, με σεβασμό στην μακραίωνη κισαμίτικη μουσική παράδοση, σίγουρα έχει να προσφέρει πολλά στα μουσικά πράγματα του τόπου μας.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Φωτο από το αρχείο του Ανυφαντή


Ο Αντώνης Αναγνωστάκης, ο βετεράνος σημερα βιολιστής, γεννήθηκε τα χρόνια του μεσοπολέμου, την δεκαετία του '30, στο Έλος Κισάμου. Τα Εννιά Χωριά με τους περίφημους μερακλήδες επέδρασαν καταλυτικά στην τέχνη του Αντώνη Αναγνωστάκη.
Από πολύ μικρός αγκάλιασε το βιολί, πήρε λίγα μαθήματα από τον Κλειδουχάκη από το Μουρί του Βουλγάρω Κισάμου κι από μερικούς κοντοχωριανούς του βιολιστές, αλλά το έμφυτο ταλέντο του δεν χρειαζόταν δασκαλέματα. Ξεχώρισε από νωρίς για την καταπληκτική δεξιοτεχνία του, μάλιστα δέ, πολλοί είναι αυτοί που κατατάσσουν το παίξιμο του Αντώνη Αναγνωστάκη στην ίδια κλίμακα με αυτή του Μιχ.Κουνέλη.
Έπαιξε με αρκετούς λαγουτιέρηδες όπως ο Νταουντάκης, ο Στ.Λαϊνάκης, ο Μιχ.Πολυχρονάκης κ.α. Για πολλά χρόνια δεν είναι παράλογο να πούμε ότι ήταν το πρώτο όνομα στην περιφέρεια των Εννιά Χωριών, σε όλα τα τοπικά πανηγύρια και γάμους. Ακόμα και στο γειτονικό Σέλινο οι εμφανίσεις του ήταν πολλές. Απότομα όμως διακόπηκε η μουσική του καριέρα λόγω πένθους και μέχρι σήμερα δεν έχει ξαναπαίξει σε επίσημα γλέντια. Ο Αντώνης Αναγνωστάκης έχει ηχογραφήσει κατά το παρελθόν αρκετές ερασιτεχνικές κασέτες στο δισκάδικο του Γιάννη Σταματάκη στο Καστέλλι.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΡΕΦΥΛΛΑΚΗΣ - ΚΑΡΕΦΥΛΛΟΜΑΝΩΛΗΣ




1910 - 1995

Παλιός και περίφημος λαγουτιέρης από τον Πλάτανο Κισάμου. Πρίμο λαγούτο και άριστη φωνή. Από δήλωση του Μιχ.Κουνέλη: "τραγουδούσε ο Καρεφύλλης και κλείνανε οι άλλες ταβέρνες". Υπάρχουν αρκετές μουσικές καταγραφές σε ερασιτεχνικές κασέτες που δείχνουν περίτρανα την αξία του Μανώλη Καρεφυλλάκη. Έπαιξε με τους σπουδαιότερους βιολιστές όπως ο Χάρχαλης, ο Μαριάνος, ο Λυραντώνης, ο Ναύτης, ο Γιαννενής, ο Κουνέλης, ο Χριστοφοράκης, ο Φοβογιώργης κ.α. Στην ίδια οικογένεια, επαγγελματίας λαγουτιέρης και ο γιός του ο Στεφανής, αλλά και ο εγγονός του-εξαίσιος λυράρης, ο Βασίλης Καρεφυλλάκης.
Ο Καρεφυλλομανώλης εκτός από σωστός καλλιτέχνης, ήταν και λαμπρός χαρακτήρας και αυτά τα στοιχεία συνοδεύουν την φήμη του μέχρι και σήμερα. Λόγω πένθους σταμάτησε να παίζει από τις αρχές τις δεκαετίας του '70. Πάραυτα, έπαιξε σε μερικές τιμητικές βραδιές. Ο εγγονός του και μουσικός ερευνητής, ο Χαρ.Ανουσάκης, εξέδοσε μετά τον θάνατο του Καρεφυλλομανώλη, ένα αξιόλογο δίσκο-λεύκωμα με ανέκδοτες ηχογραφήσεις και αποσπάσματα από μαρτυρίες του παλιού λαγουτιέρη.

ΡΟΥΜΑΘΙΑΝΗ ΣΟΥΣΤΑ (ΓΙΤΣΙΚΙΑ)

Παλαιός και λεβέντικος χορός που κάποτε χορευόταν σε όλη την έκταση της επαρχίας Κισάμου. Ανήκει στους πυρρίχιους χορούς που υπήρχαν πολύ πρίν την διάδοση του συρτού. Τα τελευταία χρόνια χορεύεται μόνο από άνδρες, κάποτε όμως τον χόρευαν και οι γυναίκες. Σε μουσικά μέτρα 2/4 με έξη βήματα, με χαρακτηριστικές κινήσεις των ποδιών (σουσταρίσματα) βασίζεται στα παραγγέλματα που δίνει ο "μπροστάρης" στους υπολοίπους. Η ονομασία "Ρουμαθιανή Σούστα" δόθηκε από τον αείμνηστο βιολιστή Κων/νο Παπαδάκη ή Ναύτη, ακριβώς επειδή είχε διασωθεί και χορευόταν τα τελευταία χρόνια μόνο στα Παλαιά Ρούματα Κισάμου. Η παλαιά ονομασία του χορού όμως είναι "Γιτσικιά Σούστα", λόγω του τρόπου εκτέλεσης. Η Ρουμαθιανή σούστα σήμερα έχει επανέλθει στο προσκήνιο και μάλιστα, χορεύεται από πολλούς νέους σε όλη την επαρχία Κισάμου.




Δείτε τους Ρουμαθιανούς να χορεύουν την Ρουμαθιανή σούστα. Στο βιολί, ο Μιχ.Κουνέλης.

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Αρθρο του Βασ.Πατεράκη
======================

Πέρυσι το καλοκαίρι φιλοξένησα μια παρέα καλούς φίλους από την Αθήνα. Μου ζήτησαν πολλές φορές επίμονα να τους πάω να δούν από κοντά ένα παραδοσιακό κρητικό γλέντι. Δίστασα αρκετά, τελικά όμως δεν μπόρεσα να τους το αρνηθώ. Ήξερα καλά τι θα συναντήσω. Οι φόβοι που είχα, δυστυχώς επαληθεύτηκαν. Διάλεξα λοιπόν, τι καλύτερο, να τους πάω σε μια τοπική εκδήλωση κάποιου παραθαλλάσιου κισαμίτικου χωριού. Φημισμένο το χωριό, φημισμένη κι η εκδήλωση του. Μα αλίμονο, τελικά δεν γλύτωσε κι αυτή από την λαίλαπα της εμπορευματοποίησης. Μάταια προσπαθούσαμε να βρούμε έστω κι ένα μισόκιλο μπουκάλι κισαμίτικο μαρουβά. Παντού μπύρες. Και για τους θεριακλήδες, υπήρχε και άφθονο ουίσκι. Οι φίλοι μου, που είχαν ακούσει για τον ξακουστό μαρουβά, παραπονέθηκαν. Μου λέγανε, μα καλά, το τοπικό σας ποτό είναι η μπύρα;
Μετά, ήρθε η ώρα του γλεντιού. Στην καρδιά της Κισάμου, ένας Ηρακλειώτης λυράρης, από τους λεγόμενους "εμπορικούς" με ντράμς και διάφορα άλλα μαραφέτια που δεν ταιριάζουν στην κρητική μουσική, ξεκίνησε να παίζει, κι αλλού βαρεί κι αλλού ξαμώνει.
Ένα λαϊκό-φασαριόζικο πρόγραμμα που ουδεμία σχέση έχει με την παράδοση της Κρήτης, μαντινάδες άσχετες με την κρητική διάλεκτο, χορευτές και χορεύτριες που δεν ήξεραν ούτε που πατούν ούτε που χορεύουν και όλα αυτά γιατί; Δεν μπορώ ειλικρινά να καταλάβω τον λόγο. Ο κόσμος, ο περισσότερος, δυσαρεστήθηκε. Οι νεολαίοι, δώς του και κατέβαζαν τις μπύρες σαν το νερό, ο λυράρης με μια κούπα ουίσκι στο χέρι, πιο πολύ έπινε, παρά έπαιζε. Σηκώθηκαν μερικοί μαυροπουκαμισάδες νεολαίοι να χορέψουν, κι αντί να καμαρώσουμε τα νιάτα, τους βλέπαμε να κοπανούνε και να τσαλοπατούνε την γής λές και την είχαν άχτι. Μα πιο πολύ ντράπηκα τους φίλους μου από την Αθήνα. Στην ερώτηση τους αν αυτό το μπάχαλο είναι η παράδοση μας, δεν είχα καμία απάντηση. Τι απάντηση να δώσω, την στιγμή που εγώ ο ίδιος ρωτούσα τον εαυτό μου, τι απέγινε άραγε ο αψύς μαρουβάς; Που πήγαν οι σωστοί οργανοπαίχτες; Που πήγαν οι γνήσιοι χορευτές και μερακλήδες; Τι απέγινε τελικά αυτό το στοιχείο που διαχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα; Απαντήσεις δεν μπορώ να δώσω. Ξέρω όμως ότι εμείς οι ίδιοι πήραμε τα δάχτυλα μας και βγάλαμε τα ίδια μας τα μάτια. Και γι'αυτό τον λόγο, να μην μας φταίνε πάντα οι άλλοι. Την μοναδική κουλτούρα μας, εμείς οι ίδιοι την έχουμε ήδη καταναλώσει στο όνομα του εκσυγχρονισμού.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΕΡΥΚΑΚΗΣ



Γεννήθηκε το 1972 στην Αυστραλία όπου οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει από το χωριό Λουσακιές Κισάμου Χανίων. Αργότερα συνέχισαν το ταξίδι της ζωής τους στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπου και εγκαταστάθηκαν για αρκετά χρόνια. Εκεί και σε ηλικία επτά χρονών ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα στο λαγούτο αφού προερχόταν από μουσική οικογένεια. Ο παππούς του, Στέλιος Χαρτζουλάκης, έπαιζε βιολί, και η γιαγιά του, Ελένη Χαρτζουλάκη, λαγούτο. Μαθαίνοντας λαγούτο επηρεάστηκε και πήρε πολλά στοιχεία από οργανοπαίκτες της Κρήτης που επισκέπτονταν την Αμερική και ήταν φιλοξενούμενοί τους. Σε ηλικία δεκαπέντε χρονών επαναπατρίζεται με την οικογένεια του στα Χανιά, όπου διαμένει μέχρι και σήμερα, και επεκτείνει τις μουσικές του ικανότητες.
Σήμερα ο Αντώνης Βερυκάκης συνεργάζεται με σπουδαίους βιολιστές και λυράρηδες των Χανίων και εκτός αυτού, είναι εξαίρετος οργανοποιός με έφεση στην κατασκευή λαγούτων και διατηρεί το εργαστήρι του στην Νέα Χώρα στα Χανιά.

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΚΗΣ

Φωτο:Από το αρχείο του Ανυφαντή.

1919 - 1989

Σεμνός καλλιτέχνης και καλός δεξιοτέχνης του λαγούτου. Γεννήθηκε στα Καρεφυλλιανά Κισάμου και για πολλά χρόνια με το λαγούτο του συντρόφευσε τα καλύτερα βιολιά των Χανίων σε πολυάριθμα γλέντια.
Κουρέας στο επάγγελμα, πολλές φορές μετέτρεπε το κουρείο του σε στέκι μερακλήδων, ένας εξ αυτών και ο θρυλικός Τσέγκας.

Ο Θεόφιλος Μαργαριτάκης έφυγε από την ζωή πολύ ξαφνικά, άφησε όμως αγαθή μνήμη στον κόσμο που τον απόλαυσε στα πενήντα περίπου χρόνια της μουσικής του προσφοράς.

ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ....ΤΟ ΚΑΓΚΕΛΟ

Και φέτος, όπως και μερικά χρόνια τώρα, οι πολιτιστικοί συλλόγοι διαφόρων χωριών, έκαναν τις δικές τους εκδηλώσεις. Μέχρι εδώ καλά, άλλωστε αυτό που όλοι μας θέλουμε είναι να προάγεται ο πολιτισμός και η κουλτούρα της περιοχής μας.
Η κατάχρηση όμως κάποιων πραγμάτων, κάθε άλλο παρά συνάδει με την όλη πολιτισμική ροή.
Έχει καθιερωθεί εδώ και μερικά χρόνια η "γιορτή" κάποιου....προϊόντος. Π.χ. η γιορτή της καρπούζας, η γιορτή του λάχανου (για ευνόητους λόγους δεν αναφέρουμε τις πραγματικές ονομασίες). Το κάθε χωριό λοιπόν διοργανώνει κάποια τέτοια "γιορτή" που πολλές φορές είναι άσχετη με την εποχή (κατακαλόκαιρο να κάμεις γιορτή του λαδιού). Κι όλα αυτά με απώτερο σκοπό, το κέρδος του κάθε συλλόγου. Ναί μέν πρέπει να ενισχύουμε τον κάθε σύλλογο οικονομικά ούτως ώστε να υπάρχει και να συντηρεί κάποια έθιμα, όμως αυτή η λαίλαπα εκδηλώσεων, πολλές εκ των οποίων μετριότατες, μπουχτίζει και δίνει στίγματα φολκλόρ. Από τις αρχές Αυγούστου, έως και τα τέλη του μήνα, λόγω των επισκεπτών στο νησί, γίνονται εκατοντάδες τέτοιες εκδηλώσεις, μάλιστα 4-5 την μέρα και χάνουμε στο τέλος την μπάλα. Ταρίφα-είσοδος-μενού, λύρι-λύρι, κι οι παράδες να τρέχουν. Το πολιτιστικό κλού; Κανένα απολύτως. Για το "εφέ", βάζουνε και μερικά χορευτικά συγκροτήματα να καταχτυπούνε κανα μισάωρο μέχρι να αποφάει ο κόσμος την μπριτζόλα και η "προσφορά" στην πολιτιστική παράδοση είναι έτοιμη προς...κατανάλωση. Μα δεν είναι έτσι όμως. Σε μερικά σημεία φτάνει στο όριο της εκμετάλευσης, γιατί σου λέει "θα κατέβουνε κάμποσοι Αθηναίοι που διψούνε για πανηγύρια και θα τους τηνε κάτσουμε". Και έτσι λοιπόν, γεμίζουνε οι πλατείες των χωριών από κόσμο που στο 70% είναι ξενομπάτες και πάνε και τα ακουμπάνε κανονικά στον χ.ψ. σύλλογο που (και καλά κανει) κονομάει κάμποσα ευρουλάκια...εις υγείαν των κορόϊδων. Η τελευταία ατάκα από φίλο.."διοργανωτή" που άκουσα ήταν "για την σύσφιξη των σχέσεων". Μα άμα θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο, άνοιξε το σπίτι σου, σφάξε ένα ρίφι και κάλεσε μια δεκαριά ξενιτεμένους νομάτους και γιόρτασε το.
Ο πολιτισμός και η κουλτούρα της Κισάμου είναι αξίες ριζωμένες πολύ βαθιά στο κισαμίτικο χώμα και δεν έχουν για την ώρα ανάγκη από πρωτοβουλίες-φωτοβολίδα με απώτερο σκοπό το κέρδος. Η ζημιά που γίνεται στην πολιτιστική ταυτότητα είναι πολύ μεγαλύτερη και πολύ ακριβότερη από κάμποσα ευρώ. Δεν θέλουμε πρός Θεού να καταδικάσουμε ό,τι κίνηση γίνεται, όμως, ας γίνεται με μεγαλύτερο σεβασμό και στην παράδοση, αλλά και στους επισκέπτες.

Υ.Γ. Το μόνο φετινό "καλό" είναι ότι στις περισσότερες εκδηλώσεις έπαιξαν καλλιτέχνες της ευρύτερης περιοχής της Κισάμου. Κάτι είναι κι αυτό.

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Με τον Νικολή Χάρχαλη
Με τον Κουφιανό





1914 - 1994



«Καμάρι το’χει η Κίσαμος, καύχημα το Καστέλλι, που έβγαλε έναν γίγαντα, τον Γιώργη Κουτσουρέλη».


Το τεράστιο κεφάλαιο της κρητικής μουσικής. Ο άνθρωπος-ορχήστρα όπως τον είχε ονομάσει ο διάσημος μουσικολόγος Ρομπέρτο Λεϊντί. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο μοναδικός βιρτουόζος του λαγούτου, ο πρώτος των πρώτων, έγινε το σήμα κατατεθέν για την πόλη του Καστελλιού, για τον νομό Χανίων. Θεωρείται ως ο στυλοβάτης του κρητικού λαγούτου. Αυτός έδωσε αίγλη στο όργανο, αυτός το καθιέρωσε. Πριν την εμφάνιση του Κουτσουρέλη, το λαγούτο έπαιζε έναν άχαρο σχετικά ρόλο στην ζυγιά. Βέβαια, δεν ήταν και πολλά σε αριθμό τα λαγούτα, μιας και ως πολύ ακριβό όργανο, ήταν δύσκολο να αποκτηθεί εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης έκανε την πρώτη «επανάσταση» στον ρόλο του οργάνου αυτού, όμως ο Κουτσουρέλης ήταν αυτός που το καθιέρωσε. Και όχι απλά το καθιέρωσε, το κατέστησε ως ένα πλήρες σολιστικό όργανο με πολλές και πλούσιες δυνατότητες. Με την μουσική του ιδιοφυΐα, την αξεπέραστη τεχνική του, σφράγισε για τα καλά τα μουσικά μονοπάτια της Κρήτης. Η δεξιοτεχνική του διπλοπενιά (ο πρώτος που έπαιξε με αυτό τον τρόπο), τα βιρτουόζικα σολαρίσματα του και οι ανεπανάληπτες συνθέσεις του, τον κατατάσσουν στο υψηλότερο σκαλί των κρητικών λαγουτιέρηδων. Ο πατέρας του, ο Ανδρέας Κουτσουρέλης, ένα παλιός λαγουτιέρης, ήταν ο άνθρωπος που του έδωσε τα πρώτα ερεθίσματα. Αυτά τα ερεθίσματα τον έκαναν από μικρό παιδί να πιάσει στα χέρια του το λαγούτο και να το ερωτευτεί. Ήδη, στα 12 του χρόνια ήταν ένας τελειοποιημένος λαγουτιέρης. Οι παλαιότεροι βιολιστές και λυράρηδες συναγωνίζονταν ποιος θα τον πάρει στα γλέντια. Ο Χάρχαλης και κατόπιν ο Μαριάνος και ο Κουφιανός ήταν τα μεγαθήρια που έπαιξαν μαζί με τον τότε έφηβο Κουτσουρέλη. Μα και ο λαμπρός Ρεθυμνιώτης λυράρης Αλέκος Καραβίτης έπαιξε μαζί του, μάλιστα ηχογράφησαν και δίσκο. Σημαντική η παρουσία του Κουτσουρέλη με τον θρυλικό Κουφιανό στο Καλλιμάρμαρο στάδιο την δεκαετία του ’30. Ο Κουτσουρέλης μετέπειτα συνεργάστηκε με τον Νικ. Σαριδάκη, τον ανεπανάληπτο Μαύρο και αποτέλεσαν μια ιστορική ζυγιά για αρκετά χρόνια. Δισκογραφικά με τον Μαύρο, το έργο του ήταν πλουσιότατο, παλιά συρτά αλλά και νέες συνθέσεις του Κουτσουρέλη. Παρέα στα καλλιτεχνικά του συνταιριάσματα και ο αξέχαστος αδελφός του, ο Στέλιος Κουτσουρέλης. Για οκτώ χρόνια περίπου, μαζί με τα αδέλφια του Στέλιο και Μανώλη παρουσίαζαν τις περίφημες εκπομπές κρητικής μουσικής από το τότε Ε.Ι.Ρ. Η θρυλική μαντινάδα « Την μουσική της Κρήτης μας π’όλος ο κόσμος θέλει, σας την παρουσιάζουνε τ’αδέρφια Κουτσουρέλη» έχει μείνει χαραγμένη στην μνήμη του κόσμου που στηνόταν από νωρίς στα λιγοστά ραδιόφωνα για να απολαύσει τους Κουτσουρέληδες. Σημαντική η συνεργασία του Κουτσουρέλη με τον θρυλικό τροβαδούρο της Γραμπούσας, τον Νικολή Τσέγκα. Μαζί έπαιζαν τα περίφημα συρτά του Τσέγκα, τα ηχογράφησαν σε ερασιτεχνικές πομπίνες και τους έδωσαν μια νέα διάσταση. Ο Κουτσουρέλης είχε συνθέσει αρκετές μελωδίες συρτών, τα οποία τα ονόμαζε «εξευγενισμένα Κισαμίτικα συρτά», μιας και αποτελούσαν μια νέα ακουστική υφή στα μουσικά πράγματα. Περίτεχνες μελωδίες, παιγμένες μοναδικά είτε με βιολί, είτε με σόλο λαγούτο. Και τότε, υπήρξε η μεγάλη κόντρα, όταν ο Μίκης Θεοδωράκης χρησιμοποίησε σαν κύριο θέμα στον «Ζορμπά» την μουσική του Αρμενοχωριανού συρτού του Κουτσουρέλη. Το γνωστό – πασίγνωστο συρτάκι δεν είναι τίποτα άλλο από την σύνθεση του Γιώργη Κουτσουρέλη. Ο ίδιος, κινήθηκε νομικά για να διεκδικήσει τα πνευματικά του δικαιώματα. Επίσης, σημαντική η συνεργασία του με τον Κώστα Μουντάκη, στον Νέο Καστελλιανό συρτό και στον Εννιαχωριανό συρτό, σύνθεση του Στέλιου Κουτσουρέλη. Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι ο Γιώργης και ο Στέλιος Κουτσουρέλης ήταν οι «μέντορες» του Κώστα Μουντάκη στα πρώτα του βήματα. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης για δέκα περίπου χρόνια, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του αδελφού του Μανώλη, σταμάτησε να παίζει. Ύστερα όμως από παρακλήσεις πολλών, ξανάπιασε στα χέρια του το λαγούτο για να σκορπίσει ρίγη συγκίνησης στο φιλόμουσο κοινό. Μαζί με τον Μιχ. Κουνέλη, τον Ναύτη, τον Τζιμάκη κι άλλους πολλούς. Είναι δύσκολο να απαριθμήσουμε τους μουσικούς με τους οποίους συνεργάστηκε, μιας και όλοι ήθελαν να παίξουν μαζί του, είτε Χανιώτες, είτε Ρεθυμνιώτες. Οι συνθέσεις του επίσης είναι πάρα πολλές, αναφέρουμε μερικές όπως ο Αρμενοχωριανός συρτός, ο Συρτός του Κουτσουρέλη, το Άρωμα, το Αγρίμι, η Νενέ, η Κρουσταλλοβραχιωνάτη, ο Νέος Καστελλιανός συρτός κλπ. Την δεκαετία του ’70 συνεργάστηκε με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη, ώστε να παρουσιάσουν ένα ολοκληρωμένο δισκογραφικό έργο. Μα ήταν πολλές οι δυσκολίες, συν την αρρώστια που χτύπησε αδυσώπητα τον Ξυλούρη, με αποτέλεσμα να ηχογραφήσουν λίγα τραγούδια. Επίσης, σημαντική ήταν η συνεργασία με τον Χάρχαλη, όταν ο μεγάλος βιολάτορας ήταν σε βαθιά γεράματα και μαζί έγραψαν μερικές ερασιτεχνικές πομπίνες, οι οποίες όμως είχαν μεγάλη επιτυχία. Στο καφενείο που διατηρούσε ο Κουτσουρέλης στην καρδιά του Καστελλιού, γινόντουσαν αυτοσχέδια γλεντάκια με τον Χάρχαλη, τον Μαύρο, τον Κουνέλη κι άλλους πολλούς μουσικούς. Ο Κουτσουρέλης, με το σπάνιο χάρισμα που διέθετε, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία συνέχιζε να παίζει ακούραστος και να κρατά γερά τα σκήπτρα του «Πρώτου λαγούτου στην Κρήτη». Το κενό που άφησε είναι δυσαναπλήρωτο, η μουσική έγινε φτωχότερη και το λαγούτο πλέον, ψάχνει ακόμα απεγνωσμένα να βρεί τον διάδοχό του…


Ακούστε τον Γ.Κουτσουρέλη σε σόλο λαγούτο:

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΛΙΟΝΑΚΗΣ

Βιολί:Ν.Χάρχαλης, λαγούτο: Στέφανος Λιονάκης


1911 - 1999

Πολυτάλαντος καλλιτέχνης. Σωστός λαγουτιέρης αλλά και εξαίσιος τραγουδιστής στα ριζίτικα και περίφημος χορευτής. Το χωριό του, τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου, έχει προσφέρει τα μέγιστα στην μουσικοχορευτική παράδοση.
Ο Στέφανος Λιονάκης συνεργάστηκε με τα κορυφαία βιολιά των Χανίων, με τον Μαύρο, τον Χάρχαλη, τον Λυραντώνη, τον Καντηλιέρη, τους Γουβέρηδες κ.α.
Μπερντελίδικο παίξιμο και λεβέντικο παρουσιαστικό. Άφησε κυριολεκτικά εποχή, τόσο στα ρουματιανά γλέντια, όσο και στις υπόλοιπες περιοχές. Πολύ καλός γνώστης της μουσικής παράδοσης και σωστός αφηγητής της μουσικής του σταδιοδρομίας.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΑΣ



1836 - 1928

Από τους παλαιότερους βιολιστές της Κισάμου ο περίφημος Ματζουράνας. Ιωάννης Αντωνογιαννάκης ονομαζόταν, αλλά το κλαδί ματζουράνας που είχε πάντα στο πέτο του, του άφησε κι αυτό το παρατσούκλι.
Ο Ματζουράνας έπαιζε αρκετά καλά για την εποχή του και έκανε και τον δάσκαλο στα μικρά παιδιά. Ο Κουνελοκωστής, ο Μανώλης Μυλωνάκης, ήταν μερικοί από τους μαθητές του. Μα και ο Χάρχαλης είχε επηρεαστεί ακουστικά από τον παλιό βιολάτορα.
Ο Ματζουράνας από την Μεράδα Λουσακιών Κισάμου, εκτός από την μουσική του τέχνη και τις σκωπτικές του παροιμίες, χάρισε στην μουσική μας μερικές εκλεκτές του συνθέσεις:
Συρτός του Ματζουράνα, Μαλαθυριανός συρτός, Κεραμοθιανός συρτός,Κόντρα συρτός, Βουβιανός συρτός.
Ο "Κόντρα συρτός" συντέθηκε περίπου με τον ίδιο τρόπο που είχε συντεθεί και ο Ινάντιος του Καναρίνη. Δηλαδή, η μαντινάδα πήγαινε "κόντρα" στα μουσικά μέτρα του σκοπού.
Και μια μαντινάδα που είχα ακούσει από εκατόχρονο γέροντα πριν δέκα περίπου χρόνια στο Καστέλλι: "Κόντρα μου πάει η ζωή, κόντρα κι εγώ τση πάω, στου Ματζουράνα τον σκοπό κόντρα θα τραγουδάω".

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΙΑΝΟΣ - ΜΑΡΙΑΝΑΝΤΡΙΚΟΣ




1860 - 1938

Βιολιστής και συνθέτης από τον Δραπανιά Κισάμου.
Άνηκε στην γενιά του Μανιατογιάννη, του Ματζουράνα, του Καραγκιουλέ.
Η καταγωγή του ήταν από την Ανώπολη Σφακίων. Σαν μουσικός, καλός δεξιοτέχνης, αλλά επίσης πολύ καλός δάσκαλος. Αυτός "έβγαλε" τον Φαντομανώλη, τον γιό του τον Γιώργη, τον Ζερβό, τον Τσιλαρίδη.
Βέβαια, ο γιός του ο Γιώργης ξεπέρασε κατά πολύ σε τέχνη τον πατέρα του. Ο Μαριαναντρίκος, έπαιξε σε όλη την έκταση της Κισάμου, αλλά λόγω της καταγωγής του είχε ιδιαίτερα μεγάλη απήχηση και στα Σφακιά. Τότε, όπως είχε δηλώσει ο Γιώργης Μαριάνος, στα Σφακιά γλεντούσαν μόνο με βιολιά από την Κίσαμο και το Σέλινο.
Ο Μαριαναντρίκος ,εκτός από σωστός τεχνίτης και γνώστης της μουσικής παράδοσης, υπήρξε και άψογος συνθέτης. Οι πασίγνωστες πλέον μελωδίες του είναι οι εξής: Μεσογειανός συρτός, Πυργιανός συρτός, Δραπανιανός συρτός, Σηρικαριανός συρτός, Βοριάς συρτός (σ.σ. Χωρίς χρονολογική σειρά). Ο Μαριαναντρίκος ήταν ένας από τους παλαιούς μουσικούς που διέσωσαν και μεταλαμπάδευσαν στις επόμενες γενιές τις μελωδίες από το γνήσιο Πεντοζάλι.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΤΣΩΝΑΚΗΣ

Από δεξιά: Μαν.Καρτσωνάκης, Βασίλης Καρτσωνάκης, Μιχ.Κουνέλης, Γρηγ.Μαθιουδάκης, Στ.Λαϊνάκης


Από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές της "παλιάς φρουράς".
Καταγόταν από τα Καρφιανά της Πολυρρήνιας Κισάμου και ήταν αδελφός του βετεράνου λαγουτιέρη, Μανώλη Καρτσωνάκη.
Τραγούδησε με μοναδικό τρόπο τα κισαμίτικα συρτά, τα ριζίτικα και τα ταμπαχανιώτικα.
Μπορούμε να πούμε ότι δημιούργησε "σχολή" μιας και αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς.
Ο Βασίλης Καρτσωνάκης έλαβε μέρος σε πολλές ηχογραφήσεις με τον Μιχ.Κουνέλη, τον Ναύτη, τον Γρηγόρη Μαθιουδάκη, ακόμα και σε μουσική καταγραφή-έρευνα, της διακεκριμένης Ιταλίδας μουσικολόγου, της Τούλια Μαγκρίνι.
Τελευταία του εμφάνιση, το 1997 στο φεστιβάλ της Φλωρεντίας με τον Κουνέλη, τον Μαθιουδάκη, τον Στέλιο.Σ.Λαϊνάκη και τον αδελφό του τον Μανώλη. Η παραπάνω εμφάνιση ηχογραφήθηκε κι έγινε μεγάλη επιτυχία.
Ο Βασίλης Καρτσωνάκης, ο γνήσιος και δωρικός τραγουδιστής της Κισάμου, έφυγε από την ζωή το 1998.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΣΕΓΚΑΣ


Με τον Δ.Χριστοφοράκη και τον Στ. Λαϊνάκη
Στο καϊκι με την γυναίκα του την Μαρία (Οι παραπάνω φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Ανυφαντάκη)

1900 - 1966

«Γραμβούσα με το κάστρο σου στον κόσμο ξακουσμένη, κι από τον Τσέγκα τον ψαρά χιλιοτραγουδισμένη». Έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνη την μαύρη ημέρα που έφυγε από την ζωή ο Νικολής Τσέγκας, κι όμως, ο θρύλος που τον συνοδεύει ακόμα είναι μεγάλος. Υπήρξε ένας εκ των σπουδαιοτέρων λαϊκών συνθετών της κρητικής μουσικής. Ένας άνθρωπος γνήσιος, χωρίς ίχνος υποκρισίας και εγωισμού. Παθιασμένος με την θάλασσα και την μουσική. Για αυτόν, ιεροτελεστία το ψάρεμα, αλλά ιεροτελεστία και η μουσική του ενασχόληση. Η καταγωγή του Τσέγκα ήταν από τα Βάτικα Λακωνίας. Ο πατέρας του, ψαράς κι αυτός, ήρθε και ρίζωσε στην Κίσαμο κι εκεί ο Νικολής μεγάλωσε και γαλουχήθηκε με τους ήχους των συρτών, των βιολιών και των λαγούτων. Όλη η ζωή του, ένα τραγούδι. Τραγουδούσε στο ψάρεμα, πάνω στην βάρκα, στο πλέξιμο των διχτυών, στα καφενεία και στις παρέες, στα υπαίθρια νοσταλγικά γλέντια εκείνης της εποχής. Τραγουδούσε με ινάτι, με μεράκι. Όλοι οι οργανοπαίχτες της Κισάμου ήταν φίλοι του. Όλοι τον γνώριζαν και τον ανέβαζαν στο πάλκο να τραγουδήσει έναν σκοπό. Ο Μιχάλης Κουνέλης έλεγε: «ένα κατοσταράκι κρασί να του έβαζες, αυτό ήταν η χαρά του. Και μετά, δεν τον έκανε κανείς ζάφτι στο τραγούδι». Ο Τσέγκας δεν έπαιζε κανένα μουσικό όργανο, δεν είχε σπουδάσει μουσική με την απόλυτη έννοια. Παρόλα αυτά, οι συνθέσεις του είναι απόλυτα σωστές κι εναρμονισμένες με την υφή και την ακουστική της κισαμίτικης μουσικής. Τα συρτά του, αψεγάδιαστα, πλούσια σε ρυθμό και σε βάθος γυρισμάτων. Που τα συνέθεσε; Μα, στο πέλαγος, στην βάρκα πάνω. Τα κρατούσε στην μνήμη του παίζοντας «μπουκόλυρα», δηλαδή, σφυρίζοντας τα, μιμούμενος τον ήχο του οργάνου. Αιτία έμπνευσης γι’αυτόν ήταν μια καλή ψαριά, η γαληνεμένη θάλασσα, το ίδιο του το μεράκι εν κατακλείδι. Περπατούσε από την μία άκρη του καστελλιανού «τσαρσιού» έως την άλλη, έχοντας κρεμασμένο στα δάχτυλα του ένα μεγαλόπρεπο μπαρμπούνι και τραγουδούσε με την βραχνή του φωνή «έλα, άχι μπαρμπούνι μου…» . Κι άκουγαν όλοι το τραγούδι του, τον σκοπό του και τον συνόδευαν τραγουδιστά σε όλο το Καστέλλι. Όταν δέ, είχε κάποιον σκοπό στα σκαριά, για να μην τον ξεχάσει, δεν έλεγε ούτε καλημέρα σε κανέναν για να μην τον απασχολήσουν και τον μπερδέψουν. Έμπαινε στο καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη και του έλεγε «ούλους τσοι κερατάδες τσοι Καστελλιανούς τσ’απάντηξα σήμερα και παρολίγο να ξεχάσω τον σκοπό». Με τον Κουτσουρέλη είχε στενή συνεργασία, όπως και με τον Ναύτη, τον Χάρχαλη κ.α. Συνθετικά σήμερα, του αποδίδονται οι μελωδίες Γραμπουσιανός συρτός, Μπαρμπούνι συρτός, Ακολουθία Μπαρμπουνιού, Κακράπης συρτός και Αζογυριανός. Αυτές είναι οι μελωδίες που παίχτηκαν περισσότερο και ηχογραφήθηκαν. Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι συνθέσεις του. Υπάρχουν κι άλλες πολλές, ανέκδοτες ως επι το πλείστον, αν και ο Θοδωρής Πολυχρονάκης, αυτός ο εξαίσιος βιολιστής, πρίν λίγα χρόνια ηχογράφησε μερικούς από τους ξεχασμένους σκοπούς του Τσέγκα. Και λίγα λόγια για τον Κακράπη συρτό. Ο Κακράπης, πήρε το όνομα του από την ομώνυμη ξέρα, γύρω στα πενήντα μέτρα βάθος που βρίσκεται ανάμεσα από τον Ποντικό και την Γραμβούσα. Η ψαριά του Τσέγκα εκείνη την μέρα ήταν μεγαλόπρεπη, ροφοί και βλάχοι. Από την χαρά του συνέλαβε αυτό τον σκοπό που όμοιος του δεν υπήρχε, αλλά ούτε και σήμερα υπάρχει , διότι αποτελεί τον πιο δύσκολο και δαιδαλώδη σκοπό συρτού στην κρητική μουσική μέχρι και τις μέρες μας. Έχει συντεθεί σε σαράντα μουσικά μέτρα με πολλά γυρίσματα (μερικοί λένε ότι έχει δέκα γυρίσματα). Ο Τσέγκας με το ασπούδαστο μυαλό, κατόρθωσε να συνθέσει την σπουδαιότερη και δυσκολότερη μελωδία στην ιστορία του κρητικού συρτού. Σύμφωνα με πολλούς ειδήμονες, ο Ναύτης, ο Κουτσουρέλης κι ο Χάρχαλης έπαιζαν πιο σωστά από όλους τον συρτό αυτόν. Το έργο του Τσέγκα είναι δύσκολο να το απαριθμήσουμε σήμερα, μιας και όπως προείπαμε, είναι πολλές οι ανέκδοτες συνθέσεις του, αλλά και πολλές οι συνθέσεις που τις καπηλεύτηκαν κάποιοι άλλοι εις βάρος του. Το τέλος του Τσέγκα, ήταν τραγικό. Στις 8 του Δεκέμβρη του 1966 χάθηκε στα νερά της λατρεμένης του Γραμβούσας, μετά από μια φοβερή τρικυμία, λίγες ώρες πρίν σημειωθεί το μεγάλο ναυάγιο του πλοίου «Ηράκλειο» στην Φαλκονέρα. Η γυναίκα του, η κυρά –Μαρία, δεν μπόρεσε να τον κρατήσει πάνω στην βάρκα, κι έτσι ο μεγάλος συνθέτης και τροβαδούρος πνίγηκε. Στο σημείο που χάθηκε, έχει αναγερθεί μνημείο προς τιμήν του από τον σύλλογο προβολής Κισάμου «Η Γραμβούσα». «Να’τανε τρόπος να μιλούν ο Σπάθας κι η Γραμπούσα, τον Τσέγκα υπερήφανα θα το’νε χαιρετούσαν».




Ακούστε τον Θ.Πολυχρονάκη στον Κακράπη και στον Αζογυριανό του Τσέγκα.

ΗΛΙΑΣ ΔΡΟΣΕΡΑΚΗΣ - ΔΡΟΣΕΡΟΣ

Ο Δραπανιάς Κισάμου


1878 - 1944

Παλιός τεχνίτης στο μπουλγαρί, από τον Δραπανιά Κισάμου.
Ερασιτέχνης μουσικός, από τους ελάχιστους καλλιτέχνες της χανιώτικης υπαίθρου που έπαιζαν μπουλγαρί, μιας και αυτό το όργανο μέχρι και χρόνια του μεσοπολέμου το συναντούσε κανείς στα αστικά κέντρα της Κρήτης. Άλλος ένας Δραπανιανός έπαιζε μπουλγαρί, ο Παναγιώτης ο Ραϊσάκης.
Ο Δροσερός όμως έμεινε στην μουσική ιστορία του τόπου για μία και μοναδική σύνθεση: Τον συρτό του Δροσερού, ή, τον Συρτό της Χαραυγής όπως ονομάστηκε κατόπιν.
Είναι ο πιο αργός σε ρυθμό κισαμίτικος συρτός με πλούσια και όμορφη μελωδία. Έχει διασκευαστεί από πολλούς καλλιτέχνες κατά καιρούς, οι περισσότερες διασκευές όμως ατύχησαν να "πιάσουν" την ομορφιά αυτής της μελωδίας. Εξαίρεση, η ηχογράφηση από τον Στρατή Γαλαθιανό και τον Δημήτρη Γαλάνη με την φωνή του αξεπέραστου Θεοχάρη Τζινευράκη.
Ο Ηλίας Δροσερός έπαιξε με διαφόρους καλλιτέχνες της περιοχής, όπως με τον Μαριαναντρίκο, τον Χάρχαλη, τον Ζερβό κ.α.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΚΑΚΗΣ

Χωρίς αμφιβολία, ένας σπουδαίος λυράρης. Ανήκει στην γενιά που σήμερα κρατά τα σκήπτρα στην κρητική μουσική. Γεννήθηκε στα Χανιά το 1974 και κατάγεται από το Βαβουλέδο, οικισμό των Παλαιών Ρουμάτων Κισάμου. Από πολύ μικρός αγκάλιασε την λύρα για να γίνει το όργανο της ζωής του. Μαθήματα πήρε από τον Κώστα Μουντάκη. Ο μεγάλος Μουντάκης δεν άργησε να καταλάβει την αξία του μαθητή του. Ο Δημήτρης Βακάκης παίζει επαγγελματικά από έφηβος σχεδόν, έχοντας πλέον δημιουργήσει πολλούς μιμητές. Δεξιοτέχνης άψογος, πολύ καλός τραγουδιστής και γνώστης των μουσικών καταβολών της περιοχής. Το παίξιμο του είναι πλουσιότατο, άκρως τεχνικό. Πατάει πάνω στις διδαχές του Μουντάκη, εμπλουτίζει ομως την λύρα του με τα μουσικά ιδιώματα της Κισάμου και μεσω αυτών, έχει προβάλει την δική του μουσική προσωπικότητα. Στο ενεργητικό του έχει δεκάδες εμφανίσεις στο εξωτερικό, τρείς προσωπικές δισκογραφικές δουλειές όπου περιέχουν προσωπικές του συνθέσεις και ένα βραβείο στον διαγωνισμό κρητικής μουσικής. Επίσης, έχει διδάξει κατά καιρούς σε ωδεία. Κατά γενική γνώμη πολλών, αλλά και προσωπική αν θέλετε, ίσως είναι ο καλύτερος χειριστής της λύρας στην Κρήτη. Το παίξιμο του, είναι δύσκολο να αντιγραφεί γιατί ο Δημήτρης αυτοσχεδιάζει μανιωδώς στους διάφορους σκοπούς, βγάζοντας ένα λαμπρό αποτέλεσμα.

Ακούστε εδώ τον Δημήτρη Βακάκη:

ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΟΥΦΑΡΔΑΚΗΣ

Ο Μιχάλης Λουφαρδάκης είναι από τους νέους ελπιδοφόρους και δεξιοτέχνες μουσικούς των Χανίων. Δαιμόνιος χειριστής του δοξαριού, από τους καλύτερους της νέας γενιάς.Γεννήθηκε το 1978 στα Χανιά και κατάγεται από τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου, το χωριό με την πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση. Επηρεασμένος από τον τόπο καταγωγής του, αλλά και από το οικογενειακό του περιβάλλον, μιάς και ο πατέρας του έπαιζε λαγούτο, δεν άργησε να πιάσει στα χέρια του το βιολί. Στον σύλλογο του "Χάρχαλη" έκανε τα πρώτα του βήματα με τον βετεράνο Σταύρο Καντηλιέρη, πήρε όμως και μαθήματα από τον Μιχάλη Κουνέλη και τον Κωστή Παπαδάκη ή Ναύτη. Σημαντικές οι επιρροές από τον συγχωριανό του, τον παλαιό βιολιστή Γουβεροκωστή. Ο Μιχάλης παίζει, μπορούμε να πούμε, στην "γραμμή" του Ναύτη, έχοντας όμως και στοιχεία από τον Γουβεροκωστή. Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους λαγουτιέρηδες και χαράζει την δική του πορεία στην κρητική μουσική με σεμνότητα και αγάπη για αυτό που κάνει.


Ακούστε τον Μιχάλη εδώ:

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ



1878 - 1965

Παλαιός λαγουτιέρης από το Άρμενο Χωριό Κισάμου. Άκμασε από το 1890 έως το 1930 περίπου. Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης ήταν πατέρας των Κουτσουρέληδων, Γιώργη-Στέλιου-Μανώλη. Αυτός τους δίδαξε και την τέχνη του λαγούτου. Βέβαια τα παιδιά του τον ξεπέρασαν και κυρίως, ο Γιώργης, ο γίγαντας του κρητικού λαγούτου.
Εκείνα τα χρόνια έπαιζε ερασιτεχνικά, μιας και το κύριο επάγγελμα του ήταν καφετζής. Είχε ανοίξει καφενείο στο Καστέλλι κι όπως είχε πεί κάποτε ο γιός του ο Στέλιος "Αυτό δεν ήταν καφενείο, ήταν ωδείο" μιας και σύχναζαν εκεί όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες.
Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης έπαιξε με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής του, όπως με τον Κουνελοκωστή, τον Μανιατογιάννη, τον Μαριαναντρίκο, τον Νικηφόρο κ.α. Στον τρόπο παιξίματος, έπαιζε πασαδόρικα αλλά και μπερντελίδικα πού και πού. Το μπερντελίδικο παίξιμο δεν είχε ακόμα καθιερωθεί, τουλάχιστον πρίν την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που παίζανε τότε καθαρό πρίμο λαγούτο. Η εμφάνιση όμως του Σταύρου Μαυροδημητράκη και κατόπιν του Γιώργη Κουτσουρέλη, άλλαξε τα πράγματα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΝΕΛΗΣ

1928 - 1999 Ο μεγάλος δάσκαλος, ο βιολιστής-υπόδειγμα, ο πιο αγαπητός σε όλους. Τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψουν το μέγεθος και την υπόσταση του Κουνελομιχάλη. Το όνομα του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Κίσαμο και την μουσική της, με το Καστέλλι και τις ομορφιές του. Γεννήθηκε στα Καρφιανά της Πολυρρήνειας Κισάμου του νομού Χανίων. Οι μουσικές επιδράσεις έντονες, καθώς ο πατέρας του ο Κουνελοκωστής ήταν από τους καλύτερους βιολιστές της παλιάς φρουράς. Ο Μιχάλης όμως ξεκινάει στα οκτώ του χρόνια όχι με βιολί, αλλά με λύρα. Λέγοντας ο ίδιος χαρακτηριστικά "που διάολο να φτάνανε τα χέρια μου στο βιολι;" Στα εννέα του αγόρασε μια καλύτερη λύρα, μα γρήγορα την άφησε για να πιάσει στα χέρια του το παραδοσιακό όργανο των Χανίων, το βιολί. Παρέα με τον πατέρα του, έπαιξε στα πρώτα του ερασιτεχνικά βήματα, βιολί-λύρα πρίμο/σεγόντο. Κατόπιν, ξεκίνησε να παίζει με τον ανηψιό του(συνομήλικο του σχεδόν) και σχεδόν μόνιμο του συνεργάτη, τον Μανώλη Καρτσώνη. Έπαιζαν μαζί από μαθητούδια του δημοτικού. Τα Καρφιανάκια, έτσι τους έλεγαν, μια από τις σπουδαιότερες ζυγιές που πέρασαν ποτέ. Ο Μιχάλης Κουνέλης, πιστός στα τοπικά μουσικά μοτίβα, ανέπτυξε τις δυνατότητες του οργάνου, μα εισήγαγε και την προσωπική του σφραγίδα στο παίξιμο. Λέγανε οι παλιοί "κουνελίστικο παίξιμο". Ο Χάρχαλης έλεγε "ο καλύτερος από τους καινούργιους". Μα κι ο μέγας Κουτσουρέλης που έπαιξε με τον Μιχάλη αρκετές φορές, έλεγε "δεν άκουγες τίποτα το παραπανήσιο στο παίξιμο του, είχε τάξη και ρυθμό". Αυτός ο ρυθμός είναι που ξεχώριζε. Πρόσεχε πάντα τα βήματα του χορευτή, κι αν ο χορευτής ξέφευγε, πάντα τον βοηθούσε να γυρίσει στα σωστά πάσα και να τσακίζει στον άσσο. Και το παίξιμο του Μιχάλη, μύριζε ατόφια "Κίσαμο". Στα τέλη της δεκαετίας του '50 ανέβηκε μόνιμα στην Αθήνα για 25 περίπου χρόνια. Μα δεν έμεινε άνεργος. Κατέβαινε συχνά στην Κρήτη αλλά και στα κρητικά κέντρα άφησε εποχή, κυρίως στον "Ομαλό" την δεκαετία του '70, παρέα με τον Παναγιώτη Καστάνη. Ήταν τότε ο μοναδικός Κρητικός επαγγελματίας βιολιστής στην πρωτεύουσα, μιας και οι λύρες είχανε πάρει τα πάνω τους. Εμφανίστηκε στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, έκανε και τις δικές του δισκογραφικές δουλειές που έγιναν πραγματικά ανάρπαστες. Ερασιτεχνικά ηχογράφησε πολλές κασέτες στο στούντιου του Γιάννη Σταματάκη στο Καστέλλι με τον Καρτσώνη, τον Γ.Κουτσουρέλη κ.α. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα του λαγούτου, εκτός από τον Καρτσώνη, με τον Γ.Κουτσουρέλη, με τον Καρεφυλλομανώλη, με τον Στεφ.Καρεφυλλάκη, με τον Στ.Λαϊνάκη, με τον Θεοχ.Μαρεντάκη, με τον Θεόφιλο Μαργαριτάκη, τον Βαγγ.Πολυχρονάκη, τον Πέτρο Καρμπαδάκη και πλήθος άλλων πολλών. Και όλοι είχαν πάντα να πούνε τα καλύτερα για τον Κουνελομιχάλη. Κι όχι μόνο αυτοί. Ο Σκορδαλός τον παραδεχόταν, ο Μουντάκης τον θεωρούσε γνήσιο. Ο Μιχάλης Κουνέλης, εκτός από αξεπέραστος βιολιστής, ήταν ικανός μαντιναδολόγος, κι αυτό που αγαπούσαν όλοι....τα ανέκδοτα του. Έχουν μείνει ώς "ιστορικά" κάποια από αυτά, όπως κι έχουν μείνει στην μνήμη του κόσμου άπειρες εύθυμες ιστορίες με τον Κουνελομιχάλη. Έπαιξε σε όλα σχεδόν τα χωριά της Κισάμου και του Σελίνου, είχε και ιδιαίτερη απήχηση και στην Κυδωνία και στον Αποκόρωνα. Στην Αθήνα που έπαιζε, έγινε αγαπητός και από Κρήτες των υπολοίπων νομών. Στα γλέντια του, ήταν μοναδικός, μάγευε τον κόσμο με την πρώτη δοξαριά. Πλουσιότατο ρεπερτόριο από παλιούς κισαμίτικους σκοπούς αλλά και νησιώτικα, καλαματιανά, μπάλους, ριζίτικα. Πάντα ξεκινούσε τα γλέντια του με ριζίτικο τραγούδι. Αγαπημένος του σκοπός, ο Κοτσιανός του Φαντομανώλη. Έλεγε "Ο πατέρας μου πάντα με αυτο τον σκοπό ξεκινούσε το γλέντι". Έκανε και την δική του σύνθεση, τον πασίγνωστο "Συρτό του Κουνέλη" ή "Εσύ'σαι η αγάπη μου". Μα το μεγάλο του έργο δεν σταματά μόνο στην δεξιοτεχνία του. Ο Μιχάλης Κουνέλης δίδαξε το βιολί, το ήθος, την ταπεινότητα. Μέσω της ΝΕΛΕ, παρέδιδε για αρκετά χρόνια μαθήματα βιολιού στο Καστέλλι στο Ωδείο της Μητρόπολης. Από τα χέρια του βγήκαν σημαντικοί σήμερα καλλιτέχνες όπως ο Ηλίας Χορευτάκης, ο Θοδωρής Πολυχρονάκης, ο Περικλής Τζουγανάκης, ο Γιάννης Μενεγάκης κ.α. Μα πάνω απ'όλα, διέσωσε την βιολιστική παράδοση της Κισάμου που μέχρι τότε είχε εγκλωβιστεί, χάρη στις ενέργειες μερικών που δεν καλόβλεπαν το βιολί και κατ'επέκτασην την χανιώτικη μουσική παράδοση. Έκανε την νέα γενιά να αγαπήσει ξανά το βιολί, να στραφεί ξανά πρός την κρητική μουσική. Είχε την αγωνία να μην χαθεί η μακραίωνη κισαμίτικη παράδοση, έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι "τα κοπέλια μας είναι το αύριο". Σε συνεργασία κατόπιν με τον σύλλογο μουσικών νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης" και με τον αείμνηστο Κ.Παπαδάκη ή Ναύτη, έδωσαν πλήθος συναυλιών για την διατήρηση της βιολιστικής μουσικής παράδοσης. Ο ίδιος, τιμήθηκε αρκετές φορές από διάφορους πολιτιστικούς φορείς. Έπαιξε σε όλη την Κρήτη αλλά και στο εξωτερικό, στην Αμερική και στην Ιταλία και μάλιστα, στο φεστιβάλ της Φλωρεντίας το 1997 (η τελευταία του εμφάνιση στο εξωτερικό) απέσπασε θριαμβευτικά σχόλια, τα οποία όμως τα πέρασαν στο "ψιλό" τα κρητικά ΜΜΕ μιάς και στην μουσική σήμερα μετράνε άλλα πράγματα δυστυχώς... Δισκογραφικά, το κύκνειο άσμα του Μιχάλη ήταν η ζωντανή ηχογράφηση από το ανωτέρω φεστιβάλ. Έφυγε ξαφνικά από την ζωή, παρόλο που υπέφερε χρόνια από την αρρώστια. Μα ποτέ δεν έδινε σημασία. Πάραυτα στο τέλος λύγισε. Άφησε όμως πίσω του, μια αρμάδα συνεχιστών κι ένα έργο που θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλο.

ΚΟΥΝΕΛΗΣ - ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ-ΝΑΥΤΗΣ






1920-2003

Δύσκολο πολύ να μιλήσει κανείς για αυτόν τον άνθρωπο. Το αίσθημα ευθύνης είναι μεγάλο. Μα μεγάλη και η τιμή σε αυτό το blog να συμπεριλάβει το βιογραφικό ενός καλλιτέχνη με την εμβέλεια του Ναύτη.
Ο σπουδαίος αυτός βιολιστής, ο τελευταίος ίσως των "μεγάλων", γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισάμου.Τιμή στο Καστέλλι, τιμή στην Κίσαμο, τιμή και στην Κρήτη.
Το έργο του, μεγάλο σε λάμψη, σπουδαίο σε ποιότητα και ποσότητα. Από μικρός, μπολιασμένος με τις μελωδίες των συρτών, με τους ήχους του βιολιού, δεν άργησε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την μουσική. Ο πατέρας του, ο Βασίλης Παπαδάκης ή Κοπανίδης ήταν ο πρώτος του δάσκαλος. Στις προγονικές του ρίζες βρίσκουμε κι άλλους καλλιτέχνες, τους περίφημους Μπαλαμπούς από την Γραμβούσα. Ο ίδιος, γαλουχήθηκε από τους παλαιούς μουσικούς Χάρχαλη, Μαριάνο, Τσέγκα, Κουφιανό,μα πάνω από όλα, ξεχώρισε για το μοναδικό κι έμφυτο ταλέντο του. Δεξιοτέχνης υψηλού επιπέδου, εισήγαγε για την εποχή, νέα στοιχεία στο παίξιμο του οργάνου και των παραδοσιακών μοτίβων. Σε μικρή ηλικία γνωρίστηκε με τον μεγάλο δάσκαλο του βιολιού, τον Στρατή Καλογερίδη στο Ηράκλειο. Και όπως τόνισε πολλές φορές, αυτή η συνάντηση έπαιξε μεγάλο ρόλο στην μετέπειτα σταδιοδρομία του. Νέος έφυγε για την ΑΘήνα, στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπου και εμφανιστηκε σε αρκετά κρητικά κέντρα. Συνέχισε την καριέρα του μετά την κατοχή και πάλι στην Αθήνα, αλλά και με συνεχή ανεβοκατεβάσματα στην Κρήτη. Ηχογράφησε εκείνη την εποχή αρκετούς κισαμίτικους σκοπούς, όπως τον Καραγκιουλέ, τον Μπαλαμπιανό συρτό κ.α. Έπαιξε πολλές φορές και στο ραδιόφωνο ζωντανή κρητική μουσική. Συνάμα με το βιολί, έπαιζε με την ίδια τέχνη μπουζούκι και λαγούτο. Μάλιστα δέ, σημαντικές ήταν και οι συνεργασίες του με μεγάλα ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου. Την δεκαετία του '50 ξεσπά η περίφημη απαγόρευση του βιολιού στην κρητική μουσική από τα τότε μέσα μαζικής ενημέρωσης και ο Ναύτης βάζει μπρός το στήθος του, υπερασπίζοντας την ιστορικότητα του οργάνου αυτού, αλλά και τους συναδέλφους του βιολιστές. Η ιστορία θα κρατήσει πάρα πολλά χρόνια και ο Ναύτης θα γίνει το κόκκινο πανί για τον Σιμων Καρά και την παρέα του, που με σκοταδιστικές μεθόδους θα αποκλείσουν τους νομούς Χανίων-Λασιθίου και τα μουσικά ιδιώματα αυτών από την δισκογραφία, το ραδιόφωνο και τις δημόσιες εμφανίσεις. Ο Ναύτης, στα τέλη της δεκαετίας του '50 φεύγει για την Αμερική όπου εκεί για 20 χρόνια περίπου θα σταδιοδρομίσει ώς μουσικός με δικό του συγκρότημα, τον "Μωριά". Εκεί, θα διασκεδάσει χιλιάδες ομογενείς με κρητική, λαϊκή και δημοτική μουσική. Στην Αμερική θα παίξει μπουζούκι, λαγούτο, βιολί, θα συνεργαστεί με καταξιωμένους Έλληνες καλλιτέχνες όπως ο Χιώτης κ.α. Το δισκογραφικό του έργο στην μεγάλη ήπειρο θα είναι σπουδαίο σε μέγεθος και ποιότητα. Κατά την επιστροφή του στην Κρήτη στα μέσα του '70, θα παίξει με σπουδαίους λαγουτιέρηδες, θα ιδρύσει τον σύλλογο μουσικών νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης" και θα παλέψει εναντίον των υποτιθέμενων "μουσικολόγων" για την αποκατάσταση του βιολιού στην κρητική μουσική. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τα έβαλε με όλους και όλα. Με τους διευθυντές της ραδιοφωνίας, με τον Σίμων Καρά, τον Π.Μυλωνά, τον Καβακόπουλο, την Δ.Σαμίου κι όλους αυτούς που ήθελαν να αποκλείσουν το βιολί και τους βιολιστές προς όφελος της λύρας και των λυράρηδων. Και τα λόγια του πρός αυτούς, καυστικότατα! Στις αρχές της δεκαετίας του '80 έφυγε ξανά για την Αυστραλία όπου έμεινε λίγα χρόνια, επιστρέφοντας πλέον στα μέσα του '80 οριστικά στα Χανιά. Ο αγώνας "ζωής" για τον Ναύτη ήταν η διάσωση της γνήσιας μουσικής έκφρασης της Κρήτης και όχι μόνο των Χανίων, καθώς και η αποκατάσταση του βιολιού. Έλαβε μέρος σε κονσέρτα και φεστιβάλ σε όλο τον πλανήτη, από την Αυστραλία και την Αφρική, μέχρι τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Συνεργάστηκε με καταξιωμένους μουσικολόγους, όπως ο Ρ.Λεϊντί και η Τ.Μαγκρίνι και μαζί συνέλλεξαν ένα τεράστιο οπτικοακουστικό αρχείο. Ο Ναύτης, το 1987 έγραψε και κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο "Κρητική λύρα:Ένας μύθος" αποκρούωντας την άποψη του Σίμωνα Καρά ότι η λύρα είναι το αυθεντικό κρητικό όργανο και παρέθεσε για αυτό μια σειρά από αξιόλογα ντοκουμέντα που απέδειξαν το ακριβώς αντίθετο. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε μια σειρά "εκρήξεων" από τους καλλιτέχνες κυρίως του Ρεθύμνου και πρόσθεσε μια ακόμα αντιδικία στις ήδη τεταμένες σχέσεις των καλλιτεχνών των νομών Χανίων-Ρεθύμνου. Όχι άδικα πάντως, μιας και κάποιες από τις αλήθειες που αποτύπωσε ο Ναύτης...πονούσαν και μάλλον, πονάνε ακόμα...αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που θα το θίξουμε εν ευθέτω χρόνω.
Ο Ναύτης τα τελευταία χρόνια της ζωής του, συνέχιζε να διαβάζει, να μελετάει την κρητική μουσική, να συλλέγει πληροφορίες και ντοκουμέντα και να λαμβάνει μέρος σε εκδηλώσεις με τον ακούραστο συνεργάτη του και λαγουτιέρη, τον Στέλιο.Σ.Λαϊνάκη.
Να τονίσουμε ότι το συνθετικό έργο του Ναύτη είναι πλουσιότατο. Πολλές σε αριθμό οι συνθέσεις του, συρτά, καλαματιανά, λαϊκά. Στα δε κρητικά, τα συρτά του Ναύτη φημίζονται για την απόλυτη γραμμή τους, την γνήσια φόρμα τους και δεν είναι παράλογο να πούμε ότι δεν "βγαίνει" γλέντι χωρίς να ακουστούν έστω 4-5 σκοποί του. Και κάτι επίσης σημαντικό: Όλες οι συνθέσεις του είναι μοναδικές, δεν έχει δηλαδή καρπιστεί καμία παλαιότερη σύνθεση, κανενός προγενέστερου καλλιτέχνη. Ίσως είναι ο μοναδικός της γενιάς του καλλιτέχνης στην Κρήτη που δεν αντέγραψε κανέναν! Ασχέτως δέ, αν τον λεηλάτησαν....
Συρτός της Αυγής, Βατολακιανός, Συρτός του Ναύτη, Αφρατιανός, Κουστογερακιώτικος, Καλαθενιώτης, Νέος Γραμβουσιανός, Ποταμιδιανός, Καλουδιανός, Ρογδιανός, Ροδωπιανός, Νέος Εννιαχωριανός, Αργός, Παραγγελιά, είναι μερικές από τις δεκάδες άψογες συνθέσεις του. Συνθέσεις που αντέχουν στον χρόνο και για πολλά ακόμα χρόνια θα τροφοδοτούν το κρητικό μουσικό ρεπερτόριο.
Ο Ναύτης, παρόλες τις επικρίσεις που δέχτηκε, κυρίως από ανθρώπους άσχετους και καλοθελητάδες που φοβόντουσαν μπάς και τους κόψει το...μεροκάματο (κατά δική του δήλωση στον γράφων), συνέχισε ακμαίος να παίζει και να διδάσκει τα νέα παιδιά. Ξεχωριστό το ταλέντο του επίσης στην αγιογραφία και στην ραπτική παραδοσιακών κρητικών στολών!
Η δέ πνευματική του υπόσταση, υψηλή. Στην μνήμη του χαραγμένα τα ονόματα όλων των παλαιών καλλιτεχνών που πρόλαβε, αλλά και πολλά περιστατικά. Βέβαια, στα τελευταία χρόνια της ζωή του, τον εκμεταλλεύτηκαν μερικοί για να προβληθούν ατομικά και να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη μέσα από τις γνώσεις του, αλλά ας είναι...!
Η προσφορά του αγγίζει το μέγεθος του άριστου. Αν δεν όρθωνε το παράστημα του μπρός σε αυτούς που θέλανε να μηδενίσουν το βιολί, ίσως αυτό το όργανο να είχε εξαφανιστεί από την Κρήτη. Σημαντική επίσης η δουλειά που έκανε στην διάσωση και διάδοση παλαιών μελωδιών του συρτού, αλλά και μελωδιών της ανατολικής Κρήτης. Πνεύμα οξύ και ανυπότακτο σε οτιδήποτε φολκλόρ και ξενόφερτο με την μουσική μας.
Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, άφησε πίσω του ένα μεγάλο έργο και σίγουρα, μια βαριά κληρονομιά στους νεωτέρους του. Ίσως η παρουσία του σήμερα να φαντάζει πολυτέλεια, όμως σίγουρα η θέση του στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών είναι υψηλή.
Άλλωστε ο φίλος του, ο θρυλικός Στέλιος Καζαντζίδης τον είχε χαρακτηρίσει "Πατριάρχη της Κρητικής Μουσικής"...διόλου άστοχα!