Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ - ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗ

Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από την ερασιτεχνική συνέντευξη του αείμνηστου και τρανού λαγουτιέρη, Σταύρου Μαυροδημητράκη στον ερασιτέχνη μελετητή Ιωάννη Παπαδάκη (Ελληνοαμερικάνο) που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1978 στον Πειραιά. Ευχαριστούμε από καρδιάς τους απογόνους του Ι.Παπαδάκη, Μανώλη-Κώστα-Ελένη για την ευγενή παραχώρηση και την άδεια δημοσίευσης από το blog "kissamoschania.blogspot" των αποσπασμάτων αυτών, καθώς και για τα αποσπάσματα από συνεντεύξεις άλλων καλλιτεχνών που θα προβληθούν αποκλειστικά στο μέλλον από το blog μας.






Ι.Π: Πως το πήρες απόφαση να ασχοληθείς με την μουσική, με τα όργανα;

Σ.Μ: Εγώ τα ζούσα τα όργανα καθημερινώς στο σπίτι που μέναμε. Μα κάθε μέρα σου λέω. Έπαιζε ο πατέρας μου λύρα, καλή λύρα. Κι ήτανε, πώς να στο πώ, ήτανε φίρμα όπως λέμε σήμερα, τον ξέρανε σε όλη την επαρχία Κισσάμου κι ακόμα παραπέρα. Στα Μαρεδιανά προπάντων όλα τα γλέντια τα είχε ο πατέρας μου, στεφανώσεις, αρραβωνιάσεις, πανηγύρια. Ήτανε κι άλλος ένας γεροντής, ο Μανιατάκης ο Γιάννης, βιολί έπαιζε αυτός πρώτης γραμμής, αυτοί ήτανε στο χωριό, ο πατέρας μου και ο Μανιατάκης. Τα γλέντια των Μαρεδιανών τα είχανε αυτοί οι δύο. Εγώ που λές, αυτούς άκουγα κάθε μέρα, θες να είναι στον καφενέ, θες να είναι στις πεζούλες στην εκκλησία, παντού δηλαδή…..

Ι.Π: Συγνώμη που σε διακόπτω, αλλά εσύ όμως, δεν έμαθες λύρα...

Σ.Μ: Όχι, δεν έμαθα, δεν μου άρεσε η λύρα εμένα. Εγώ σαν πρωτάκουσα τον γέρο Κουτσουρέλη να παίζει το λαγούτο, ξετρελάθηκα. Έπαιζε, το θυμάμαι σαν να’ναι χθές, έπαιζε με τον πατέρα μου στον γάμο του Μαυροδημήτρη του Στέλιο και ήμουνα δεν ήμουνα πέντε – έξι χρονών. Και όταν γύρισα από τον γάμο δεν έκλεισα μάτι, παρά όταν ήρθε ο πατέρας μου στο σπίτι του είπα, να μου πάρεις ένα λαγούτο. Αυτός όμως ήτανε φτωχός και το λαγούτο έκαμε πολλούς παράδες, αλλά να σου πώ, δεν ήθελε και πολύ να ακολουθήσω το επάγγελμα, κυρίως αυτό δηλαδή. Με τα πολλά, πήρα ένα μαντολινάκι και αρχίνισα μοναχός μου να παίζω και με το που’θελε να σχολάσει η λειτουργία την Κυριακή, καθόμουν στις πεζούλες στην εκκλησία κι έπαιζα και χορεύανε τα κοπελάκια του χωριού.

Ι.Π: Με μαντολίνο λοιπόν ξεκίνησες;

Σ.Μ: Ναι, μαντολίνο, ένα παλιό μαντολινάκι που το είχε πάρει ο πατέρα μου από έναν από το Καστέλλι. Έπαιζα μαντολίνο μέχρι να μεγαλώσω λιγάκι, εκεί στα δέκα περίπου με δώδεκα, αφού είδε ο πατέρας μου ότι δεν αλλάζω τα μυαλά μου, πήγε και μου αγόρασε ένα λαγούτο από τα Χανιά και έμαθα μοναχός μου να παίζω πιο πολύ. Έκανα δύο μαθήματα στου γέρο Κουτσουρέλη, ίσα ίσα για να μάθω να το κουρντίζω και να το πιάνω και τα υπόλοιπα όλα μοναχός μου.

Ι.Π: Θυμάσαι να μου πείς πότε έπαιξε σε γλέντι με το λαγούτο;

Σ.Μ (γέλια) το πρώτο γλέντι λένε ότι είναι σαν την πρώτη αγαπητικιά, έτσι δεν λενε; Δεν το ξεχνάς που να περάσουνε εκατό χρόνοι. Ήτανε το 1914, δεκατεσσάρων χρονών ακριβώς ήμουνα και καλά καλά δεν ήμουν ξετελεμένος στο όργανο, παρά ένας από τα Σκουλουδιανά με κάλεσε να παίξω σε μια βάφτιση που έκανε και πήγα κι έτρεμα σαν τον λαγό, κατέεις γιατί; Γιατί θα έπαιζα με τον Κουνελοκωστή. Μεγάλο πράμα για εκείνα τα χρόνια και μεγάλη, πώς να στο πώ, μεγάλη υπόθεση, τιμή. Και πήγα κι έπαιξα και τα πήγα μια χαρά κι ας πούμε πήρα θάρρος. Και μετά του πήρα τον αέρα και έπαιζα όπου με καλούσανε. Και με τον πατέρα μου, μην ξεχάσω να πώ ότι πρίν το μεγάλο γλέντι με τον Κουνελοκωστή, είχα παίξει με τον πατέρα μου σε αρκετές χαροκοπιές στο χωριό. Αλλά και μετά, μέχρι να πάω δεκάξι χρονών, έπαιζα με τον πατέρα μου, μέχρι που με άκουσε ο μακαρίτης ο Χάρχαλης και μου είπε….

Ι.Π: Τότε γνωρίστηκες με τον Χάρχαλη;

Σ.Μ: Ναι, ακριβώς δεκάξι χρονών έπαιξα με τον Χάρχαλη στην Αγιά Τριάδα στα Καλουδιανά στο πανηγύρι. Εκάναμε από πρίν, δέκα μέρες μπρόβες για να δεί αν μπορώ να του ακολουθήσω και ύστερα μου έκανε, εντάξει είσαι Σταυράκη, θα γίνεις πρώτης τάξεως οργανοπαίχτης.

Ι.Π: Πώς γνωρίστηκες με τον Χάρχαλη;

Σ.Μ: Από την μεριά του πατέρα μου, του έλεγε του Χάρχαλη, έχω το κοπέλι μου που παίζει λαγούτο και του έκανε ο Χάρχαλης, φέρ’τον μου να τον ακούσω. Και του άρεσα και μου είπε να παίξουμε σε μερικά γλέντια μαζί. Και πήγε η συχωρεμένη η μάνα μου θυμάμαι και μου ψώνισε καλά ρούχα, σκολινά για να πάω να παίξω στο πανηγύρι δίπλα στον Χάρχαλη.

Ι.Π: Και έτσι λοιπόν συνέχισες να παίζεις με τον Χάρχαλη;

Σ.Μ: Όχι, τότε δεν έπαιξα πολύ γιατί είχα κατέβει στο Καστέλλι και δούλευα σε ενούς τσαγκάρη για να μάθω την δουλειά και επειδή ο Χάρχαλης έπαιζε συνέχεια σε γλέντια ακόμα και σε μακρινούς τόπους, δεν μπορούσα να αφήσω το μαγαζί και να τρέχω στα γλέντια μαζί του.

Ι.Π: Οπότε, σταμάτησες να παίζεις;

Σ.Μ: Μόνο με τον Χάρχαλη, ναι. Γιατί όμως, τότε βρήκα ένα κοπελάκι νέο, τον Μανώλη τον Μυλωνάκη που μετά έγινε μεγάλος καλλιτέχνης, άριστος και είδα ότι έπαιζε καλό βιολί και τον ξεκίνησα εγώ. Τον έσπρωξα στο επάγγελμα, ήτανε δυό-τρία χρόνια μικρότερος μου και επειδή εγώ είχα κάνει ήδη γνωριμίες στο Καστέλλι, παίζαμε συχνά σε γλέντια εκεί. Και με τον Μανιατάκη τον Γιάννη που τότε ήτανε μεγάλος στην ηλικία, παίξαμε θυμάμαι τρείς-τέσσερις φορές. Μα ύστερα μπήκα στην χωροφυλακή και έγινε και ο πόλεμος στην Μικρά Ασία και με πήρανε στρατιώτη και σταμάτησα μέχρι την οπισθοχώρηση και που ξανάρθα στην Κρήτη.

Ι.Π: Και μετά που ξανάρθες με ποιόν έπαιξες;

Σ.Μ: Μετά, μέχρι και να ανέβω στην Αθήνα έπαιζα με τον Χάρχαλη. Έπαιξα και με τον Μυλωνάκη και με τον Κουνελοκωστή και με τον Γιώργη τον Νικολακάκη και με άλλους. Αλλά πιο πολύ με τον Χάρχαλη. Μαζί γράψαμε και δίσκους, δύο δίσκους, στα τέλη του ’20 με αρχές του ’30 και κάνανε μεγάλη επιτυχία γιατί δεν ήτανε τότε εύκολο να γράψει κάποιος δίσκο...[...]

Ι.Π: Ο Χάρχαλης πώς σε αντιμετώπιζε;

Σ.Μ: Με αγαπούσε πολύ ο μακαρίτης, πάρα πολύ. Δηλαδή, τα χρόνια που έπαιξα μαζί του ήταν τα καλύτερα μου, γυρίσαμε όλο τον νομό Χανίων, πήγαμε και στο Ρέθεμνος και στα Σφακιά, πολλά γλέντια. Ο Χάρχαλης ήτανε άνθρωπος δίκαιος, δηλαδή, αν σε έβλεπε και προσπαθούσες και δεν ήσουνα σαλταδόρος, σου φερότανε πολύ καλά. Ακόμα και όταν ήτανε να κάνουμε την μοιρασιά μετά το γλέντι, μου έδινε το μερτικό μου και ακόμα παραπάνω μερικές φορές....[...]

Ι.Π: Ποιους λαγουτιέρηδες είχες σαν παραδείγματα όταν ξεκινούσες την σταδιοδρομία σου;

Σ.Μ: Εκείνα τα χρόνια Γιάννη τα λαγούτα ήτανε λίγα. Για να καταλάβεις δηλαδή τι σου λέω, στους δέκα που παίζανε όργανο, οι οχτώ παίζανε βιολί και οι δυό παίζανε λαγούτα. Ήτανε πολύ ακριβό και δυσκολόβρεστο όργανο το λαγούτο και δύσκολο κιόλας. Ο γέρο-Κουτσουρέλης έπαιζε καλό όργανο, ήτανε κι ο γέρο-Σγουρομάλλης, ο Μπέρτης ήτανε, ο Κεραμιανός ήτανε, ο Παπαδογιώργης ήτανε, κι άλλοι που δεν θυμούμαι και καλά. Μα αυτοί οι περισσότεροι παίζανε κιθαρίστικα, συνοδευτικά, δεν παίζανε πενιές, κοσκινίζανε, ο γέρο-Κουτσουρέλης έπαιζε πιο μπερντελίδικα λίγο και ο Παπαδογιώργης έπαιζε κι αυτός μπερντελίδικα. Εγώ το άλλαξα το σύστημα και έπαιζα μόνο μπερντελίδικα, πενιές δηλαδή καθαρές, χωρίς κοπανήματα σαν αυτά που ακούμε σήμερα από τσοι νεώτερους.

Ι.Π: Και ο Κουτσουρέλης ο Γιώργος όμως έπαιζε πρίμο λαγούτο και σολάριζε….

Σ.Μ: Ο Γιώργης ήτανε μετά από μένα, πιο μικρός. Από εμένα άκουσε και πήρε παράδειγμα, άμε να τον ρωτήσεις και θα στο πεί. Ερχότανε που ήτανε κοπελάκι με τα κοντά παντελονάκια και με άκουγε τότε που έπαιζα με τον Χάρχαλη και του άρεσε έτσι όπως έπαιζα και με μελετούσε μετά. Εγώ προσωπικά του είχα κάνει δύο μαθήματα, ερχότανε στο τσαγκάρικο που δούλευα και του έδειξα. Και βέβαια, εξελίχθηκε κι αυτός μετά και έγινε αυτός που είναι, ένας δηλαδή σωστός και δυνατός τεχνίτης του λαγούτο παγκρητίως. Και εγώ δεν ντρέπομαι να το πώ, η αλήθεια είναι, ο Κουτσουρέλης αυτά που παίζει, θέλει εκατό δίπλα του να του κοντράρουνε. Κι αυτός ήτανε που έκανε το λαγούτο δυνατό όργανο και όχι μπασαδόρικο.

Ι.Π: Σωστά, ναι, αλλά από ότι ξέρω, το είπες κι εσύ πριν και συμφωνώ, εσύ ήσουν ο πρώτος που έδωσε άλλη γραμμή στο παίξιμο…

Σ.Μ: Ναι, αυτό είναι αλήθεια, εμένα μου άρεσε αυτό που παίζει το βιολί να το παίζει και το λαγούτο και έτσι το έκανα κι εγώ, αυτά που παίζανε οι βιολατόροι και οι λυράρηδες να τα παίζω ακριβώς πριμαδόρικα κι εγώ…

Ι.Π: Είπες για λυράρηδες και ξέρω ότι δούλεψες με αρκετούς. Πές μου λίγο για αυτούς..

Σ.Μ: Ναι, έπαιξα με δυνατούς καλλιτέχνες της λύρας στα χρόνια που δούλεψα. Με τον αείμνηστο Καραβίτη έπαιξα πολλές φορές, κυρίως στην Αθήνα και γράψαμε και δίσκους μαζί και ο Καραβίτης με αγαπούσε πάρα πολύ, ήτανε ο μακαρίτης σαν το αηδόνι όταν τραγουδούσε. Ύστερα έπαιξα με τον Μουζουράκη, Ρεθυμνιώτης κι αυτός λυράρης, κι ο Σκορδαλός κάποτε μου είχε προτείνει να παίξουμε και βέβαια έπαιξα με τον Μουντάκη στην Αθήνα στις ταβέρνες και στις εκδηλώσεις του συλλόγου «Η Ομόνοια»…

Ι.Π: Ο Μουζουράκης ποιος είναι;

Σ.Μ: Ο Γιώργης ο Μουζουράκης από το Αμάρι, της γενιάς μου λυράρης, με τον οποίο γνωρίστηκα στα Χανιά που υπηρετούσε αυτός στην χωροφυλακή και προσωπικά εγώ του είχα κάμει μαθήματα στα συρτά διότι ουδείς εξ αυτών τα εγνώριζε εκείνα τα χρόνια. Το ίδιο και ο Καραβίτης δηλαδή. Τους έδειξα εγώ κι ο μακαρίτης ο Μαργιάνος ο Γιώργης ο βιολάτορας. Αυτοί ήταν φιλόμουσοι και μερακλήδες όλοι τους και καθίσανε και μάθανε δυό-τρία πράγματα.
Ο Καραβίτης βέβαια, επειδή δούλεψε πολύ και ήταν και δυνατό δοξάρι, κατάφερε και τα έπαιξε πολύ καλύτερα από όλους εκείνα τα χρόνια. Τον παραδεχόντουσαν όλοι οι παλαιοί, κι ο Χάρχαλης και ο Μαργιάνος και όλοι…

Ι.Π: Και ο Σκορδαλός όμως και ο Μουντάκης παίζουνε πολύ καλά….

Σ.Μ: Ο Μουντάκης από τα χέρια τα δικά μου και των Κουτσουρέληδων βγήκε, το ξέρεις; Εγώ τον γνώρισα εδώ στον Πειραιά που ήτανε νέος και δούλευε εργάτης και τα βραδάκια έπαιζε σε κανα ταβερνάκι και μου άρεσε η λύρα του και τον έβλεπα ότι έχει διάθεση να κάνει πολλά πράγματα και του έδειξα πολλούς σκοπούς και του συνδράμισα στα πρώτα του βήματα. Ο Μουντάκης αυτά που έχει γράψει σε δίσκους και στις κασέτες, τα περισσότερα συρτά, είναι χανιώτικα συρτά που τα έμαθε από εμένα, από τους Κουτσουρέληδες, από τον Κώστα τον Ναύτη, από Χανιώτες τα έμαθε, από πρώτο χέρι. Ενώ ο Σκορδαλός πάλι, αυτός ενώ παίζει καλή λύρα, όχι βέβαια μερακλήδικη σαν του Μουντάκη, είναι εγωιστής, δεν σηκώνει ούτε μαθήματα ούτε τίποτα, νομίζει πώς τα ξέρει όλα από την ώρα που γεννήθηκε και δεν σηκώνει καλούς λαγουτιέρηδες δίπλα του γιατί θέλει να ακούγεται η λύρα. Και βάνει τους χτυπατζήδες να παίζουνε γρούκου γρούκου δίπλα του και ακούγεται ένα τσάρχαλο και καθόλου μουσική πενιά. Εγώ, όταν μου είπε να παίξουμε του το είχα τονίσει αυστηρώς ότι θα αφήσεις το λαγούτο να εκφράζεται γνήσια, αλλά είχε άλλη γνώμη. Παρόλα αυτά, έχει δουλέψει κι αυτός πολύ και του το αναγνωρίζω….

Ι.Π: Περίμενα να είσαι αυστηρός, όχι όμως και τόσο πολύ….

Σ.Μ: Δεν ξέρω αν είμαι πολύ, αλλά επειδή τόσα χρόνια τα μάτια μου είδαν πολλά, πάρα πολλά, λέω αυτό που βλέπω κι αυτό που πιστεύω ότι είναι σωστό. Κάνω κι εγώ λάθη βεβαίως και πολλά λάθη και προς Θεού, ποτέ δεν είχα ατομικό πρόβλημα με κανέναν συνάδελφο, αλλά δεν θα κάνω όμως ούτε τον γυρολόγο, ούτε τον κατεχάρη για να με χειροκροτούνε από κάτω, όπως το κάνουνε μερικοί μερικοί για να αρέσουνε στον κόσμο. Ο Τζιμάκης ο Τσαγκαράκης ας πούμε, ο Γιώργης, ποτές του δεν παρακάλεσε κανέναν και ποτές του δεν έκαμε τον καμπόσο, αλλά είδες τι σπουδαίος μουσικός που έγινε; Λύρα να παίξει, βιολί να παίξει, κιθάρα να παίξει, θα παίξει ολόσωστα και μερακλήδικα. Στο λέω εγώ που έκαμα πολλά χρόνια μαζί του και του βγάζω το καπέλο και μακάρι να είχαμε στην μουσική μας πολλούς σαν κι αυτόν….

Ι.Π: Έχετε κάνει και δίσκους με τον Τζιμάκη;

Σ.Μ: Ναι, κάναμε και δίσκους κι απ’όλα. Και γλέντια παντού.

Ι.Π: Πώς βλέπεις τους σημερινούς λαγουτιέρηδες;

Σ.Μ: Υπάρχουνε συνάδελφοι που είναι πολύ καλοί καλλιτέχνες με ήθος και δεξιοτεχνία και στην Κίσσαμο και στο Σέλινο και παντού. Καλά, στην Κίσσαμο είναι τέτοια τα ακούσματα που οι περισσότεροι πλέον παίζουν σε σωστούς δρόμους, αλλά και στις άλλες περιοχές είναι καλοί, αρκεί να τους αφήνουνε οι βεντέτες οι λυράρηδες να ακουστούνε γιατί είναι αμαρτία τέτοια ταλέντα να πηγαίνουνε χαμένα. Εγώ ξέρω έναν λαγουτιέρη, μα θα’ναι πολύ γέρος τώρα, ο Αντώνης ο Κλεινάκης από την Παλαιόχωρα Σελίνου. Αυτός Γιάννη, έπαιζε παλιά με τον Χάρχαλη, πετούσε σπίθες και ο Χάρχαλης, παρόλο που ήτανε φίρμα, τον άφηνε και ακουγότανε κι αυτός. Λίγοι είναι οι φίρμες που αφήνουνε τα λαγούτα πλέον.

Ι.Π: Ποιος είναι ο αγαπημένος σου σκοπός που παίζεις;

Σ.Μ: Πολλοί είναι, πολλοί. Εμείς ευτυχήσαμε να έχουμε ένα όμορφο ρεπερτόριο στην μουσική μας και σκοπούς πολύ ωραίους. Μου αρέσει ο Χανιώτικος σκοπός πολύ, μου αρέσει και ο Καραγκιουλές συρτός, είναι κι ένας σκοπός, του Μανιατάκη του Γιάννη, ο Μαρεδιανός σκοπός και τον παίζω πλέον στα γεράματα, έτσι πιο πολύ για να νοσταλγώ το χωριό μου και τους παλαιούς ανθρώπους που γνώρισα. Αυτό είναι το κακό, ζείς πολλά χρόνια, γνωρίζεις πολλούς ανθρώπους και μετά τους θάβεις (γέλια)...[...]

Ι.Π: Θα συνεργαζόσουν σήμερα με κάποιον από τους πιο καινούργιους βιολιστές και λυράρηδες;

Σ.Μ: Ε μα τώρα δεν μπορώ να παίξω όπως μια φορά, κάνω λάθη, δεν έχω κουράγια…

Ι.Π: Ναι, αλλά αν μπορούσες;

Σ.Μ: Υπάρχουνε νέοι συναδέλφοι, νεώτεροι μου δηλαδή που παίζουνε πολύ καλά. Εγώ να σου πώ, από τους παλαιοτέρους, πάντα ξεχώριζα και πάντα θα ξεχωρίζω τον Χάρχαλη διότι δεν ξαναπερνάει από το κρητικό πάλκο τέτοιος καλλιτέχνης. Συνεχίζουν όμως καλά και ο Νίκος ο Μαύρος, ο οποίος είναι εξαίσιος χειριστής του βιολιού, όπως και ο Μιχάλης ο Κουνέλης, τον οποίο θεωρώ ως τον δυνατότερο από τους πιο καινούργιους…

Ι.Π: Ο Ναύτης; Ο Γαλαθιανάκης;

Σ.Μ: Ο Γαλαθιανάκης κι αυτός είναι καλός τεχνίτης. Ο Ναύτης παίζει πολύ καλά, αλλά θα σου πώ κάτι που το έχω πεί και στον ίδιο, δηλαδή, παίζει δύσκολο όργανο, βάνει πολλά στο δοξάρι και ένας που δεν είναι κατεχάρης τον ακούει με δυσκολία. Θα μου πείς, μπορεί κι άλλος να παίξει έτσι; Όχι. Παίζει πολύ τεχνικό όργανο, από την εποχή του Χάρχαλη έχω να ακούσω τέτοιες δοξαριές δυνατές, αλλά άμα τον πιάσει η κουζουλάδα, μετά ο ακροατής δεν τον παρακολουθεί εύκολα. Γι’αυτό λέω ότι ναι, ο Ναύτης είναι μεγάλος τεχνίτης, αλλά ο Κουνέλης είναι πιο.. πώς να στο πώ, είναι πιο πολύ έτσι αγνός, πιο δηλαδή εύκολος στο να τον απολαύσει κάποιος, καταλαβαίνεις τι θέλω να πώ..

Ι.Π: Ναι ναι, καταλαβαίνω. Μα είναι και από διαφορετική σχολή και οι δύο όμως…

Σ.Μ: Ε ναι, παίζει κι αυτό ρόλο, άλλη μάθηση είχε ο Κουνέλης, άλλη ο Ναύτης, άλλη ο Γαλαθιανός κι άλλη ο Μαύρος. Και στα λαγούτα το βλέπεις, αλλιώς το παίζει ο Λέφης, αλλιώς ο Μαργαρίτης, αλλιώς ο Καρεφύλλης, παίζει μεγάλο ρόλο το άκουσμα.

Ι.Π: Με λυράρηδες των Χανίων δούλεψες ποτέ;

Σ.Μ: Με τον πατέρα μου έπαιξα πιο πολύ, μετά ξεκίνησα με τα βιολιά, τον Χάρχαλη και τον Μυλωνάκη κι άλλους. Θα ήθελα να παίξω κάποτε με τον αείμνηστο τον Νίκο Κουφιανό που κατά τα λεγόμενα των παλαιότερων, ήταν ο καλύτερος λυράρης της Κρήτης εκείνα τα χρόνια αλλά δυστυχώς δεν το κατόρθωσα διότι έπαιζα με τον Χάρχαλη συνεχώς τότε. Ο Κουφιανός είχε τους δικούς του λαγουτιέρηδες, έπαιζε και με σαντούρια αυτός μερικές φορές και μάλιστα, θα σου πώ μια περίπτωση, στα τέλη της δεκαετίας του ’20 θα ήτανε, παίζαμε στ’Αλικιανού στο πανηγύρι με τον Χάρχαλη και παραδίπλα έπαιζε στην άλλη ταβέρνα ο Κουφιανός και μας είχε στείλει κέρασμα κρασί, διότι τον γνώριζε και τον εκτιμούσε πολύ τον Χάρχαλη, κι ο Χάρχαλης το ίδιο. Ναι.