ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΜΑΔΑΡΕΣ, ΝΤΥΜΕΝΟ ΜΕ ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΟΡΕΙΝΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ.
Μια προσπάθεια καταγραφής των καλλιτεχνών, της τοπικής μουσικής και των λαογραφικών στοιχείων της επαρχίας Κισάμου του νομού Χανίων.Προβολή εκδηλώσεων και πολιτιστικών φορέων.
Παρασκευή 20 Απριλίου 2012
ΡΙΖΙΤΙΚΟ
ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΜΑΔΑΡΕΣ, ΝΤΥΜΕΝΟ ΜΕ ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΟΡΕΙΝΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ.
Παρασκευή 13 Απριλίου 2012
Τρίτη 10 Απριλίου 2012
Κυριακή 8 Απριλίου 2012
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΩΣΤΑΝΤΟΥΛΑΚΗΣ
Καλλιτέχνης, από τους "αφανείς ήρωες" που στην κυριολεξία κατάπιε η ξενιτειά. Η έρευνα και η καταγραφή έγινε από τον Γιάννη Παπαδάκη στην Νέα Υόρκη και ακολουθεί το βιογραφικό του από το ηλεκτρονικό μήνυμα που μας έστειλε ο Δημήτρης Παπαδάκης από την Αμερική πρίν μερικές ημέρες. Σίγουρα θα ακολουθήσουν πολλά αφιερώματα σε καλλιτέχνες που ξενιτεύτηκαν και για πολλούς σήμερα παραμένουν άγνωστοι.
"Από πληροφορίες και χειρόγραφο κείμενο του πατέρα μου, αυτός ο μουσικός, τον οποίο γνώρισα κι εγώ όταν ήμουν νέος κι αυτός σε γεράματα, συμπεραίνω ότι ήταν σπουδαίος. Λοιπόν, γεννήθηκε περίπου το έτος 1880 στον Αερινό στην Κίσαμο Χανίων και έπαιζε λαούτο. Στον πατέρα μου είπε ότι έπαιζε με έναν γείτονα του, τον Φελεσάκη Ιωάννη και με έναν άλλο καλλιτέχνη εκείνης της εποχής, εν ονόματι Ματζοράνας από τις Λουσακιές της Κισάμου Χανίων. Στην Αμερική ήρθε το 1904 σε ηλικία εικοσιτεσσάρων χρονών και ασχολήθηκε με ξυλουργικές εργασίες στο μαγαζί του Φραγκιουδάκη στην Philadelphia, αργότερα δέ επεκτάθηκε επαγγελματικά δημιουργώντας δική του εταιρεία επεξεργασίας ξύλου στο Trenton της Philadelphia. Στην καλλιτεχνική του δημιουργία δεν σταμάτησε να παίζει κρητικό λαούτο, για μερικά χρόνια έπαιζε με έναν σπουδαίο λυράρη που έδρασε στην Αμερική, τον Γεώργιο Καντεράκη. Για κάποιο διάστημα έπαιξε και με τον αθάνατο Πιπεράκη και από δική του δήλωση, ο Πιπεράκης ωφελήθηκε πολύ από την διδασκαλία του Κωσταντουλάκη στην κρητική μουσική. Δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με την γενέτειρα του διότι οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις ήταν πάρα πολλές. Κατόρθωσε να επανέλθει στην Κρήτη, στο χωριό του το έτος 1932 με σκοπό να δημιουργήσει επιχείρηση και έμεινε οκτώ μήνες, αλλά επέστρεψε στην Αμερική διότι είχε οικογένεια, δύο κόρες και η σύζυγος του ήταν Αμερικανίδα και αυτές δεν ήθελαν να μείνουν στην Κρήτη. Επίσης, ο Ναύτης τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση και έχουν ηχογραφήσει μαζί δύο κασέτες ερασιτεχνικού επιπέδου τις οποίες και έχω στην κατοχή μου μιας και έγιναν στο πατρικό μας σπίτι υπό την επίβλεψη του πατέρα μου. Ο Ναύτης έλεγε στον πατέρα μου ότι τον θεωρούσε μεγάλο τεχνίτη στο κρητικό λαούτο, αλλά και στην δημοτική ελληνική μουσική επειδή έπαιζε ρουμελιώτικα και ηπειρώτικα, γιατί συνεργαζόταν και με μουσικούς της υπόλοιπης Ελλάδας. Ο Κωσταντουλάκης στα πολλά του γεράματα πήγε να μείνει στο σπίτι της μικρής του κόρης στο Brooklyn της Νέας Υόρκης όπου και εγώ τον γνώρισα όταν ήμουν σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, διότι επισκεπτόταν το βιβλιοπωλείο του πατέρα μου αρκετά συχνά. Απεβίωσε το έτος 1972 με τον καημό ότι έπειτα από το 1932 δεν επανήλθε ποτέ στην Κρήτη και στο πατρικό του χωριό, παρόλο που είχε την οικονομική άνεση να το πράξει. "
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ
| Τοπόλια Κισάμου |
1904 - 1991
Παλιός και χαρισματικός καλλιτέχνης ο Γιάννης Πολυχρονάκης.
Γεννήθηκε στα Τοπόλια Κισάμου, πολυτάλαντος και πολυτεχνίτης. Έπαιζε βιολί, έπαιζε λαγούτο, έψελνε στην εκκλησία, αγιογραφούσε, τραγουδούσε. Μέχρι και τα πενήντα του έπαιζε λαγούτο δίπλα στον Χάρχαλη, τον Σκορδυλομανώλη, τον Μήτρο Τσουρουνάκη, τον Δημήτρη Νικολακάκη. Καλό λαγούτο, στρωτό, χωρίς εξάρσεις. Και καλή φωνή. Μετά, ασχολήθηκε με το βιολί. Τα παιδιά του, κληρονόμησαν την καλλιτεχνική του κλίση, ο Μιχάλης - ο σπουδαίος αυτός λαγουτιέρης, κι ο Μανώλης - ο αείμνηστος βιολάτορας.
Πολλές μέρες έλειπε στα γλέντια, στα γύρω χωριά, Κατσοματάδω - Καλάθενες - Τσουρουνιανά - Άη Κυρ Γιάννη - Βουλγάρω - Μουρί. Άφησε αγαθή μνήμη, τίμιος και καλός οικογενειάρχης.
Δευτέρα 2 Απριλίου 2012
ΜΑΥΡΟΣ - ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ακολουθούν αποσπάσματα από ερασιτεχνική συνέντευξη του Γ.Παπαδάκη με τον μεγάλο Νικολή Σαριδάκη ή Μαύρο, Χανιά 1980. Το " Κισαμος - Μουσική και Κουλτούρα" ευχαριστεί θερμά τον γιό του Γιάννη Παπαδάκη, Δημήτρη και τον εγγονό του, Κώστα, για την ευγενή παραχώρηση των αποσπασμάτων.
Ερ: Ήσουν αυτοδίδακτος στο βιολί;
Απ: Ο μακαρίτης ο πατέρας μου έπαιζε λύρα, κι από το σοϊ μου παίζανε όργανα, εγώ δηλαδή το κληρονόμησα αυτό το ταλέντο και μου άρεσε πολύ η μουσική. Κι όταν ήμουνα κοπελάκι, πήγαινα στα γλέντια και έβλεπα τα όργανα και προσπαθούσα να δώ τα κόλπα τους και μετά να πάω να παίξω στο σπίτι να κάνω μπρόβες δηλαδή. Και σιγά σιγά έμαθα και άρχισα να βγαίνω κι εγώ στα γλέντια. Δεκατεσσάρων, δεκαπέντε περίπου ήμουνα κι έπαιζα όπως μπορούσα κι έμενε ο κόσμος ευχαριστημένος....
Ερ: Λένε πολλοί, οι περισσότεροι δηλαδή, ότι στον νομό Χανίων ο Μαύρος ήταν αυτός που δημιούργησε σχολή, αναμόρφωσε τα τοπικά ακούσματα....
Απ: Σχολή; Να μαθαίνω λές;
Ερ: Εννοώ, ότι το παίξιμο σου δημιούργησε μιμητές...
Απ: Ναί, πραγματικά. Κοίτα, εγώ δεν πήγα σε δασκάλους. Αλλά άκουγα όλους τους παλαιοτέρους μας και από τον καθένα τους έπαιρνα κι ένα στοιχείο και μετά έβανα και τα δικά μου τα ακούσματα τα προσωπικά και έκανα τα δικά μου τα κόλπα. Και λέγανε, να έτσε τον παίζει ο Μαύρος τον σκοπό αυτόνα. Οι παλιοί παίζανε με άλλο σύστημα, αλλιώς κρατούσανε το δοξάρι και το χρησιμοποιούσανε με άλλο τρόπο που για εμένα ήτανε κουραστικό, δηλαδή να πηγαίνει το χέρι πέρα-πόδε για να βγάλει μια νότα. Ενώ εγώ έκαμα το εξής, με μια δοξαριά έβγανα μισή στροφή, έκανα ένα γέμισμα, πιο ξεκούραστα γιατί έδινα βάρος στα δαχτύλια πιο πολύ. Μου αρέσανε τα γεμίδια, τα γλυκάδια, αλλά να μην είναι περρίσια, δηλαδή έβανα γλυκάδια στον σκοπό εκειά που το καλούσε κι όχι συνέχεια να χαθεί δηλαδή η ομορφιά του...
Ερ: Δύσκολο αυτό έ;
Απ: Ε ναι, δεν το κάνανε πολλοί, εγώ πέρναγα πολλές ώρες για να παίξω έναν σκοπό και να τον ευχαριστιούμαι, να βγεί δηλαδή ένα σωστό αποτέλεσμα, ωραίο, να το ακούει ο άλλος και να λέει ότι είναι ωραίο πράμα...
Ερ: Πάμε παρακάτω, τα πρότυπα σου ποιά ήτανε;
Απ: Τότε ήτανε φίρμα μεγάλη ο Χάρχαλης. Ήτανε ο Χάρχαλης, ήτανε ο Μαργιάνος, ο Κοπανίδης, ο Κουνέλης ο γέρος, ο Ζερβός, ο Σιδερής, ο Παπουτσής, ήτανε πολλοί. Αλλά αυτοί που μου κάνανε εντύπωση, ο Χάρχαλης, ο Μαργιάνος...
Ερ: Τι είχαν αυτοί και ξεχώριζαν;
Απ: Ο Χάρχαλης έπαιζε στον άσσο, στην τρίχα που λέμε. Δηλαδή, άκουγες ένα ωραίο πράμα χωρίς να χαλάει τσοι σκοπούς. Και τραγούδιε καλά, πολύ καλά. Δηλαδή, άνοιγε το στόμα του κι ήταν ένα πράμα ετσά εντυπωσιακό, πώς να στο πώ, εντυπωσίαζε τον κόσμο αυτό. Κι ο Μαργιάνος ήτανε καλός τεχνίτης, λεβέντης, τσιτσεκλής που λέμε, εφόριε σαλβάρια και τον εθωρούσε ο κόσμος και καμάρωνε...
Ερ: Από αυτούς τους δύο, ποιός σου άρεσε πιο πολύ;
Απ: Ο Χάρχαλης μου άρεσε, να σου πώ γιάντα μ'άρεσε. Ήτανε πιο τεχνικός, έβανε ωραία γλυκάδια, έπαιζε πολύ γλυκό όργανο, εταίριαζε τσοι σκοπούς αναμεταξυ τωνε και είχανε ωραία ακολουθία. Και το τραγούδι του ήτανε που είπα και πρίν εντυπωσιακό. Ενώ ο Μαργιάνος, έπαιζε καλό όργανο, αλλά έπαιζε πιο ξερά, πιο άγρια και δενε τραγούδιε καλά και το απέφευγε αν είχε μπαρή του δίπλα που τραγούδιε καλά. Εμένα ο Χάρχαλης μ'αγαπούσε πολύ. Ναί. Και με αγαπούσε και με θαύμαζε κι ερχότανε όποτε του σέρβιρε και με έβριστε εδώ και καθόμασταν και παίζαμε και μου έλεγε, να δώ το γλυκάδι που βάνεις στον τάδε σκοπό....
Ερ: Ζήταγε δηλαδή την γνώμη σου;
Απ: Ναί, δεν είχε εγωισμούς με μένα, με αγαπούσε πολύ, μα κι εγώ το ίδιο όμως διότι ο Χάρχαλης ήτανε και θα είναι πάντα η κορφή των Χανίων....
Ερ: Έπαιζες λοιπόν στα πανηγύρια, στους γάμους ε;
Απ: Ναί, στην Αθήνα ανέβηκα και ήμουνα κάμποσο καιρό κι έπαιζα κι εκειδέ και μετά κατέβαινα κάτω κι έπαιζα και παντού, γλέντια πολλά...[...]
Ερ: Με ποιούς έπαιζες;
Απ: Με πολλούς έπαιξα. Με ένα Κολομπάκη έπαιζα κάμποσους χρόνους, μετά έπαιζα με το Λεβεντάκη από το Μάλεμε, με το κακορίζικο το Μαρουβαδάκι έπαιζα....
Ερ: Αυτός σκοτώθηκε κι ήσουν κι εσύ παρόν...
Απ: Ναί, κακιά ώρα. Ο Αντώνης ο Γεραιούδης, μα το λέγαμε Μαρουβαδάκι. Και γαέρναμε από ένα πανηγύρι και στο Γεράνι παραπάνω ήτονε πιωμένος ο οδηγός και του'φυγε το φορτηγό και ντούμπαρε κι εγώ πρόλαβα κι έπαιξα τον πήδο και τηνε γλύτωσα κι αυτό το κακορίζικο δεν πρόλαβε και το μισέρωσε του θανατά το φορτηγό και το πλάκωσε. Που λές, αυτός ο Αντώνης ήτανε σπουδαίος καλλιτέχνης κι αν ζούσε ακόμα κάμποσα χρόνια θ'αφηνε μεγάλο όνομα, διότι ήτανε λαμπρός χαρακτήρας και τεχνίτης από τσοι λίγους. Ο Κουτσουρέλης τονε φοβότανε, άμε να τονε ρωτήσεις να σου πεί. Ποιόν φοβόσουνα τότε; Τον Μαρουβά θα σου πεί, διότι έπαιζε στην τρίχα.
Ερ: Μάλιστα. Και με ποιούς άλλους έπαιξες;
Απ: Έπαιξα με τον Κουτσουρέλη, με τον Μιχάλη τον Πολυχρονάκη, τον Λευτέρη τον Ντουρουντάκη, τον Καλομοίρη, τον Κάτη τον Αντώνη, τον Λαϊνά, με πολλούς, με ούλους σχεδόν τους Χανιώτες έπαιζα....
Ερ: Ο Ντουρουντάκης ποιός ήταν;
Απ: Ζεί ακόμα ο Λευτέρης, Γερανιώτης είναι. Λαγούτο σωστό, χωρίς πολλά πολλά ετσέ στολίδια. Αλλά αυτός είχε μια φωνή, τι να λέμε εδά. Στα καλά του πάνω δεν είχε το ταίρι του, να πεί τραγούδια ωραία να ακούς μια φωνή, αηδόνι. Να φανταστείς, στην Αθήνα έπαιζε με τον Μουντάκη, κι όταν άνοιγε το στόμα του ο Λευτέρης, δενε τόλμα ο Μουντάκης να τραγουδήσει. Τόσο καλός. Και παίζαμε με τον Λευτέρη το '60 - '65 σε πολλά γλέντια. Και επίσης, ξέχασα να πώ, ήτανε, κι είναι ακόμα, ένας Λιονής Στεφανής, Ρουματσίτης και καλός οργανοπαίχτης και παίξαμε και με αυτόνα. Και είναι στα Χανιά ο Θοδωράκης ο Μανώλης, καλό κοπέλι είναι και τώρα τελευταία έχουμε παίξει κάμποσες φορές...
Ερ: Με τον Κουτσουρέλη πόσα χρόνια παίζατε μαζί;
Απ: Δεκατέσσερα- δεκαπέντε χρόνια παίζαμε...
Ερ: Συνεχώς παίζατε μαζί; Δηλαδή, δεν παίζατε και με άλλους;
Απ: Παίζαμε και με άλλους, αλλά πιο πολύ, δηλαδή εφτά στα δέκα γλέντια τα παίζαμε μαζί. Και μαζί γράψαμε και δίσκους και γινήκανε επιτυχίες μεγάλες. Και στο ραδιόφωνο παίζαμε και παντού παίζαμε, είχαμε πολλά καλέσματα και μας προτιμούσε ο κόσμος...
Ερ: Μα ήσασταν θρυλική ζυγιά...
Απ: Αυτό είναι αλήθεια, ναί. Μας ζητούσε ο κόσμος να πάμε να παίξουμε. Επήγαμε το 1939, όταν ήμασταν στις αρχές μας, στα πρώτα μας, επήγαμε και παίξαμε σε έναν γάμο στον Άη Γιάννη στα Σφακιά και ήτανε η πρώτη μου φορά που έπαιζα στα Σφακιά. Και καθήσαμε στο χωριό και παίζαμε επί δεκαπέντε μέρες. Γιατί, οι Σφακιανοί εδιψούσανε για μουσική, διότι είχανε οικογενειακά, είχανε πένθη και όντενε γινότανε ένα κακό ας πούμε, πενθούσε ούλο το χωριό και για δυό-τρία χρόνια δενε κάνανε ούτε πανηγύρι, ούτε γάμους. Και εδιψούσανε για μουσική και μας είχανε εκεί και δεν μας αφήνανε να φύγουμε. Κι ήτανε ένας Πολύρης μα δεν κατέω ανε ζεί, λεβέντης και καλός μερακλής, χορευτής. Και όταν είπαμε ότι θα φύγουμε, επήρε ένα μαλιχέρι, κατέεις ήντα'ναι το μαλιχέρι έ; Και μας εξάμωσε με το μαλιχέρι και μας ελέει, δεν έχετε να πάτε πουθενά. Ναί. Και καθήσαμε δεκαπέντε μέρες. Και μετά, όταν πήγαμε να φύγουμε να γαήρουμε στα σπίτια μας, διότι να σου πώ ότι τότε δεν υπήρχανε ούτε δρόμοι, ούτε αυτοκίνητα. Και μας κατεβάσανε στο γυαλό να πάρουμε το καϊκι και να βγούμε στην Παλιόχωρα κι από 'κειδέ να πάρουμε ένα φορτηγάκι να έρθουμε στα σπίτια μας. Και στον γυαλό που λές, εδιχονίσαμε με τον Μαργιάνο, διότι ο Μαργιάνος ήτανε σε έναν γάμο στην Ανώπολη. Ο Μαργιάνος έπαιζε στα Σφακιά πολύ, ήτανε η μεγαλύτερη φίρμα στα Σφακιά. Ο Χάρχαλης ήτανε φίρμα στον Αποκορώνα αλλά στα Σφακιά ήτανε ο Μαργιάνος, αυτόνα θέλανε πιο πολύ. Και που λές, μόλις είδαμε τον Μαργιάνο, είπα από μέσα μου, ανάθεμα με ανε πάμε σπίτια μας. Διότι, ο βαρκάρης που'τονε Αγιορουμελιώτης. μας έβαλε στο καϊκι και μετά, αντί να μας επάει στην Παλιόχωρα, μας επήγε στην Αγιά Ρουμέλη και καθόμασταν άλλες δυό μέρες και παίζαμε κι εκεί.
Ερ: Δηλαδή κρατούσαν πολύ τότε τα γλέντια έ; Δεν σας αφήνανε να φύγετε....
Απ: Γιάε, εμείς που παίζαμε ας πούμε κι εκτός Κισάμου, είδαμε πολλά τέτοια περιστατικά. Πηγαίναμε να παίξουμε στο Μπρόσνιερο και καθόμασταν μια βδομάδα. Παρασκευή - Σάββατο - Κυριακή - Δευτέρα παίζαμε στον γάμο και μετά μας επαίρνανε στα σπίτια του χωριού και γλεντίζαμε. Παίζαμε στου Καμπανού στο Σέλινο και καθόμασταν πέντε - έξι μέρες, πάλι τα ίδια. Και στα χωριά που περνούσαμε, μας σταματούσανε και γλεντίζαμε κι εκειδέ. Καθήσαμε τρείς μέρες στ'Ασκύφου, φύγαμε και στον Αλίκαμπο μας σταματήσανε και καθήσαμε άλλες δυό μέρες. Στσοι Βρύσες καθήσαμε μετά άλλες δυό μέρες. Στα Κεραμιά επήγαμε, στ'Αλετρουβάρι και γλεντούσαμε τέσσερις μέρες. Ενώ στην Κίσαμο, ο κόσμος δεν είχε δίψα τόσο μεγάλη, γιατί ήτανε πολλά τα πανηγύρια, πολλά τα γλέντια και οι γάμοι κι ήτανε και πολλά τα όργανα, πολλές ζυγιές γιατί μέχρι και το '50 η Κίσαμος είχε τα πρωτεία στην Κρήτη από τα όργανα. Και ο κόσμος ήτανε συνηθισμένος, δεν του έκανε δηλαδή εντύπωση να πάει να λαχταρίσει το όργανο, γιατί το άκουγε συχνά πολύ, τουλάχιστον μετά την κατοχή, πρίν ήτανε αλλιώς, οι παλαιοί ήτανε πιο μερακλήδες. Αλλά και πάλι, κρατούσανε πολλές μέρες οι γάμοι, ειδικά στα πανωμέρια κρατούσανε τρείς - τέσσερις μέρες οι γάμοι....[...]
Ερ: Τραγουδούσες κι εσύ στα γλέντια ή κι ο Κουτσουρέλης για παράδειγμα;
Απ: Ο Κουτσουρέλης δεν είχε καλή φωνή κι απόφευγε. Εγώ τραγουδούσα αρκετά, αλλά είχαμε και μαζί μας, επαίρναμε τότε δηλαδή μαζί μας και τραγουδιστές, αν ξέραμε ότι είναι καλός γάμος και καλό πανηγύρι, παίρναμε τραγουδιστές. Ο Θεοχάρης ο Τζινευρής τραγουδούσε άριστα, ο κακορίζικος ο Κορωνιωτάκης επίσης, ο Λευτέρης ο Ντουρουντής, ήτανε καλοί τραγουδιστάδες. Αλλά και οι λαγουτιέρηδες μετά που δούλεψα μαζί τωνε, τραγουδούσανε καλά, ο Μιχάλης ο Πολυχρονάκης είχε, κι έχει ακόμα δηλαδή καλή φωνή.
Ερ: Είπες πρίν ότι παίζατε στα Σφακιά, κι έπαιζε και ο Μαργιάνος. Παίζανε κι άλλοι εκεί;
Απ: Ναί, παίζαμε εμείς, πολλές φορές. Κισαμίτες πηγαίναμε, βιολιά. Μην κοιτάς που τα τελευταία χρόνια πάνε οι λυράρηδες. Κι ο Μαργιάνος όταν ήτανε στα καλά του, δεν έλειπε από'κεί.
Ο Χάρχαλης έπαιζε, ο Γαλαθιανός έπαιζε με τον Γαλάνη, ο Ζερβός έπαιζε, ο Σιδερής ο Μανωλάκης έπαιζε, ο Ναύτης έπαιζε μαζί με τον μπατζανή του τον Σημαντηρά πρίν πάνε στην Αμερική.....
Ερ: Τον είχα γνωρίσει τον μακαρίτη τον Σημαντηρά στην Αμερική....
Απ: Ναί, ο Ναύτης τον έβγαλε τον Σημαντηρά. Διότι, αυτός έπαιζε μέτριο όργανο κι ο Ναύτης που είναι τεχνίτης, καλιά απ'ούλους μας και το λεώ και του βγάνω το καπέλο, του'δειξε αυτός πώς να παίζει και κάνανε μετά καλή ζυγιά. Και άκουγες μετά τον Σημαντηρά και έλεγες, αυτός είναι μωρέ; Και κάνανε τότε μεγάλη επιτυχία οι δυό τωνε....
Ερ: Τον παραδέχεσαι τον Ναύτη έ;
Απ: Βεβαίως. Διότι είναι τεχνίτης μεγάλος. Και λαγούτο παίζει και μπουζούκι κι ότι όργανο να του δώσεις θα το παίξει. Και μου αρέσει στο βιολί, διότι μπορεί να παίξει έναν σκοπό και την καθεμιά στροφή να τηνε παίξει διαφορετικά και να βάνει γεμίδια και γλυκάδια εκεί που δεν τα περιμένεις.
Ερ: Είναι γεγονός αυτό. Να σε ρωτήσω τώρα Νικολή, με τον Κουτσουρέλη γιατί σταματήσατε;
Απ: Ναί, εμείς παίζαμε πολλά χρόνια. Μετά, αρχίζεις και βαριέσαι, θες να κάμεις και κάτι άλλο.Διαφωνήσαμε σε κάποια πράγματα, εγώ τα ήθελα αλλιώς, ο Γιώργης τα ήθελε αλλιώς και είπαμε να σταματήσουμε και ο καθένας να πάρει το δρόμο του.
Ερ: Έχω ακούσει ότι υπήρξε παρεξήγηση....
Απ: Ο Γιώργης ήτανε, κι είναι κι ακόμα, εγωιστής. Θα μου πείς, ποιός δεν είναι; Και αν έχει και την αξία που έχει ο Γιώργης, δεν είναι; Ναί. Διότι εγώ, το λέω και το υπογράφω αυτό και δεν αλλάζω, ο Κουτσουρέλης αν έλειπε, δεν θα υπήρχε λαγούτο αυτή την στιγμή. Γιατί τον μιμήθηκαν ούλοι οι οργανοπαίχτες σε ούλη την Κρήτη. Έβγανε ένα ωραίο αποτέλεσμα, ωραίο παίξιμο, μερακλήδικο,τεχνίτης, πως να το κάνουμε. Έπαιζε έναν σκοπό και σου έκανε τέτοιο γύρισμα που έλεγες, πώς διάολο το έκανε; Είχε φαντασία στο παίξιμο, δεν ξεπατήκωνε κανένανε και δημιουργούσε δικά του γυρίσματα διότι είχε μουσικό αφτί. Ήτανε κι άλλοι καλοί, ο Μαυροδημήτρης είχε μεγάλη τέχνη, αλλά δεν είχε φαντασία, ο Γιώργης είχε όμως. Αλλά πίστευε ότι μπορεί να παίζει στο γλέντι και να ακούγεται περισσότερο αυτός, εκεί εγώ δεν συμφωνούσα και χαλούσε σιγά σιγά η δουλειά.....[......]
Ερ: Πρίν πάς στο γλέντι, έκανες κάποια πρόβα, προετοιμαζόσουν;
Απ: Ναί, όταν βγαίνανε και καινούργιοι σκοποί, τους μαθαίναμε και κάναμε μπρόβες. Εγώ δηλαδή, όταν μάθαινα σκοπούς που δεν τσοι κάτεχα, έκανα πολύ ώρα μπρόβες. Ο Χάρχαλης ερχότανε και μου έδειχνε σκοπούς παλαιϊκούς, διότι ήτανε γνώστης σε αυτά τα πράματα και μου΄δινε την γραμμή κι ύστερα έπαιρνα εγώ τον σκοπό και τον έπαιζα. Και ο κόσμος, όταν έβγαινε ένας σκοπός κι έκανε ντόρο, μας τονε ζητούσε συνεχώς, οπότε έπρεπε να είμαι έτοιμος να τονε παίξω. Όταν γράψαμε τον Κολυμπαριανό στον δίσκο κι έγινε μεγάλη επιτυχία, ο οποίος είναι προσωπική μου έμπνευση, πήγαμε και παίξαμε με τον Κουτσουρέλη στο Βλάτος στα πανωμέρια σε ένα γάμο. Σε πληροφορώ ότι καμιά εικοσαριά φορές μας εζητήσανε να παίξουμε τον καινούργιο σκοπό. Κι όταν ο Ναύτης έβγαλε τον δίσκο με τον Βατολακιανό σκοπό, μεγάλη επιτυχία κι αυτή, μας εζητούσανε να τον παίξουμε και πέντε και δέκα φορές στο ίδιο γλέντι. Οπότε, έπρεπε να έχω κάνει μπρόβα για να μπορώ να τονε παίξω σωστά. Και μας παραγγέλνανε και ευρωπαϊκά τραγούδια, ταγκό. Και έπρεπε εγώ να τα γνωρίζω κι έκανα πολύ ώρα μπρόβα για να τα παίζω αυτά τα πράματα.....
Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ (ΒΟΛΑΝΗΣ)
1924 - 1996
Χαρισματικός καλλιτέχνης ο Παναγιώτης Βολανάκης. Τεχνίτης του βιολιού, από τους καλύτερους της γενιάς του. Μαθήτευσε κοντά στον Χάρχαλη - από τους λίγους μαθητές του τρανού μουσικού - κι έπαιξε σε όλη την έκταση της Κισάμου, αλλά και της Κυδωνίας.
Στο χωριό του, στην Καληδωνία Κισάμου, έδινε το παρόν σε κάθε γλέντι, όπως και στα γύρω χωριά.
Συνεργάστηκε με καλούς λαγουτιέρηδες, όπως ο Γιάννης Λεφάκης, ο Μιχάλης Πολυχρονάκης, ο Στέλιος Λαϊνάκης (Λαρδιανός) κ.α.
Πλούσιο το ρεπερτόριο του και πολύ κεφάτο το παίξιμο στα γλέντια.
Έπαιζε επαγγελματικά από την εφηβεία του, έως και τα γεράματα του κι άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων σε όσους είχαν την τύχη να τον απολαύσουν από κοντά.
Σάββατο 24 Μαρτίου 2012
ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΒΕΝΤΑΚΗΣ
![]() |
| Βιολί:Γ.Μαριάνος, λαγούτο:Χρ.Λεβεντάκης |
1912 - 1989
Χρήστος Λεβεντάκης, ή, Λεβεντοχρήστος. Όνομα και πράγμα αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης του λαγούτου.
Γεννήθηκε στο ριζίτικο χωριό, Λιβαδάς Σελίνου. Χουβαρντάς, γλεντζές, μερακλής, σωστός και ντόμπρος χαρακτήρας, τεχνίτης μουσικός. Για πολλά χρόνια σφράγισε με την παρουσία του τα χανιώτικα γλέντια. Πολέμησε τους Γερμανούς στην κατοχή, είδε το χωριό του να καίγεται από τους Ούνους κατακτητές, μαζί με την Μονή και το Κουστογέρακο, είδε συγγενικά του πρόσωπα να χάνονται, μα τίποτα δεν του ανέστειλε την διάθεση για την μουσική.
Ο μεγάλος Γιώργης Μαριάνος τον επέλεξε στην περίοδο του μεσοπολέμου για να τον συντροφεύει με τις πενιές του στα σελινιώτικα και σφακιανά γλέντια. Έπαιξε επίσης με τον Ναύτη, τον Γαλαθιανό, τον Δημ.Χριστοφοράκη, τον Μιχάλη Κουνέλη, τον Αντώνη Αναγνωστάκη, τον Αντώνη Θεοδωράκη, τον "Μαύρο της Σκλαβοπούλας" κ.α.
Πρίμο παίξιμο, ατόφιο τραγούδι, μαντινάδες γνήσιες. Εντρύφησε τον κισαμίτικο ήχο, έβγαλε όμως και το δικό του - προσωπικό ιδίωμα στο παίξιμο του. Και όλοι οι συνεργάτες του, πάντα μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια. Λογής-λογής γλέντια σε όλο το Σέλινο, την Κίσαμο, τα Σφακιά, τα Κεραμιά.
Από πολλούς θεωρείται το καλύτερο λαγούτο του Σελίνου, μαζί με τον αείμνηστο Κλειναντώνη.
Και μια μαρτυρία του σελινιώτη Βασίλη Θεοδωράκη: Στον γάμο του πατέρα του, στις αρχές της δεκαετίας του '30, παίζανε με τον Μαριάνο επί επτά ημέρες! Τότε λέει, ο Λεβεντοχρήστος δεν θα ήταν παραπάνω από είκοσι ετών....
ΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΚΙΣΑΜΟΥ
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΕΝΑ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΚΙΣΑΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ. ΣΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ, Ο ΘΟΔ.ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΗΜ.ΧΑΡΤΖΟΥΛΑΚΗΣ.
Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012
ΝΑΥΤΗΣ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΟ TULIA MAGRINI
ΑΠΟ ΤΟ ΦΙΛΙΚΟ BLOG "ΣΑΔΕΝΤΡΕΠΕΣΑΙ"
http://sadentrepese.blogspot.com
Μια συνέντευξη του Ναύτη, στην Ιταλίδα μουσικολόγο Tulia Magrini.
«….Γεννήθηκα στο Καστέλλι της Κισάμου, στην Κρήτη το 1920. Ο πατέρας μου, Βασίλης Παπαδάκης έπαιζε βιολί, όπως επίσης και ο παππούς μου και ο προπάππος μου.Για περίπου πέντε με έξι γενιές όλοι στην οικογένεια μου έπαιζαν βιολί. Ο πατέρας μου αγόρασε ένα βιολί για τον μεγαλύτερο αδελφό μου και ξεκίνησε να του μαθαίνει να παίζει. Δεν με άφηναν όμως να το αγγίζω έως ότου έγινα επτά ετών.
Όταν όμως όλοι ήταν εκτός σπιτιού το έπαιρνα και έπαιζα μόνος μου αυτά που άκουγα και έπαιζαν οι άλλοι. Αυτό γινόταν για τέσσερις με πέντε μήνες.Μια μέρα ο πατέρας μου ήρθε νωρίς στο σπίτι την ώρα έπαιζα. Άκουσε που έπαιζα και νόμιζε πως ήταν ο αδελφός μου και ότι έπαιζε καλύτερα από ότι συνήθως. Κατόπιν άνοιξε την πόρτα με είδε και είπε ¨αυτός θα γίνει καλός βιολάτορας¨. Μετά αποφάσισε να μου δώσει κάποια μαθήματα μαζί με τον αδελφό μου και να μας δείξει όλο το ρεπερτόριο που περιλάμβανε χορούς από την Κρήτη, από την Μικρά Ασία, από την Ήπειρο και την Πελοπόννησο….»
«Μετά από δύο χρόνια, βρήκα ένα άλλο νέο παιδί, περίπου δεκατεσσάρων ετών. Έπαιζε λαγούτο και ξεκινήσαμε να παίζουμε μαζί. Μετά από πρόβες ενός μήνα μου είπε ¨ας ξεκινήσουμε να παίζουμε σε ταβέρνες¨. Έτσι αρχίσαμε να παίζουμε σε ταβέρνες κάθε βράδυ και ο κόσμος ερχόταν, χόρευε και μας πετούσε χρήματα. Οι μαγαζάτορες μας έλεγαν ¨ελάτε να παίξετε και σε εμάς¨ γιατί διασκεδάζαμε τον κόσμο που έπινε και χόρευε και έκανε καλύτερο τζίρο.
Όταν ήμουν εννέα ετών μπορούσα να παίξω και άλλα είδη ελληνικών χορών όπως τσάμικα, καλαματιανά, όπως και χορούς της Σμύρνης. Ένα βράδυ ήρθε κάποιος και είπε ότι ετοιμαζόταν να παντρευτεί σε τέσσερις εβδομάδες και αν μπορούσαμε να παίξουμε εμείς στον γάμο. Δέχθηκα και αυτός μετά πήγε να το πεί και του πατέρα μου, τον οποίο και γνώριζε καλά. Ο πατέρας μου είπε τότε ..........
.......¨ακόμα είναι παιδιά, δεν θα μπορέσουν να αντέξουν τόσες μέρες. Αν θές θα έρθω να σου παίξω εγώ και θα σου φέρω τα παιδιά να σου παίξουν λίγο. Τότε αυτός απάντησε ότι ήθελε μόνο εμάς.
Μετά από τέσσερις εβδομάδες ήρθε και μας πήρε και μας πήγε σε ένα χωριό, τους Λάκκους και εκεί παίξαμε για τρείς ημέρες και όλοι μας έδωσαν και χρήματα, περίπου 3.500 δραχμές, πολλά λεφτά για τότε.
Εκείνη την εποχή ένας δάσκαλος έπαιρνε μόλις 600 δραχμές το μήνα!
Αυτή ήταν λοιπόν η πρώτη φορά που έπαιξα σε γάμο. Μετά από αυτό ξεκίνησα να παίζω σε πανηγύρια, σε γάμους, σε βαπτίσεις και σε χοροσπερίδες. Έτσι, άφησα το σχολείο και σταμάτησα και από τις ταβέρνες γιατί δεν είχα πλέον χρόνο.Με περίμενε πολύ δουλειά….»
«…Το 1938 η οικογένεια μου ήρθε στην Αθήνα και εγώ ξεκίνησα να παίζω και μπουζούκι στον Πειραιά. Έπαιζα ρεμπέτικα μαζί με άλλους ρεμπέτες, όπως ο Καλδάρας και ο Πετσάλης. Επίσης έπαιζα βιολί για το ραδιόφωνο των Αθηνών μια φορά την εβδομάδα και έπαιρνα 1.000 δραχμές κάθε φορά. Τότε ήμουν ο μοναδικός κρητικός μουσικός που έπαιζε κάθε εβδομάδα για το ραδιόφωνο. Κάποιες φορές ο Κουτσουρέλης με τον Μαύρο ερχόντουσαν επίσης και έπαιζαν στο ραδιόφωνο.Μέχρι εκείνη την στιγμή το βιολί ήταν το κύριο όργανο της κρητικής μουσικής….»
«….Ήμουν στην Αθήνα την περίοδο του πολέμου και κατόπιν κατέβηκα ξανά στην Κρήτη. Το 1945 κατατάχθηκα στο πολεμικό ναυτικό και έπαιζα πάντα με την ναυτική στολή. Από εκεί μου έμεινε το παρατσούκλι ¨Ναύτης¨. Στα Χανιά έπαιζα και μπουζούκι και έφιαξα ένα συγκρότημα, το πρώτο το οποίο έπαιζε ρεμπέτικα και ταμπαχανιώτικα. Ο Σαρημανώλης και άλλοι Μικρασιάτες μουσικοί έπαιζαν μαζί μου. Παίζαμε κάθε βράδυ στου Μπολλάρη. Ο μαγαζάτορας θυμάμαι μας έδινε 50 δραχμές κάθε βράδυ.
Τότε άνοιξε ένας ραδιοφωνικός σταθμός στα Χανιά και ο ιδιοκτήτης με προσκάλεσε να παίξω βιολί και μπουζούκι. Ένα βράδυ, ένας παλιός φίλος ο οποίος έπαιζε σαντούρι ήρθε και μου είπε ¨Κώστα, έχω ένα γάμο και οι συμπέθεροι είναι από την Κωνσταντινούπολη και κανείς μουσικός εδώ δεν ξέρει να παίζει Πολίτικα τραγούδια.Έλα να παίξεις βιολί μαζί μου¨. Έπαιξα πολλές ώρες εκεί, μου άρεσε και κατόπιν στο ραδιόφωνο που έπαιξα αποφάσισα να παίζω μόνο σε γάμους. Έδωσα λοιπόν την διεύθυνση μου και μετά από μερικές μέρες δέχθηκα πολλές προτάσεις για γάμους. Και έτσι, με το βιολί μου και μόνο έπαιζα σε δύο τρείς γάμους την εβδομάδα. Και σταμάτησα να παίζω μπουζούκι. Αυτό ήταν μέχρι το 1949…»
«….Το 1949 ξαναπήγα στην Αθήνα, η οικογένεια μου βλέπεις δεν ήθελε την γυναίκα μου για νύφη. Ξεκίνησα να παίζω βιολί στην ραδιοφωνία Αθηνών και τα βράδια έπαιζα στην ταβέρνα «Τα Χανιά». Παράλληλα εργαζόμουν και ως οδηγός λεωφορείων. Έμεινα στην Αθήνα μέχρι το 1953, όπου και ξαναγύρισα στα Χανιά, αποκτώντας το πρώτο μου παιδί.
Το 1955 ο Σίμων Καράς, ο οποίος υποτίθεται ότι πρόσεχε την παραδοσιακή μας μουσική, διέταξε να απαγορευτεί η προβολή του βιολιού ως όργανο της κρητικής μουσικής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτή η απαγόρευση ισχύει ακόμα. Τότε δεν προβάλονταν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πολλοί ονομαστοί λυράδηδες, πλήν ελαχίστων, από τότε και μετά όλοι ξεκίνησαν να παίζουν λύρα…»
«…Το 1959 έφυγα και πήγα στην Αμερική, στο Σικάγο αρχικά και το ξεκίνημα εκεί ήταν πολύ δύσκολο για εμένα. Οπωσδήποτε κανείς δεν με ήξερε εκεί σαν μουσικό. Όταν ζήτησα δουλειά σε ελληνικά εστιατόρια και τους έλεγα ότι παίζω βιολί, μου απαντούσαν ότι δεν με χρειάζονται. Με ρώτησαν αν έπαιζα κιθάρα, κρουστά, κλαρίνο ή μπουζούκι. Όμως είχα σταματήσει να παίζω μπουζούκι. Έπρεπε να ζήσω όμως με κάποιο άλλο τρόπο. Και ξεκίνησα σαν χρωματιστής, εργαζόμουν ακόμα και στους ουρανοξύστες. Για κάθε καλή και δύσκολη δουλειά έπαιρνα 12.000 δολλάρια και έτσι μπόρεσα να αγοράσω ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο και…ένα μπουζούκι! Μετά μάλιστα από λίγους μήνες τα δάχτυλα μου προσαρμόστηκαν ξανά στο μπουζούκι και ξεκίνησα να παίζω ξανά με ένα συγκρότημα και μετά από πολλές πρόβες ήμασταν έτοιμοι να παίξουμε σε γάμους και βαπτίσεις. Παίξαμε σε όλη την χώρα των Η.Π.Α.
Αργότερα χώρισα με την γυναίκα μου και πήγα στην Νέα Υόρκη όπου και έμεινα στην Αστόρια. Εκεί άνοιξα σούπερ μάρκετ και βρήκα ένα άλλο συγκρότημα και άρχισα πάλι να παίζω μπουζούκι και βιολί. Εργαζόμασταν κυρίως σε γαμήλια γλέντια Ελλήνων που κατάγονταν από όλα τα μέρη της Ελλάδας και παίζαμε τσάμικα, καλαματιανά, ρεμπέτικα και βέβαια κρητικά….»
«..Τέλος, άφησα την Νέα Υόρκη και επέστρεψα στην Κρήτη, όπου και ξαναπαντρεύτηκα το 1975. Έμεινα εδώ λοιπόν και έπαιζα βιολί μαζί με τον λαγουτιέρη Στέλιο Λαϊνάκη, όπου και την περίοδο '81 – '86 επεκτάθηκα μέχρι και την Αυστραλία με την οικογένεια μου. Όλη την περίοδο επίσης διεξήγαγα έναν αγώνα υπεράσπισης του βιολιού από τα χρόνια που απαγορεύτηκε.
Όταν ήμουν μικρό παιδί και μάθαινα να παίζω βιολί, ζητούσα από τους παλαιότερους μουσικούς να μου δείξουν τις διαφορές των χορών μεταξύ τους, καθώς και τα γνήσια κρητικά τραγούδια με τις αυθεντικές τους ονομασίες. Και όλα αυτά που μάθαινα, τα κρατούσα σημειωμένα…..».
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)





