Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΛΙΟΝΑΚΗΣ

Βιολί:Ν.Χάρχαλης, λαγούτο: Στέφανος Λιονάκης


1911 - 1999

Πολυτάλαντος καλλιτέχνης. Σωστός λαγουτιέρης αλλά και εξαίσιος τραγουδιστής στα ριζίτικα και περίφημος χορευτής. Το χωριό του, τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου, έχει προσφέρει τα μέγιστα στην μουσικοχορευτική παράδοση.
Ο Στέφανος Λιονάκης συνεργάστηκε με τα κορυφαία βιολιά των Χανίων, με τον Μαύρο, τον Χάρχαλη, τον Λυραντώνη, τον Καντηλιέρη, τους Γουβέρηδες κ.α.
Μπερντελίδικο παίξιμο και λεβέντικο παρουσιαστικό. Άφησε κυριολεκτικά εποχή, τόσο στα ρουματιανά γλέντια, όσο και στις υπόλοιπες περιοχές. Πολύ καλός γνώστης της μουσικής παράδοσης και σωστός αφηγητής της μουσικής του σταδιοδρομίας.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΑΣ



1836 - 1928

Από τους παλαιότερους βιολιστές της Κισάμου ο περίφημος Ματζουράνας. Ιωάννης Αντωνογιαννάκης ονομαζόταν, αλλά το κλαδί ματζουράνας που είχε πάντα στο πέτο του, του άφησε κι αυτό το παρατσούκλι.
Ο Ματζουράνας έπαιζε αρκετά καλά για την εποχή του και έκανε και τον δάσκαλο στα μικρά παιδιά. Ο Κουνελοκωστής, ο Μανώλης Μυλωνάκης, ήταν μερικοί από τους μαθητές του. Μα και ο Χάρχαλης είχε επηρεαστεί ακουστικά από τον παλιό βιολάτορα.
Ο Ματζουράνας από την Μεράδα Λουσακιών Κισάμου, εκτός από την μουσική του τέχνη και τις σκωπτικές του παροιμίες, χάρισε στην μουσική μας μερικές εκλεκτές του συνθέσεις:
Συρτός του Ματζουράνα, Μαλαθυριανός συρτός, Κεραμοθιανός συρτός,Κόντρα συρτός, Βουβιανός συρτός.
Ο "Κόντρα συρτός" συντέθηκε περίπου με τον ίδιο τρόπο που είχε συντεθεί και ο Ινάντιος του Καναρίνη. Δηλαδή, η μαντινάδα πήγαινε "κόντρα" στα μουσικά μέτρα του σκοπού.
Και μια μαντινάδα που είχα ακούσει από εκατόχρονο γέροντα πριν δέκα περίπου χρόνια στο Καστέλλι: "Κόντρα μου πάει η ζωή, κόντρα κι εγώ τση πάω, στου Ματζουράνα τον σκοπό κόντρα θα τραγουδάω".

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΙΑΝΟΣ - ΜΑΡΙΑΝΑΝΤΡΙΚΟΣ




1860 - 1938

Βιολιστής και συνθέτης από τον Δραπανιά Κισάμου.
Άνηκε στην γενιά του Μανιατογιάννη, του Ματζουράνα, του Καραγκιουλέ.
Η καταγωγή του ήταν από την Ανώπολη Σφακίων. Σαν μουσικός, καλός δεξιοτέχνης, αλλά επίσης πολύ καλός δάσκαλος. Αυτός "έβγαλε" τον Φαντομανώλη, τον γιό του τον Γιώργη, τον Ζερβό, τον Τσιλαρίδη.
Βέβαια, ο γιός του ο Γιώργης ξεπέρασε κατά πολύ σε τέχνη τον πατέρα του. Ο Μαριαναντρίκος, έπαιξε σε όλη την έκταση της Κισάμου, αλλά λόγω της καταγωγής του είχε ιδιαίτερα μεγάλη απήχηση και στα Σφακιά. Τότε, όπως είχε δηλώσει ο Γιώργης Μαριάνος, στα Σφακιά γλεντούσαν μόνο με βιολιά από την Κίσαμο και το Σέλινο.
Ο Μαριαναντρίκος ,εκτός από σωστός τεχνίτης και γνώστης της μουσικής παράδοσης, υπήρξε και άψογος συνθέτης. Οι πασίγνωστες πλέον μελωδίες του είναι οι εξής: Μεσογειανός συρτός, Πυργιανός συρτός, Δραπανιανός συρτός, Σηρικαριανός συρτός, Βοριάς συρτός (σ.σ. Χωρίς χρονολογική σειρά). Ο Μαριαναντρίκος ήταν ένας από τους παλαιούς μουσικούς που διέσωσαν και μεταλαμπάδευσαν στις επόμενες γενιές τις μελωδίες από το γνήσιο Πεντοζάλι.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΤΣΩΝΑΚΗΣ

Από δεξιά: Μαν.Καρτσωνάκης, Βασίλης Καρτσωνάκης, Μιχ.Κουνέλης, Γρηγ.Μαθιουδάκης, Στ.Λαϊνάκης


Από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές της "παλιάς φρουράς".
Καταγόταν από τα Καρφιανά της Πολυρρήνιας Κισάμου και ήταν αδελφός του βετεράνου λαγουτιέρη, Μανώλη Καρτσωνάκη.
Τραγούδησε με μοναδικό τρόπο τα κισαμίτικα συρτά, τα ριζίτικα και τα ταμπαχανιώτικα.
Μπορούμε να πούμε ότι δημιούργησε "σχολή" μιας και αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς.
Ο Βασίλης Καρτσωνάκης έλαβε μέρος σε πολλές ηχογραφήσεις με τον Μιχ.Κουνέλη, τον Ναύτη, τον Γρηγόρη Μαθιουδάκη, ακόμα και σε μουσική καταγραφή-έρευνα, της διακεκριμένης Ιταλίδας μουσικολόγου, της Τούλια Μαγκρίνι.
Τελευταία του εμφάνιση, το 1997 στο φεστιβάλ της Φλωρεντίας με τον Κουνέλη, τον Μαθιουδάκη, τον Στέλιο.Σ.Λαϊνάκη και τον αδελφό του τον Μανώλη. Η παραπάνω εμφάνιση ηχογραφήθηκε κι έγινε μεγάλη επιτυχία.
Ο Βασίλης Καρτσωνάκης, ο γνήσιος και δωρικός τραγουδιστής της Κισάμου, έφυγε από την ζωή το 1998.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΣΕΓΚΑΣ


Με τον Δ.Χριστοφοράκη και τον Στ. Λαϊνάκη
Στο καϊκι με την γυναίκα του την Μαρία (Οι παραπάνω φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Ανυφαντάκη)

1900 - 1966

«Γραμβούσα με το κάστρο σου στον κόσμο ξακουσμένη, κι από τον Τσέγκα τον ψαρά χιλιοτραγουδισμένη». Έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνη την μαύρη ημέρα που έφυγε από την ζωή ο Νικολής Τσέγκας, κι όμως, ο θρύλος που τον συνοδεύει ακόμα είναι μεγάλος. Υπήρξε ένας εκ των σπουδαιοτέρων λαϊκών συνθετών της κρητικής μουσικής. Ένας άνθρωπος γνήσιος, χωρίς ίχνος υποκρισίας και εγωισμού. Παθιασμένος με την θάλασσα και την μουσική. Για αυτόν, ιεροτελεστία το ψάρεμα, αλλά ιεροτελεστία και η μουσική του ενασχόληση. Η καταγωγή του Τσέγκα ήταν από τα Βάτικα Λακωνίας. Ο πατέρας του, ψαράς κι αυτός, ήρθε και ρίζωσε στην Κίσαμο κι εκεί ο Νικολής μεγάλωσε και γαλουχήθηκε με τους ήχους των συρτών, των βιολιών και των λαγούτων. Όλη η ζωή του, ένα τραγούδι. Τραγουδούσε στο ψάρεμα, πάνω στην βάρκα, στο πλέξιμο των διχτυών, στα καφενεία και στις παρέες, στα υπαίθρια νοσταλγικά γλέντια εκείνης της εποχής. Τραγουδούσε με ινάτι, με μεράκι. Όλοι οι οργανοπαίχτες της Κισάμου ήταν φίλοι του. Όλοι τον γνώριζαν και τον ανέβαζαν στο πάλκο να τραγουδήσει έναν σκοπό. Ο Μιχάλης Κουνέλης έλεγε: «ένα κατοσταράκι κρασί να του έβαζες, αυτό ήταν η χαρά του. Και μετά, δεν τον έκανε κανείς ζάφτι στο τραγούδι». Ο Τσέγκας δεν έπαιζε κανένα μουσικό όργανο, δεν είχε σπουδάσει μουσική με την απόλυτη έννοια. Παρόλα αυτά, οι συνθέσεις του είναι απόλυτα σωστές κι εναρμονισμένες με την υφή και την ακουστική της κισαμίτικης μουσικής. Τα συρτά του, αψεγάδιαστα, πλούσια σε ρυθμό και σε βάθος γυρισμάτων. Που τα συνέθεσε; Μα, στο πέλαγος, στην βάρκα πάνω. Τα κρατούσε στην μνήμη του παίζοντας «μπουκόλυρα», δηλαδή, σφυρίζοντας τα, μιμούμενος τον ήχο του οργάνου. Αιτία έμπνευσης γι’αυτόν ήταν μια καλή ψαριά, η γαληνεμένη θάλασσα, το ίδιο του το μεράκι εν κατακλείδι. Περπατούσε από την μία άκρη του καστελλιανού «τσαρσιού» έως την άλλη, έχοντας κρεμασμένο στα δάχτυλα του ένα μεγαλόπρεπο μπαρμπούνι και τραγουδούσε με την βραχνή του φωνή «έλα, άχι μπαρμπούνι μου…» . Κι άκουγαν όλοι το τραγούδι του, τον σκοπό του και τον συνόδευαν τραγουδιστά σε όλο το Καστέλλι. Όταν δέ, είχε κάποιον σκοπό στα σκαριά, για να μην τον ξεχάσει, δεν έλεγε ούτε καλημέρα σε κανέναν για να μην τον απασχολήσουν και τον μπερδέψουν. Έμπαινε στο καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη και του έλεγε «ούλους τσοι κερατάδες τσοι Καστελλιανούς τσ’απάντηξα σήμερα και παρολίγο να ξεχάσω τον σκοπό». Με τον Κουτσουρέλη είχε στενή συνεργασία, όπως και με τον Ναύτη, τον Χάρχαλη κ.α. Συνθετικά σήμερα, του αποδίδονται οι μελωδίες Γραμπουσιανός συρτός, Μπαρμπούνι συρτός, Ακολουθία Μπαρμπουνιού, Κακράπης συρτός και Αζογυριανός. Αυτές είναι οι μελωδίες που παίχτηκαν περισσότερο και ηχογραφήθηκαν. Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι συνθέσεις του. Υπάρχουν κι άλλες πολλές, ανέκδοτες ως επι το πλείστον, αν και ο Θοδωρής Πολυχρονάκης, αυτός ο εξαίσιος βιολιστής, πρίν λίγα χρόνια ηχογράφησε μερικούς από τους ξεχασμένους σκοπούς του Τσέγκα. Και λίγα λόγια για τον Κακράπη συρτό. Ο Κακράπης, πήρε το όνομα του από την ομώνυμη ξέρα, γύρω στα πενήντα μέτρα βάθος που βρίσκεται ανάμεσα από τον Ποντικό και την Γραμβούσα. Η ψαριά του Τσέγκα εκείνη την μέρα ήταν μεγαλόπρεπη, ροφοί και βλάχοι. Από την χαρά του συνέλαβε αυτό τον σκοπό που όμοιος του δεν υπήρχε, αλλά ούτε και σήμερα υπάρχει , διότι αποτελεί τον πιο δύσκολο και δαιδαλώδη σκοπό συρτού στην κρητική μουσική μέχρι και τις μέρες μας. Έχει συντεθεί σε σαράντα μουσικά μέτρα με πολλά γυρίσματα (μερικοί λένε ότι έχει δέκα γυρίσματα). Ο Τσέγκας με το ασπούδαστο μυαλό, κατόρθωσε να συνθέσει την σπουδαιότερη και δυσκολότερη μελωδία στην ιστορία του κρητικού συρτού. Σύμφωνα με πολλούς ειδήμονες, ο Ναύτης, ο Κουτσουρέλης κι ο Χάρχαλης έπαιζαν πιο σωστά από όλους τον συρτό αυτόν. Το έργο του Τσέγκα είναι δύσκολο να το απαριθμήσουμε σήμερα, μιας και όπως προείπαμε, είναι πολλές οι ανέκδοτες συνθέσεις του, αλλά και πολλές οι συνθέσεις που τις καπηλεύτηκαν κάποιοι άλλοι εις βάρος του. Το τέλος του Τσέγκα, ήταν τραγικό. Στις 8 του Δεκέμβρη του 1966 χάθηκε στα νερά της λατρεμένης του Γραμβούσας, μετά από μια φοβερή τρικυμία, λίγες ώρες πρίν σημειωθεί το μεγάλο ναυάγιο του πλοίου «Ηράκλειο» στην Φαλκονέρα. Η γυναίκα του, η κυρά –Μαρία, δεν μπόρεσε να τον κρατήσει πάνω στην βάρκα, κι έτσι ο μεγάλος συνθέτης και τροβαδούρος πνίγηκε. Στο σημείο που χάθηκε, έχει αναγερθεί μνημείο προς τιμήν του από τον σύλλογο προβολής Κισάμου «Η Γραμβούσα». «Να’τανε τρόπος να μιλούν ο Σπάθας κι η Γραμπούσα, τον Τσέγκα υπερήφανα θα το’νε χαιρετούσαν».




Ακούστε τον Θ.Πολυχρονάκη στον Κακράπη και στον Αζογυριανό του Τσέγκα.

ΗΛΙΑΣ ΔΡΟΣΕΡΑΚΗΣ - ΔΡΟΣΕΡΟΣ

Ο Δραπανιάς Κισάμου


1878 - 1944

Παλιός τεχνίτης στο μπουλγαρί, από τον Δραπανιά Κισάμου.
Ερασιτέχνης μουσικός, από τους ελάχιστους καλλιτέχνες της χανιώτικης υπαίθρου που έπαιζαν μπουλγαρί, μιας και αυτό το όργανο μέχρι και χρόνια του μεσοπολέμου το συναντούσε κανείς στα αστικά κέντρα της Κρήτης. Άλλος ένας Δραπανιανός έπαιζε μπουλγαρί, ο Παναγιώτης ο Ραϊσάκης.
Ο Δροσερός όμως έμεινε στην μουσική ιστορία του τόπου για μία και μοναδική σύνθεση: Τον συρτό του Δροσερού, ή, τον Συρτό της Χαραυγής όπως ονομάστηκε κατόπιν.
Είναι ο πιο αργός σε ρυθμό κισαμίτικος συρτός με πλούσια και όμορφη μελωδία. Έχει διασκευαστεί από πολλούς καλλιτέχνες κατά καιρούς, οι περισσότερες διασκευές όμως ατύχησαν να "πιάσουν" την ομορφιά αυτής της μελωδίας. Εξαίρεση, η ηχογράφηση από τον Στρατή Γαλαθιανό και τον Δημήτρη Γαλάνη με την φωνή του αξεπέραστου Θεοχάρη Τζινευράκη.
Ο Ηλίας Δροσερός έπαιξε με διαφόρους καλλιτέχνες της περιοχής, όπως με τον Μαριαναντρίκο, τον Χάρχαλη, τον Ζερβό κ.α.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΚΑΚΗΣ

Χωρίς αμφιβολία, ένας σπουδαίος λυράρης. Ανήκει στην γενιά που σήμερα κρατά τα σκήπτρα στην κρητική μουσική. Γεννήθηκε στα Χανιά το 1974 και κατάγεται από το Βαβουλέδο, οικισμό των Παλαιών Ρουμάτων Κισάμου. Από πολύ μικρός αγκάλιασε την λύρα για να γίνει το όργανο της ζωής του. Μαθήματα πήρε από τον Κώστα Μουντάκη. Ο μεγάλος Μουντάκης δεν άργησε να καταλάβει την αξία του μαθητή του. Ο Δημήτρης Βακάκης παίζει επαγγελματικά από έφηβος σχεδόν, έχοντας πλέον δημιουργήσει πολλούς μιμητές. Δεξιοτέχνης άψογος, πολύ καλός τραγουδιστής και γνώστης των μουσικών καταβολών της περιοχής. Το παίξιμο του είναι πλουσιότατο, άκρως τεχνικό. Πατάει πάνω στις διδαχές του Μουντάκη, εμπλουτίζει ομως την λύρα του με τα μουσικά ιδιώματα της Κισάμου και μεσω αυτών, έχει προβάλει την δική του μουσική προσωπικότητα. Στο ενεργητικό του έχει δεκάδες εμφανίσεις στο εξωτερικό, τρείς προσωπικές δισκογραφικές δουλειές όπου περιέχουν προσωπικές του συνθέσεις και ένα βραβείο στον διαγωνισμό κρητικής μουσικής. Επίσης, έχει διδάξει κατά καιρούς σε ωδεία. Κατά γενική γνώμη πολλών, αλλά και προσωπική αν θέλετε, ίσως είναι ο καλύτερος χειριστής της λύρας στην Κρήτη. Το παίξιμο του, είναι δύσκολο να αντιγραφεί γιατί ο Δημήτρης αυτοσχεδιάζει μανιωδώς στους διάφορους σκοπούς, βγάζοντας ένα λαμπρό αποτέλεσμα.

Ακούστε εδώ τον Δημήτρη Βακάκη:

ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΟΥΦΑΡΔΑΚΗΣ

Ο Μιχάλης Λουφαρδάκης είναι από τους νέους ελπιδοφόρους και δεξιοτέχνες μουσικούς των Χανίων. Δαιμόνιος χειριστής του δοξαριού, από τους καλύτερους της νέας γενιάς.Γεννήθηκε το 1978 στα Χανιά και κατάγεται από τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου, το χωριό με την πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση. Επηρεασμένος από τον τόπο καταγωγής του, αλλά και από το οικογενειακό του περιβάλλον, μιάς και ο πατέρας του έπαιζε λαγούτο, δεν άργησε να πιάσει στα χέρια του το βιολί. Στον σύλλογο του "Χάρχαλη" έκανε τα πρώτα του βήματα με τον βετεράνο Σταύρο Καντηλιέρη, πήρε όμως και μαθήματα από τον Μιχάλη Κουνέλη και τον Κωστή Παπαδάκη ή Ναύτη. Σημαντικές οι επιρροές από τον συγχωριανό του, τον παλαιό βιολιστή Γουβεροκωστή. Ο Μιχάλης παίζει, μπορούμε να πούμε, στην "γραμμή" του Ναύτη, έχοντας όμως και στοιχεία από τον Γουβεροκωστή. Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους λαγουτιέρηδες και χαράζει την δική του πορεία στην κρητική μουσική με σεμνότητα και αγάπη για αυτό που κάνει.


Ακούστε τον Μιχάλη εδώ:

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ



1878 - 1965

Παλαιός λαγουτιέρης από το Άρμενο Χωριό Κισάμου. Άκμασε από το 1890 έως το 1930 περίπου. Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης ήταν πατέρας των Κουτσουρέληδων, Γιώργη-Στέλιου-Μανώλη. Αυτός τους δίδαξε και την τέχνη του λαγούτου. Βέβαια τα παιδιά του τον ξεπέρασαν και κυρίως, ο Γιώργης, ο γίγαντας του κρητικού λαγούτου.
Εκείνα τα χρόνια έπαιζε ερασιτεχνικά, μιας και το κύριο επάγγελμα του ήταν καφετζής. Είχε ανοίξει καφενείο στο Καστέλλι κι όπως είχε πεί κάποτε ο γιός του ο Στέλιος "Αυτό δεν ήταν καφενείο, ήταν ωδείο" μιας και σύχναζαν εκεί όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες.
Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης έπαιξε με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής του, όπως με τον Κουνελοκωστή, τον Μανιατογιάννη, τον Μαριαναντρίκο, τον Νικηφόρο κ.α. Στον τρόπο παιξίματος, έπαιζε πασαδόρικα αλλά και μπερντελίδικα πού και πού. Το μπερντελίδικο παίξιμο δεν είχε ακόμα καθιερωθεί, τουλάχιστον πρίν την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που παίζανε τότε καθαρό πρίμο λαγούτο. Η εμφάνιση όμως του Σταύρου Μαυροδημητράκη και κατόπιν του Γιώργη Κουτσουρέλη, άλλαξε τα πράγματα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΝΕΛΗΣ

1928 - 1999 Ο μεγάλος δάσκαλος, ο βιολιστής-υπόδειγμα, ο πιο αγαπητός σε όλους. Τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψουν το μέγεθος και την υπόσταση του Κουνελομιχάλη. Το όνομα του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Κίσαμο και την μουσική της, με το Καστέλλι και τις ομορφιές του. Γεννήθηκε στα Καρφιανά της Πολυρρήνειας Κισάμου του νομού Χανίων. Οι μουσικές επιδράσεις έντονες, καθώς ο πατέρας του ο Κουνελοκωστής ήταν από τους καλύτερους βιολιστές της παλιάς φρουράς. Ο Μιχάλης όμως ξεκινάει στα οκτώ του χρόνια όχι με βιολί, αλλά με λύρα. Λέγοντας ο ίδιος χαρακτηριστικά "που διάολο να φτάνανε τα χέρια μου στο βιολι;" Στα εννέα του αγόρασε μια καλύτερη λύρα, μα γρήγορα την άφησε για να πιάσει στα χέρια του το παραδοσιακό όργανο των Χανίων, το βιολί. Παρέα με τον πατέρα του, έπαιξε στα πρώτα του ερασιτεχνικά βήματα, βιολί-λύρα πρίμο/σεγόντο. Κατόπιν, ξεκίνησε να παίζει με τον ανηψιό του(συνομήλικο του σχεδόν) και σχεδόν μόνιμο του συνεργάτη, τον Μανώλη Καρτσώνη. Έπαιζαν μαζί από μαθητούδια του δημοτικού. Τα Καρφιανάκια, έτσι τους έλεγαν, μια από τις σπουδαιότερες ζυγιές που πέρασαν ποτέ. Ο Μιχάλης Κουνέλης, πιστός στα τοπικά μουσικά μοτίβα, ανέπτυξε τις δυνατότητες του οργάνου, μα εισήγαγε και την προσωπική του σφραγίδα στο παίξιμο. Λέγανε οι παλιοί "κουνελίστικο παίξιμο". Ο Χάρχαλης έλεγε "ο καλύτερος από τους καινούργιους". Μα κι ο μέγας Κουτσουρέλης που έπαιξε με τον Μιχάλη αρκετές φορές, έλεγε "δεν άκουγες τίποτα το παραπανήσιο στο παίξιμο του, είχε τάξη και ρυθμό". Αυτός ο ρυθμός είναι που ξεχώριζε. Πρόσεχε πάντα τα βήματα του χορευτή, κι αν ο χορευτής ξέφευγε, πάντα τον βοηθούσε να γυρίσει στα σωστά πάσα και να τσακίζει στον άσσο. Και το παίξιμο του Μιχάλη, μύριζε ατόφια "Κίσαμο". Στα τέλη της δεκαετίας του '50 ανέβηκε μόνιμα στην Αθήνα για 25 περίπου χρόνια. Μα δεν έμεινε άνεργος. Κατέβαινε συχνά στην Κρήτη αλλά και στα κρητικά κέντρα άφησε εποχή, κυρίως στον "Ομαλό" την δεκαετία του '70, παρέα με τον Παναγιώτη Καστάνη. Ήταν τότε ο μοναδικός Κρητικός επαγγελματίας βιολιστής στην πρωτεύουσα, μιας και οι λύρες είχανε πάρει τα πάνω τους. Εμφανίστηκε στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, έκανε και τις δικές του δισκογραφικές δουλειές που έγιναν πραγματικά ανάρπαστες. Ερασιτεχνικά ηχογράφησε πολλές κασέτες στο στούντιου του Γιάννη Σταματάκη στο Καστέλλι με τον Καρτσώνη, τον Γ.Κουτσουρέλη κ.α. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα του λαγούτου, εκτός από τον Καρτσώνη, με τον Γ.Κουτσουρέλη, με τον Καρεφυλλομανώλη, με τον Στεφ.Καρεφυλλάκη, με τον Στ.Λαϊνάκη, με τον Θεοχ.Μαρεντάκη, με τον Θεόφιλο Μαργαριτάκη, τον Βαγγ.Πολυχρονάκη, τον Πέτρο Καρμπαδάκη και πλήθος άλλων πολλών. Και όλοι είχαν πάντα να πούνε τα καλύτερα για τον Κουνελομιχάλη. Κι όχι μόνο αυτοί. Ο Σκορδαλός τον παραδεχόταν, ο Μουντάκης τον θεωρούσε γνήσιο. Ο Μιχάλης Κουνέλης, εκτός από αξεπέραστος βιολιστής, ήταν ικανός μαντιναδολόγος, κι αυτό που αγαπούσαν όλοι....τα ανέκδοτα του. Έχουν μείνει ώς "ιστορικά" κάποια από αυτά, όπως κι έχουν μείνει στην μνήμη του κόσμου άπειρες εύθυμες ιστορίες με τον Κουνελομιχάλη. Έπαιξε σε όλα σχεδόν τα χωριά της Κισάμου και του Σελίνου, είχε και ιδιαίτερη απήχηση και στην Κυδωνία και στον Αποκόρωνα. Στην Αθήνα που έπαιζε, έγινε αγαπητός και από Κρήτες των υπολοίπων νομών. Στα γλέντια του, ήταν μοναδικός, μάγευε τον κόσμο με την πρώτη δοξαριά. Πλουσιότατο ρεπερτόριο από παλιούς κισαμίτικους σκοπούς αλλά και νησιώτικα, καλαματιανά, μπάλους, ριζίτικα. Πάντα ξεκινούσε τα γλέντια του με ριζίτικο τραγούδι. Αγαπημένος του σκοπός, ο Κοτσιανός του Φαντομανώλη. Έλεγε "Ο πατέρας μου πάντα με αυτο τον σκοπό ξεκινούσε το γλέντι". Έκανε και την δική του σύνθεση, τον πασίγνωστο "Συρτό του Κουνέλη" ή "Εσύ'σαι η αγάπη μου". Μα το μεγάλο του έργο δεν σταματά μόνο στην δεξιοτεχνία του. Ο Μιχάλης Κουνέλης δίδαξε το βιολί, το ήθος, την ταπεινότητα. Μέσω της ΝΕΛΕ, παρέδιδε για αρκετά χρόνια μαθήματα βιολιού στο Καστέλλι στο Ωδείο της Μητρόπολης. Από τα χέρια του βγήκαν σημαντικοί σήμερα καλλιτέχνες όπως ο Ηλίας Χορευτάκης, ο Θοδωρής Πολυχρονάκης, ο Περικλής Τζουγανάκης, ο Γιάννης Μενεγάκης κ.α. Μα πάνω απ'όλα, διέσωσε την βιολιστική παράδοση της Κισάμου που μέχρι τότε είχε εγκλωβιστεί, χάρη στις ενέργειες μερικών που δεν καλόβλεπαν το βιολί και κατ'επέκτασην την χανιώτικη μουσική παράδοση. Έκανε την νέα γενιά να αγαπήσει ξανά το βιολί, να στραφεί ξανά πρός την κρητική μουσική. Είχε την αγωνία να μην χαθεί η μακραίωνη κισαμίτικη παράδοση, έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι "τα κοπέλια μας είναι το αύριο". Σε συνεργασία κατόπιν με τον σύλλογο μουσικών νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης" και με τον αείμνηστο Κ.Παπαδάκη ή Ναύτη, έδωσαν πλήθος συναυλιών για την διατήρηση της βιολιστικής μουσικής παράδοσης. Ο ίδιος, τιμήθηκε αρκετές φορές από διάφορους πολιτιστικούς φορείς. Έπαιξε σε όλη την Κρήτη αλλά και στο εξωτερικό, στην Αμερική και στην Ιταλία και μάλιστα, στο φεστιβάλ της Φλωρεντίας το 1997 (η τελευταία του εμφάνιση στο εξωτερικό) απέσπασε θριαμβευτικά σχόλια, τα οποία όμως τα πέρασαν στο "ψιλό" τα κρητικά ΜΜΕ μιάς και στην μουσική σήμερα μετράνε άλλα πράγματα δυστυχώς... Δισκογραφικά, το κύκνειο άσμα του Μιχάλη ήταν η ζωντανή ηχογράφηση από το ανωτέρω φεστιβάλ. Έφυγε ξαφνικά από την ζωή, παρόλο που υπέφερε χρόνια από την αρρώστια. Μα ποτέ δεν έδινε σημασία. Πάραυτα στο τέλος λύγισε. Άφησε όμως πίσω του, μια αρμάδα συνεχιστών κι ένα έργο που θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλο.

ΚΟΥΝΕΛΗΣ - ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ