Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝ.ΣΚΑΛΙΔΗ


Ούλα τση Κρήτης τα χωριά άξια και τιμημένα, μα’να χωριό στην Κίσαμο, τα ξακουστά Περβόλια, χωριό Σκαλίδη του αρχηγού, του πρώτου καπετάνιου, που’χε το βλέμμα του αητού, λαγού γληγοροσύνη κι ολάργυρα ΄χε τα άρματα।



ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΡΤΣΩΝΑΚΗΣ - ΚΑΡΤΣΩΝΗΣ


Από τους σημαντικότερους λαγουτιέρηδες της παλιάς φρουράς με μεγάλη προσφορά στα μουσικά δρώμενα της Κισάμου. Γεννήθηκε στα Καρφιανά Κισάμου και για πολλά χρόνια αποτέλεσε μαζί με τον Μιχάλη Κουνέλη την πλέον περιζήτητη ζυγιά της περιοχής. Σημαντική επίσης η συνεργασία του με τον Γρηγόρη Μαθιουδάκη, αλλά και με άλλους πολλούς βιολιστές της Κισάμου, νέους και παλιούς. Ο Μανώλης Καρτσωνάκης έχει ηχογραφήσει πολλές κασέτες στο δισκάδικο του Γιάννη Σταματάκη που πλέον θεωρούνται κλασσικές. Ιδιαίτερη μνεία να κάνουμε στην βοήθεια του πρός τους νέους λαγουτιέρηδες.
Σήμερα εμφανίζεται επιλεκτικά σε τιμητικές εκδηλώσεις.

Τιμή στην Κίσαμο που γέννησε έναν τέτοιο αξιόλογο άνθρωπο και καλλιτέχνη.

Η ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ


Κάποτε, το να μάθει κάποιος ένα όργανο φάνταζε πολύ δύσκολο. Δεν ήταν μόνο η μεγάλη αγοραστική αξία ενός οργάνου, αλλά ήταν και η δυσκολία της εκμάθησης. Δεν υπήρχαν ούτε ωδεία, ούτε σχολές, ούτε κάν ένα κασετόφωνο. Ακουστικά και μόνο, με πρακτικές μεθόδους που ξεπερνάνε κάθε φαντασία. Υπήρχε όμως και άλλο ένα «αγκάθι» στην όλη υπόθεση της εκμάθησης: Η άρνηση των καλλιτεχνών να διδάξουν! Σίγουρα ακούγεται παράξενο, κι όμως, τα παλιά χρόνια ήταν τέτοιο το σύστημα των καταξιωμένων μουσικών και ελάχιστοι ήταν αυτοί που δίδαξαν. Υπάρχουν μάλιστα ιστορίες, χιουμοριστικές εν μέρει, που δίνουν πολύ εύστοχα το στίγμα αυτού του πράγματος. Βέβαια, για να διαχωρίζουμε τα πράγματα, οι πολύ παλαιές γενιές μουσικών, όπως του Ματζουράνα, του Μανιατογιάννη, του Μαριαναντρίκου κ.ο.κ. δεν είχαν αυτό το χαρακτηριστικό, αντιθέτως, δίδαξαν το όργανο και τους σκοπούς σε αρκετούς βιολιστές. Το «ζόρι» όμως, παρατηρείται στην γενιά του Χάρχαλη, του Μαριάνου, του Ζερβού, του Κοπανίδη και άλλων πολλών. Σε κατ’ιδίαν συζήτηση με τον αείμνηστο Κ.Παπαδάκη «Ναύτη» πρίν αρκετά χρόνια είχα ακούσει το περίφημο «αν ήθελες να μάθεις, έπρεπε πρώτα να έσκαβες». Δηλαδή, η πληρωμή του δασκάλου ήταν μερικές αγροτικές δουλειές. Ο Μαριάνος – ο μοναδικός ίσως που έδειχνε το όργανο σε νέα παιδιά – για αντάλλαγμα έβαζε και του έκαναν δουλειές στα χωράφια, στα λιόφυτα κλπ. Από μαρτυρίες πολλών, ο Χάρχαλης δεν έδειχνε εύκολα. Ο Ναύτης είχε πεί ότι ο Χάρχαλης ξεκίνησε να διδάσκει από το ’50 κι έπειτα που δεν έπαιζε σε επίσημα γλέντια λόγω πένθους, αλλά και πάλι, έδειχνε ως επί το πλείστον σε συγγενικά του πρόσωπα. Ο περίφημος λυράρης Χαρίλαος Πιπεράκης είχε μείνει στον Δραπανιά περίπου έξη μήνες για να μάθει τα συρτά κοντά στον Μαριάνο. Από δήλωση του Ναύτη, κάθε μέρα έσκαβε στα χωράφια του Μαριάνου ως ανταμοιβή για τα….δίδακτρα! Εδώ βέβαια γεννάται το ερώτημα, γιατί άραγε οι παλαιοί δεν έδειχναν εύκολα στους νεωτέρους κάποια πράγματα; Πολλοί υποστηρίζουν ότι το έκαναν επειδή δεν ήθελαν να τους «φάνε» την δουλειά, λόγω του τότε μεγάλου ανταγωνισμού. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν ήθελαν να φανερώσουν κάποια μυστικά της τέχνης τους και να αντιγραφούν από άλλους. Το θέμα όμως είναι ότι σήμερα, αν δεν ενεργοποιούνταν οι καλλιτέχνες της περασμένης γενιάς, όπως ο Μιχάλης Κουνέλης, ο Ναύτης, ο Κατράκης, ο Μανιός κλπ, πολύ απλά δεν θα είχαμε νέους συνεχιστές του βιολιού. Αλλά και στο λαγούτο, δεν αλλάζει η κατάσταση. Αρκετοί ήταν αυτοί που δεν θέλησαν να διδάξουν για τους προσωπικούς τους λόγους (αλλά και για τους παραπάνω που είπαμε) με αποτέλεσμα να χαθούν κάποια πράγματα και κακά τα ψέματα, η Κίσαμος σήμερα δεν καυχάται ότι έβγαλε έναν νέο Κουτσουρέλη. Βέβαια εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε το άξιο έργο του Μανώλη Καρτσωνάκη, του Στέλιου Λαϊνάκη(του Λαρδιανού), του Θεόφιλου Μαργαριτάκη, του Πέτρου Καρμπαδάκη, του Μιχάλη Πολυχρονάκη κ.α. που σήμερα αν έχουν βγεί κάποιοι νέοι λαγουτιέρηδες, το οφείλουμε σε αυτούς που πραγματικά δίδαξαν τις νεώτερες γενιές.
Τελικά, από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι το δοξάρι και η πένα πήγαιναν παρέα με τον….σκαπέτη!

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

ΕΥΘΥΜΗΣ ΛΥΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ - ΛΥΡΑΝΤΩΝΗΣ


1909 - 1944

Λαμπρός καλλιτέχνης, δεξιοτέχνης του βιολιού. Λέγεται δέ ότι πλησίαζε σε τέχνη τον μεγάλο Χάρχαλη. Γεννήθηκε στις Καλάθενες Κισάμου και έδρασε κυρίως στα χρόνια του μεσοπολέμου. Συχνοί συνεργάτες του οι λαγουτιέρηδες Γιάννης Λεφάκης, Μανώλης Γαλανάκης, Γιώργης Κουτσουρέλης, Μανώλης Καρεφυλλάκης κ.α. Μετέδοσε την ωραία του τέχνη στον αείμνηστο μουσικό, Γιώργη Τζιμάκη. Έβγαλε κι έναν δικό του σκοπό, τον "Συρτό του Λυραντώνη". Απότομα όμως διακόπηκε η δράση του καθώς σκοτώθηκε από τους Γερμανούς στην μεγάλη εξόρμηση του Σηρικαρίου το 1944. Χαρακτηριστικά ο Γιώργης Τζιμάκης είχε πεί "ένα τσαμπί σταφύλι πήγε να κόψει και του έπαιξε την ριπή ο κερατάς ο Γερμανός". Ο ίδιος ο Τζιμάκης τον είχε κατατάξει στους πλέον δεξιοτέχνες βιολιστές της περιόδου εκείνης. Κι όχι μόνο αυτός. Ο Ευθύμης Λυραντωνάκης σαφέστατα θα είχε ακόμα να προσφέρει πάρα πολλά.

ΠΕΝΤΟΖΑΛΙ ΓΙΑ ΡΕΚΟΡ ΓΚΙΝΕΣ

Στο επίκεντρο όλης της υφηλίου θα βρεθεί η Κρήτη μέσα από την εκδήλωση “Πλανήτης Κρήτη”, που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 7 Αυγούστου, στις 8 το βράδυ, κατά μήκος του Βορείου Οδικού Αξονα Κρήτης Χανιά - Άγιος Νικόλαος.
Περισσότερα από 200.000 άτομα, θα χορέψουν στον ρυθμό του πεντοζάλη σχηματίζοντας μια ανθρώπινη αλυσίδα που θα “αγκαλιάσει” την Κρήτη απ’ άκρου εις άκρον στέλνοντας μηνύματα συναδέλφωσης σε όλο τον κόσμο καθώς η εκδήλωση πραγματοποιείται την επόμενη μέρα της επετείου της ρίψης της πρώτης ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα.
Η εκδήλωση θα συνεχιστεί με παράλληλες τοπικές εκδηλώσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα και θα κλείσει στις πρωτεύουσες των τεσσάρων Νομών της Κρήτης, όπου απλοί πολίτες και καλλιτέχνες με το τραγούδι και τον χορό τους, έχουν στόχο να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των διεθνών ειδησεογραφικών καναλιών.

ΧΑΡΧΑΛΗΣ - ΠΑΛΑΙΑ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ

Παλιά ηχογράφηση από τον Νικόλαο Χάρχαλη. Στο λαγούτο, ο Σταύρος Μαυροδημητράκης. Ακούγονται οι σκοποί: Σελινιώτικος του Βουρογιάννη - Γιουσούφης του Καραγκιουλέ.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ


Αξεπέραστος μουσικός, δεξιοτέχνης λαγουτιέρης.
Ο λόγος για τον Σταύρο Μαυροδημητράκη,τον περίφημο τεχνίτη του λαγούτου.
Γεννήθηκε το 1900 στα Μαρεδιανά Κισάμου,οικισμό που άνηκε στην πρώην κοινότητα Καλλεργιανών. Γιός του παλαιού παραδοσιακού λυράρη, του Νικηφόρου Μαυροδημητράκη που άφησε εποχή στα μουσικά κισαμίτικα μονοπάτια.
Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης ξεκίνησε από μικρό παιδί παίζοντας μαντολίνο μα γρήγορα στράφηκε στο λαγούτο. Και με αυτό το όργανο,έγραψε την δική του λαμπρή ιστορία. Ήταν ο πρώτος που έπαιξε το καθαρό "μπερντελίδικο" λαγούτο. Σολάρισε, έβαλε νέα στοιχεία στο όργανο. Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι αυτός πρωτάνοιξε τον δρόμο που
μετά,ασφαλτόστρωσε ο Γιώργης Κουτσουρέλης. Έπαιξε με τα μεγαθήρια της εποχής του, ξέχωρα όμως η λαμπρή συνεργασία του με τον Νικολή Χάρχαλη. Μαζί στα γλέντια, μαζί και στις ηχογραφήσεις των παλαιών δίσκων. Επίσης, αξιόλογη η συνεργασία του με τον σημαντικό βιολιστή Μανώλη Μυλωνάκη. Στα τέλη της δεκαετίας του '30 πήγε μόνιμα να κατοικήσει στον Πειραιά, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Εργάστηκε σαν δημοτικός υπάλληλος στον Πειραιά, αλλά ποτέ δεν άφησε το λαγούτο. Εκεί,έπαιξε με τους μεγάλους λυράρηδες Αλέκο Καραβίτη και Γιώργο Τζιμάκη. Αρκετές φορές επίσης έπαιξε και με τον Γιώργο Μουζουράκη, τον οποίο και "δασκάλεψε" στα κισαμίτικα συρτά. Αργότερα συνεργάστηκε με τον Σκορδαλό και κυρίως με τον Μουντάκη, όπου τους έδεσε μια πολύ μεγάλη φιλία. Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην εξάπλωση και καθιέρωση του λαγούτου ώς κύριο όργανο και όχι ώς συνοδευτικό. Μάλιστα, απεχθανόταν τους πασαδόρους λαγουτιέρηδες. Μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τους συναδέλφους του, όμως ξεχώριζε πάντα τον Χάρχαλη και από τους νεώτερους, τον Μιχάλη Κουνέλη.
Έφυγε από την ζωή το 1989.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΕΛΕΣΑΚΗΣ-ΦΕΛΕΣΟΓΙΑΝΝΗΣ


Εννιά χωριά। Η πανέμορφη περιοχή της Κισάμου, ανάμεσα σε ορεινούς όγκους και σε μικρά φαράγγια। Περιοχή με καστανιές, πλατάνια, ελιές και πολλά νερά। Εκεί γεννήθηκε ο πρωτομάστορας της κισαμίτικης μουσικής, ο Φελεσογιάννης, το 1866,στον Αερινό, στον ορεινότερο οικισμό των Εννιά χωριών. Γειτονιές-γειτονιές ο Αερινός, τα Καλυβάκια, τα Φελεσιανά, τα Κωσταντουλιανά, τα Ταμπασιανά κλπ. Μα αλίμονο, σήμερα οι περισσότερες γειτονιές είναι έρημες, ακατοίκητες, πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων από μερικούς πεισματάρηδες γερόντους που αρνούνται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Μα στην εποχή του Φελεσογιάννη το χωριό έσφυζε από ζωή. Η γιαγιά μου, το γένος Φελεσάκη, έλεγε ότι το 1910 πηγαίνανε 60 παιδιά στο σχολειό.
Ο Φελεσογιάννης,προικισμένος από την φύση, έδωσε χρώμα και ήχο σε μια παλιά λύρα.Σαν λυράρης ξεκίνησε και περίπου μέχρι τα 30 του με την λύρα στο βουργιάλι γλέντησε τα γύρω χωριά. Μα οι δυνατότητες της λύρας είναι περιορισμένες, δεν μπορεί δηλαδή να παίξει στο 100% τα κισαμίτικα συρτά. Έτσι λοιπόν εγκατέλειψε την λύρα για το βιολί. Και στο βιολί, ήταν ασυναγώνιστος. Η φίρμα των Εννιά χωριών για τριάντα περίπου έτη. Στο τραγούδι, όπως λέγανε οι παλιοί, μέτριος, αλλά οι μαντινάδες του ήταν πανέξυπνες και με σχετικά σκωπτική διάθεση. Στο Σέλινο έλειπε ολόκληρες εβδομάδες. Εκεί έπαιζε με τον Κλειναντώνη, τον μεγάλο λαγουτιέρη του Σελίνου. Στην Κίσαμο έπαιζε με έναν Σημαντηρά κι έναν Βεστάκη, συνομήλικους του λαγουτιέρηδες. Υπόδειγμα φιλοξενίας, όποιος περνούσε από το χωριό έβρισκε στρωμένη την τάβλα του Φελεσογιάννη και στρωμένο το κρεβάτι για να ξαποστάσει. Όταν δεν είχε γλέντια, καθόταν στην αυλή του και έπαιζε και γύρω γύρω, οι κοπελιές χορεύανε. Δίδαξε το βιολί στους περισσότερους νέους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης στην περιφέρεια των Εννιά χωριών κι όχι μόνο.Ο τρανός Χάρχαλης ήταν ανηψιός του, της αδελφής του παιδί και πήρε τα πρώτα μαθήματα από τον Φελεσογιάννη.
Ο μεγάλος αυτός μουσικός άφησε στην μουσική μας τρείς εκλεκτούς σκοπούς συρτών. Τον Αερινιώτη συρτό(1896), Ηλέκτρα συρτός(1908), Μπεμπέκα συρτός(1912). Ο Αερινιώτης που είναι και ο πιο γνωστός του σκοπός, συντέθηκε πάνω στην λύρα και για αυτό έχει σχετικά λιγότερα "πλουμιά" σε σχέση με την δαιδαλώδη "Μπεμπέκα" που συντέθηκε στο βιολί.
Και άλλη μια οικογενειακή μαρτυρία: Στο γάμο του παππού και της γιαγιάς μου την δεκαετία του'20 έπαιζαν δύο ζυγιές. Στην αρχοντοκάμαρη ο Φελεσογιάννης, στην αυλή ο Χάρχαλης. Κι ο κόσμος δεν ήξερε ποιόν να πρωτοακούσει...
Στο βάθος τα Φελεσιανά Αερινού όπως είναι σήμερα.

ΤΟ ΡΟΔΟ




"Το ρόδο είναι στη ρογδιά και η ρογδιά στο χώμα,

ποιός σου'πε πως δεν σ'αγαπώ,ποιό βρωμισμένο στόμα
"...



Ο χορός "Το ρόδο" χάνεται στα βάθη των αιώνων. Άγνωστο ακόμα και σήμερα το πότε δημιουργήθηκε αυτός ο χορός. Κάποτε λένε οι παλαιότεροι, τον χόρευαν όλοι, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες χορεύεται αποκλειστικά από γυναίκες σε κύκλο. Έχει μελωδία σε μουσικά μέτρα 2/4 με 17 βήματα. Και κατά την διάρκεια αυτού του χορού λέγονται πολλές μαντινάδες με την λέξη "ρόδο". Σήμερα, ο χορός αυτός αναβιώνεται ώς επι το πλείστον στις Λουσακιές Κισάμου όπου και έχει διατηρηθεί καλύτερα από ότι σε άλλα χωριά της περιοχής. Πρίν λίγα χρόνια, ο αξιέπαινος βιολιστής Θοδωρής Πολυχρονάκης συμπεριέλαβε το "Ρόδο" στο προσωπικό του cd.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΡΧΑΛΑΚΗΣ - ΧΑΡΧΑΛΗΣ



Ο αυθεντικότερος βιολιστής της Κισάμου. Ο πιο γλυκοδάχτυλος. Ο μουσικός που μάγεψε με το δοξάρι και την φωνή του όποιον κι αν τον άκουσε. Στην εποχή του ήταν ασυναγώνιστος.
Γεννήθηκε στα Χαρχαλιανά Κισάμου το 1884. Στην οικογένεια του βρίσκουμε μουσικές καταβολές, αφού και ο πατέρας του έπαιζε ερασιτεχνικά μαντολίνο και τραγουδούσε, αλλά και ο θείος του (από την πλευρά της μητέρας του) έπαιζε βιολί επαγγελματικά, ο γνωστός Φελεσογιάννης από τον Αερινό Κισάμου. Μάλιστα, ο Φελεσογιάννης ήταν και δάσκαλος του. Επίσης έμαθε βιολί δίπλα στον Παλιμέτη και στον Γιαννιούδη. Τα σημαντικότερα μαθήματα όμως ήταν ακουστικά, μιας κι εκείνη την εποχή ήκμαζαν σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως ο Ματζουράνας, ο Μανιατογιάννης, ο Καναρίνης, ο Καραγκιουλές κ.α. Ο Χάρχαλης πήρε πολλά παραδείγματα από όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, χωρίς όμως να τους μιμηθεί, με αποτέλεσμα το παίξιμο του να φέρει πέρα για πέρα την προσωπική σφραγίδα του. Δεν άργησε να βγεί στα γλέντια και να προκαλέσει τον θαυμασμό του κοινού. Η Κίσαμος ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει το ταλέντο του κι έτσι ο Χάρχαλης ξεκίνησε να παίζει σε όλες τις επαρχίες του νομού Χανίων και να διασκεδάζει χιλιάδες κόσμου. Ακόμα και σε χωριά του Ρεθύμνου έπαιξε (την περίοδο του μεσοπολέμου) τότε που τα μεταφορικά μέσα ήταν ανύπαρκτα. Σπάνιες οι ανάπαυλες του Χάρχαλη, αλλά κι όταν δεν είχε κάποιο γλέντι, όλο και έπαιζε προβάροντας διαφόρους σκοπούς. Αγαπημένοι του σκοποί, ο Χανιώτικος, ο Ενάντιος, ο Κακράπης, ο 1ος Καραγκιουλές. Τραγουδούσε εξαίσια για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, μάλιστα δέ, ήταν υψίφωνος και κούρδιζε το βιολί πολύ ψηλά, σύμφωνα με το τότε σύστημα ώστε να ακούγεται καλά, μιας και τα ηχητικά μηχανήματα ήταν ανύπαρκτα. Συνεργάτες του στα γλέντια, ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Βασίλης Σκευάκης, ο Καρεφυλλομανώλης, ο Στεφανής Λιονάκης κ.α. Μόνιμος συνεργάτης του στα σελινιώτικα γλέντια, ο ανεπανάληπτος Κλειναντώνης από την Παλαιόχωρα Σελίνου. Ο Χάρχαλης αν και είχε καλέσματα και προσκλήσεις να παίξει τόσο στην Αθήνα όσο και στην Αμερική (τον είχε προσκαλέσει ο Χαρίλαος Πιπεράκης) δεν αποχωρίστηκε ποτέ την αγαπημένη του Κρήτη, άλλωστε, πού να προλάβει; Για τον ίδιο λόγο και τον δισκογραφικό του έργο είναι πολύ μικρό εν συγκρίσει της αξίας του, μιας και τα πολυάριθμα γλέντια τον κρατούσαν "δέσμιο" του επαγγέλματος. Κατάφερε μόλις δύο φορές να ηχογραφήσει δύο δίσκους στα μέσα της δεκαετίας του '20 με αρχές του '30 μαζί με τον δεξιοτέχνη λαγουτιέρη Σταύρο Μαυροδημητράκη. Προκάλεσε όμως αίσθηση αυτή του η κίνηση τότε, ώστε πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν να μιμηθούν αυτή του την κίνηση. Θεωρείται δέ ίσως ο πρώτος Χανιώτης μουσικός που ηχογράφησε δίσκο εκείνα τα χρόνια(πλήν των Πιπεράκη και Καντέρη στην Αμερική). Μερικά από τα χαρακτηριστικά του ήταν ότι έλεγε την πρώτη στροφή της μαντινάδας σε ένα σκοπό και την δεύτερη σε άλλον σκοπό. Επίσης, σπανίως έπαιζε τον ίδιο σκοπό δεύτερη φορά στο γλέντι διότι το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο. Άφηνε πολλές φορές το πάλκο και κατέβαινε στα τραπέζια να σμίξει με τις παρέες που γλεντούσαν. Διαμόρφωνε τον σκοπό που έπαιζε ανάλογα με τον χορευτή και τις δεξιότητες αυτού. Μάλιστα, σε χορευτές που τους ήξερε καλά, έπαιζε και συγκεκριμένους σκοπούς. Ο Χάρχαλης έδινε μεγάλη έμφαση στα παλαιά κισαμίτικα συρτά, φοβόταν ότι κάποια μέρα θα χαθούν τα γνήσια ακούσματα και για αυτό τον λόγο συγκέντρωσε έναν μεγάλο αριθμό σκοπών που παίζονταν σκόρπια έως και την δεκαετία του '30 και τους έβαλε σε σειρές ανάλογα με την μουσική τους υφή και ακουστική, διατηρώντας τις γνήσιες πατρότητες. Με αυτό τον τρόπο δημιούργησε τις περίφημες "σειρές", η κάθε μία από 4 έως 5 σκοπούς συρτών. Στην μουσική μας παράδοση, μας άφησε δύο εκλεκτούς σκοπούς, τον Συρτό του Χάρχαλη ή Χαρχαλιανό και τον Θερισσιανό συρτό. Βέβαια, κατά δήλωση του ίδιου του Χάρχαλη, ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι ήταν συνθέτης αλλά απλά, έκανε διασκευές, "χαριτωσιές", σε παλαιότερους άγνωστους σκοπούς. Όπως και να'χει όμως, ακόμα και έτσι να είναι, τον τιμά ιδιαίτερα το γεγονός ότι παραδέχεται αυτά τα πράγματα, την στιγμή που μερικοί επιτήδειοι αυτοαποκαλούνται "συνθέτες" έχοντας αρπάξει τον κόπο άλλων. Άλλη κουβέντα αυτή βέβαια.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είχε προσθέσει άλλο ένα χαρακτηριστικό του Χάρχαλη. Δεν έπαιζε εγωιστικά κι άφηνε να ακούγεται το λαγούτο και πολλές φορές, να μπαίνει μπροστά από το βιολί. Στα συρτά μάλιστα κατά τον Κουτσουρέλη, ο Χάρχαλης δεν είχε το ταίρι του. Κι ένα άλλο χαρακτηριστικό: Ήταν πολύ κοινωνικός, φρόντιζε ας πούμε για τις δημόσιες σχέσεις, με αποτέλεσμα να αποκτά πολλούς και φανατικούς φίλους αλλά και πολυάριθμες κουμπαριές. Για την τότε νέα γενιά των καλλιτεχνών μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον Μαύρο, τον Ναύτη και τον Κουνέλη. Δεν κατηγόρησε κάποιον καλλιτέχνη προσωπικά, αν και συχνά υπονοούσε πώς με τον Μαριάνο είχανε κάποια "αντιπαλότητα" λόγω του συναγωνισμού που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, από προσωπική του δήλωση, θεωρούσε τον Μαριάνο ώς έναν αψεγάδιαστο βιολιστή. Η λαμπρή του πορεία διακόπηκε απότομα στα χρόνια της κατοχής λόγω του χαμού του γιού του. Αυτό τον έκανε να αποτραβηχτεί εντελώς από τα γλέντια και τις δημόσιες εμφανίσεις. Μετά από αρκετά χρόνια δέχτηκε να ξαναπιάσει στα χέρια του το αγαπημένο του όργανο, όμως όχι για να γλεντήσει τον κόσμο όπως παλιά, αλλά για να παίξει για τους φίλους, τους συγγενείς κι ίσως πιο πολύ, για τον ίδιο του τον εαυτό. Παρά τις πιέσεις, εμφανίστηκε ελάχιστες φορές ώς τιμώμενο πρόσωπο σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις. Στέκι του τότε, το καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη όπου μαζί έπαιζαν για την παρέα και τους φίλους. Δύο χρόνια πρίν πεθάνει, ηχογράφησε μαζί με τον Κουτσουρέλη και τον Μανώλη Γαλανάκη μερικές ερασιτεχνικές πομπίνες όπου παρόλη την ηλικία του, είχε παίξει συγκλονιστικά.
Ο Νικολής Χάρχαλης έφυγε από την ζωή το 1974 σε ηλικία ενενήντα ετών.


Νικόλαος Χάρχαλης - Αντώνης Κλεινάκης