Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ

Τα Τοπόλια Κισάμου


1928 - 2010

Από τους τελευταίους της "παλιάς σχολής" ήταν κι ο Μανώλης Πολυχρονάκης, ο οποίος έφυγε από την ζωή πρίν λιγες εβδομάδες. Γεννημένος στα Τοπόλια Κισάμου, εξάσκησε την τέχνη του βιολιστή για πολλά χρόνια, κυρίως με τον αδελφό του, τον σημαντικό λαγουτιέρη Μιχάλη Πολυχρονάκη, αλλά και με άλλους λαγουτιέρηδες όπως ο Βενιζέλος Κορκιδάκης κ.α. Συμμετείχε στις δισκογραφικές δουλειές του αδελφού του Μιχάλη και φημιζόταν για το πραγματικά παλαιϊκό του παίξιμο.

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΟΡΚΙΔΑΚΗΣ

Μερική άποψη του Βουλγάρω Κισάμου.



1936 - 1993

Πάνε αρκετά χρόνια από την ημέρα που έφυγε πολύ ξαφνικά από την ζωή ο Βενιζέλος. Καλός λαγουτιέρης, υπόδειγμα χαρακτήρα. Γεννήθηκε στο Μουρί, οικισμό που ανήκει στην πρώην κοινότητα Βουλγάρω Κισάμου. Εκεί πρωτόπιασε το λαγούτο και μαζί με τον συγχωριανό του βιολιστή, τον Αν.Κλειδουχάκη, βγήκε στα γλέντια. Έπαιξε όμως και με άλλους βιολιστές, όπως ο Μάμας Ηλιάκης από τις Στροβλές, ο Μιχ.Κουνέλης, ο Δημ.Χριστοφοράκης, ο Μαν.Πολυχρονάκης κ.α. Καλός συνοδός, απλό και στρωτό παίξιμο. Ερασιτεχνικά έπαιζε ώς επι το πλείστον, γιατί η κύρια του δουλειά ήταν η υποδηματοποιϊα, είχε φτιάξει μάλιστα μια μικρή βιοτεχνία στο Βουλγάρω όπου και διέμενε μόνιμα. Έπαιξε σε όλα τα πανηγύρια του χωριού, ακόμα μέχρι το Σέλινο. Άφησε αγαθή μνήμη και ήταν αγαπητός από όλους.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΛΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΙΣΑΜΟΥ




Η λύρα σήμερα, είναι το πιο αναγνωρίσιμο όργανο της κρητικής μουσικής. Έχουν περάσει κατά καιρούς, αξιόλογοι και σπουδαίοι καλλιτέχνες που χειρίστηκαν αυτό το όργανο με μοναδική δεξιοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την δεκαετία του '50 και έπειτα, μετά από κάποιες προσπάθειες μερικών μουσικολόγων και λαογράφων, η λύρα απέκτησε έναν σχεδόν παγκρήτιο χαρακτήρα, συμβολίζοντας την κρητική μουσική με αυτήν.
Δεν είναι βέβαια επί τους παρόντος να κρίνουμε αν αυτό ήταν και είναι σωστό ή όχι, ούτε και να αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους παραγκωνίστηκαν κάποια άλλα όργανα πρός όφελος της λύρας.
Τι γίνεται όμως στην επαρχία Κισάμου του νομού Χανίων και ποιόν ρόλο έχει παίξει η λύρα όλα αυτά τα χρόνια.
Από όλες τις μαρτυρίες (γραπτές και προφορικές), καθώς και από τα όποια ντοκουμέντα που έχουν διασωθεί και ερευνηθεί από διεθνούς φήμης μουσικολόγους αλλά και τοπικούς λαογράφους, η λύρα τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου ήταν σχεδόν άγνωστη στην ευρεία περιφέρεια της Κισάμου. Η λαϊκή μνήμη δεν έχει διασώσει κάποιο όνομα σημαντικού λυράρη στην επαρχία Κισάμου, τουλάχιστον μέχρι το 1850. Σίγουρα υπήρξαν κάποιοι που έπαιζαν λύρα, όμως δεν είχαν καθιερωθεί ώς "επαγγελματίες" και δεν έχει μείνει ούτε προφορική, ούτε γραπτή μαρτυρία του έργου τους. Το όργανο που έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο,ήταν το βιολί, είτε στην πρώτη-πρωτόγονη μορφή του, είτε κατόπιν στην πιο εξελιγμένη. Οι συνθέτες των κρητικών συρτών, που έως τις αρχές του 20 αιώνα ήταν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ Κισαμίτες(πλήν του Βουρογιάννη από την Μονή Σελίνου), έπαιζαν όλοι βιολί. Ήδη, από το 1750 που σηματοδοτείται το ξεκίνημα του συρτού με την μορφή που τον γνωρίζουμε σήμερα, αυτοί που απέδιδαν συρτά και συνέθεσαν επίσης μελωδίες συρτών, ήταν βιολιστές. Η λύρα δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνιση της, σε καμία μορφή. Μαρτυρίες για την μεμονωμένη ύπαρξη της λύρας στην Κίσαμο, αρχίζουμε να έχουμε από το 1860 κι έπειτα. Η λύρα όμως έπαιζε έναν άλλο ρόλο από αυτόν που γνωρίζουμε σήμερα. Τον ρόλο του μαθησιακού οργάνου. Δηλαδή, λόγω του ότι τα βιολιά ήταν σχετικώς ακριβά όργανα, οι περισσότεροι που θέλανε να μάθουνε βιολί, ξεκινούσανε με λύρα(τις περισσότερες φορές, αυτοσχέδιες λύρες) και όταν μαθαίνανε τα βασικά, αγόραζαν κάποιο καλό βιολί (μαρτυρίες των Ν.Χάρχαλη, Γ.Μαριάνου, Βασ.Κοπανίδη, Κων/νου Κουνελάκη, Εμμ.Φαντάκη). Επίσης, πολύ συχνά, η λύρα έπαιζε τον ρόλο του συνοδευτικού οργάνου δίπλα στο βιολί, δηλαδή, πρίμο το βιολί και σεγόντο η λύρα. Ο πρώτος ονομαστός λυράρης με εκτενή δράση στα μουσικά δρώμενα της Κισάμου, ήταν ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης από τα Μαρεδιανά Κισάμου, ο οποίος άκμασε προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, μερικές φορές, πρίν ο ίδιος καθιερωθεί, έπαιζε δίπλα στον Κουνελοκωστή με την λύρα του ώς συνοδεία. Τα λαγούτα μέχρι τα μέσα πρός τέλη του 19ου αιώνα σπάνιζαν. Ένας σημαντικός παράγοντας επίσης που δεν επέτρεψε την ένταξη της λύρας στην μουσική της Κισάμου, ήταν οι περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες της. Στην περιοχή αυτή που δέσποζαν(και δεσπόζουν ακόμα) τα δαιδαλώδη συρτά, το πεντοζάλι, η γιτσικιά σούστα, η λύρα δεν μπορούσε να αποδώσει στο 100% τις μελωδίες αυτές, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι καλλιτέχνες να μην ασχολούνται με αυτό το όργανο. Όσο και καλός να ήταν ο χειριστής της λύρας, σε κάποια σημεία το όργανο "εχανε" την απόδοση, με αποτέλεσμα οι σκοποί να παίζονται πιο απλά, πιο λιτά, χάνοντας έτσι κάποια σημαντικά στοιχεία της μουσικής δομής τους. Επίσης, άλλος ένας σημαντικός καλλιτέχνης, ο Ιωαν.Φελεσάκης, στα πρώτα του βήματα έπαιζε λύρα, όμως την εγκατέλειψε διότι δεν μπορούσε να αποδώσει σωστά τις μελωδίες του συρτού.
Άκόμα είναι άγνωστο με ποιόν τρόπο έφτασε η λύρα στην Κίσαμο, αν και υπάρχουν μερικές τοποθετήσεις κατά το παρελθόν που αναφέρονται στην είσοδο της λύρας μέσω των μουσουλμάνων υπηκόων, ή μέσω των επαναστάσεων, όταν οι Κισαμίτες ήρθαν σε επαφή με άλλους επαναστάτες από διάφορα μέρη που υπήρχε ήδη η λύρα.
Μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και του 'Β παγκοσμίου πολέμου, η λύρα σπάνιζε στην Κίσαμο και συναντιόταν ελάχιστα, εν συγκρίσει με το βιολί και το λαγούτο. Από την εποχή όμως που άρχισαν μερικοί Κισαμίτες λαγουτιέρηδες να συνεργάζονται με λυράρηδες του Ρεθύμνου και κυρίως, από το '55 κι έπειτα που ο Σίμων Καρράς, τότε υπεύθυνος του ΕΙΡ, απαγόρεψε με μια απαράδεκτη διαταγή να παίζεται κρητική μουσική με βιολί, η λύρα άρχισε να εισχωρεί δειλά δειλά στην Κίσαμο. Ο Κώστας Μουντάκης, λόγω της συνεργασίας του τότε με τους Αφους Κουτσουρέλη, ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιξε πιο εκτενή στα κισαμίτικα γλέντια την δεκαετία του '50.
Η λύρα άρχισε να εισχωρεί ευρύτερα στα μουσικά πράγματα της περιοχής κυρίως από την δεκαετία του '70 και μετά, λόγω του ότι οι βιολιστές ήταν παραγκωνισμένοι και είχαν υποστεί μια "κοιλιά" όσον αφορά την δράση τους. Αν και το μουσικόφιλο κοινό της Κισάμου προτιμούσε το βιολί, καθώς είχε γαλουχηθεί μουσικά με αυτό το όργανο, μερικοί θέλησαν να φέρουν την λύρα και να αντικαταστήσουν το βιολί, πράγμα όμως που παρόλες τις "ενέργειες" τους, δεν απέφερε το επιθυμητό για αυτούς αποτέλεσμα. Βέβαια, παρουσιάστηκαν ντόπιοι λυράρηδες, μερικοί εκ των οποίων σήμερα είναι αξιότατοι δεξιοτέχνες και σταδιοδρομούν στην κρητική μουσική, οι βιολιστές όμως συνεχίζουν να κρατούν επάξια το όργανο των προγόνων τους και να πρωταγωνιστούν στα μουσικά δρώμενα της επαρχίας, αλλά και του νομού Χανίων γενικότερα.
Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι πριν την δεκαετία του '50 δεν υπήρχε κανένας απολύτως διαχωρισμός οργανών, όλα ήταν αποδεκτά και αγαπητά από τον κόσμο. Με τις ενέργειες όμως πρώτα του Σιμ.Καρρά και κατόπιν των συνεργατών του, μερικοί εκ των οποίων συνεχίζουν αυτή την "πολιτική" μέχρι και τις μέρες μας, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πρόβλημα ανάμεσα στους καλλιτέχνες, με τοπικιστικές εξάρσεις, κι είχε ώς αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια άδικη διαμάχη μεταξύ των βιολιστών και των λυράρηδων, καθώς και μεταξύ των ερευνητών για το ποιό όργανο είναι το παλαιότερο και καταλληλότερο να εκτελεί την κρητική μουσική.

ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΟΥΝΕΛΑΚΗΣ - ΚΟΥΝΕΛΟΚΩΣΤΗΣ




1872 - 1968

Παλιός βιολιστής ο Κουνελοκωστής, από τους καλύτερους δεξιοτέχνες που άκμασαν στα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στον Γαλουβά Λουσακιών Κισάμου, όμως σε νεαρή ηλικία μετοίκησε με την οικογένεια του στα Καρφιανά. Βιολιστής υψηλού επιπέδου, μαθητής του παλαιού καλλιτέχνη, του Γιανν.Αντωνογιαννάκη ή Ματζουράνα. Λέγεται όμως ότι πήρε και 2-3 μαθήματα από τον Στεφ.Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο τον 'Γ. Επίσης, ήταν καλλίφωνος τραγουδιστής και ανεκδοτολόγος. Για την εποχή εκείνη μπορούμε να πούμε ότι ήταν "επαγγελματίας", μιας και η μουσική ήταν η κύρια του ασχολία. Συνεργάστηκε με πλήθος λαγουτιέρηδων, πιο στενά όμως με τον Αντρέα Κουτσουρέλη. Αρκετές φορές όμως έπαιζε μαζί με άλλο βιολί, ή, με λύρα, πρίμο-σεγόντο. Καλός στις δημόσιες σχέσεις, είχε πάντα γλέντια. Στην κατοχή του είχε ένα παμπάλαιο βιολί "Στραντιβάριους" ανεκτίμητης αξίας, το οποίο είχε αγοράσει από τους Κιώρους. Όμως, η κακή του χρήση (οι παλιοί έλεγαν ότι στα γλέντια το γέμιζε κρασί και έπινε από τις τρύπες του οργάνου) κατέστησε αυτό το όργανο σχεδόν ακατάλληλο και μετά από κάποια επισκευή στα Χανιά, χάθηκαν τα ίχνη του. Ο Κουνελοκωστής, μετέδωσε την τέχνη του και τις μουσικές του γνώσεις στον γιό του, τον αείμνηστο Μιχάλη Κουνέλη. Επίσης, στα γλέντια του ξεκινούσε πάντα με τα Κοτσιανά συρτά του Φαντομανώλη. Έζησε σχεδόν έναν αιώνα, έκ του οποίου, 60 περίπου χρόνια μουσικής δράσης.

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΚΕΥΑΚΗΣ





1912 - 1992

Τεχνίτης λαγουτιέρης από τα Τρία Αλώνια Κισάμου. Ο Βασίλης Σκευάκης ήταν από τους καλύτερους δεξιοτέχνες-πριμαδόρους λαγουτιέρηδες της γενιάς του. Αλλά και σαν τραγουδιστής, ήταν θαυμάσιος. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Νικ.Χάρχαλης τον είχε ξεχωρίσει ανάμεσα σε τόσους εκείνη την εποχή. Μαζί συνεργάστηκαν για αρκετά χρόνια. Επίσης, ο Βασίλης Σκευάκης έπαιξε και με άλλα περίφημα βιολιά της περιοχής. Η πιο δραστήρια περίοδος του ήταν από την δεκαετία του '30, μέχρι την δεκαετία του '50. Μετέπειτα, έφυγε για την Αθήνα, όπου πλέον έπαιζε ώς επι το πλείστον ερασιτεχνικά.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΚΗΣ

Η φανταστική θέα από τα Σημαντηριανά.
Άποψη από τα Σημαντηριανά Κισάμου



1913-1993

Εξαίρετος βιολιστής από τα Σημαντηριανά Κισάμου. Μικρή γειτονιά ανέκαθεν τα Σημαντηριανά, άνηκαν στην πρώην κοινότητα Κεφαλίου, στα Εννιά Χωριά. Σήμερα δυστυχώς το χωριό είναι ακατοίκητο, ευτυχώς όμως ήδη μερικοί αρχίζουν και αναπαλαιώνουν τις πατρογονικές οικίες τους. Ο Θοδωρής Σημαντηράκης έπαιζε από έφηβος σχεδόν στα γλέντια της περιοχής. Μαθητής και ανηψιός του παλαιού βιολιστή Ιωαν.Φελεσάκη ή Φελεσογιάννη από τον Αερινό (Η μητέρα του Θοδωρή ήταν πρώτη εξαδέλφη του Φελεσογιάννη). Ο Αερινός από τα Σημαντηριανά είναι περίπου μια ώρα περπάτημα από το μονοπάτι. Εκεί πήγαινε ο Θ.Σ. για να μάθει την τέχνη του βιολιού. Επίσης όμως πήρε και 2-3 μαθήματα από τον Ν.Χάρχαλη, με τον οποίο ήσαν δευτεροξάδερφα. Ο Θοδωρής Σημαντηράκης για αρκετά χρόνια δέσποζε στα εννιαχωριανά γλέντια, από την Λίμνη και το Κούνενι, μέχρι τον Κάμπο και το Σφηνάρι. Αλλά και στα σελινιώτικα χωριά έπαιξε. Στα λαγούτα είχε μαζί του ώς επι το πλείστον τον Δημ.Χαρτζουλάκη από τον Κάμπο. Έπαιξε όμως και με αρκετούς άλλους λαγουτιέρηδες. Δυστυχώς, δεν άφησε δισκογραφικό έργο, αν και πολλοί ήταν αυτοί που τον παρακινούσαν να πάει να γράψει δίσκο. Και κάτι επίσης σημαντικό για την μουσική του τεχνική: Μπορούσε να παίζει και να τραγουδάει συγχρόνως χωρίς να χάνει τα μουσικά μέτρα.
Δημιούργησε μια αξιόλογη οικογένεια και ο γιός του, ο Βασίλης, διαπρέπει στο διπλωματικό σώμα, καθώς έχει διατελέσει πρέσβης της χώρας μας στην Χιλή.
Παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια, οι παιδικές μου αναμνήσεις από τον μπαρμπα-Θοδωρή είναι νοσταλγικές. Από τους ανθρώπους που δύσκολα τους ξεχνάς.

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΡΤΣΑΛΑΚΗΣ






Ο μεγάλος αυτός "υπηρέτης" της υποκριτικής τέχνης γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '50 στα Καλουδιανά Κισάμου. Γόνος πολυμελούς οικογένειας, στερήθηκε την μητρική φροντίδα, αφού ορφάνεψε πολύ μικρός. Τα χρόνια τότε, φτωχά, όπως έχει πεί πολλές φορές κι ο ίδιος. Διέξοδος του τότε...οι γιορτές. Όπου γινόταν τραπέζι, πρώτος και καλύτερος κι ο Γιώργος και τραγουδούσε με τις παρέες. Του άρεσε τότε πολύ και συνεχίζει και τώρα να του αρέσει το κρητικό τραγούδι. Στα 18 του ανέβηκε στην Αθήνα. Γράφτηκε στην δραματική σχολή του Πέλλου Κατσέλη, χωρίς ο ίδιος να ξέρει τι θα επακολουθήσει, μιας και κανείς δεν του είχε κολλήσει το "μικρόβιο" της υποκριτικής. Αποφοίτησε από την σχολή το 1973. Πρώτη εμφάνιση την ίδια χρονιά στο Κλασικό Θέατρο Ρόδου στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή. Σπουδαίες παραστάσεις στην συνέχεια, αλλά και σπουδαίες ερμηνείες στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, στις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, (με Οιδίποδα τον μεγάλο ηθοποιό Αλέξη Μινωτή που ήταν και το κύκνειο άσμα του), στις «Βάκχες» του Ευριπίδη, στις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, «Βασιλιάς Λήρ» του Σαίξπηρ, «Πατέρας» του Στρίντμπεργκ, «Η σονάτα των φαντασμάτων» του Στρίντμπεργκ, «Εξορία» του Μάτεση, «Ματς» του Μανιώτη, «Ψάθινο καπέλο» του Λαμπίς, «Μαλλιά κουβάρια» του Λάσκαρη, «Η Δολοφονία του Μαρά» του Πέτερ Βάϊς, «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ, «Μαχαίρι στο κόκαλο» του Μουρσελά, «Οι τρεις αδελφές» του Τσέχωφ, «Ληστές» του Σίλερ και η τελευταία του παράσταση στο Εθνικό Θέατρο ήταν στο Ηρώδειο με τους «Ιππής» του Αριστοφάνη, στο ρόλο του Παφλαγόνα. Το μέλλον ήταν λαμπρό γι'αυτόν. Οι επιτυχίες στο θέατρο αλλά και στην τηλεόραση συνεχίζονται μέχρι σήμερα και ο Γιώργος Παρτσαλάκης δίνει σε κάθε παράσταση, πραγματικό ρεσιτάλ. Άνθρωπος της παρέας, με σεβασμό στον τόπο καταγωγής του, ποτέ δεν ξέχασε τις ρίζες του και συνεχίζει να επισκέπτεται ανα τακτά χρονικά διαστήματα την γενέτειρα του, τα Καλουδιανά.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΝΤΟΥΡΑΚΗΣ, ΕΝΑΣ ΓΝΗΣΙΟΣ ΚΙΣΑΜΙΤΗΣ




Ο Αντώνης Μπαντουράκης είναι μια άξια μορφή της Κισάμου. Άνθρωπος με αισθήματα, με μεράκι, με αγάπη για τον τόπο που γεννήθηκε. Εδώ και αρκετά χρόνια ζεί στην Αθήνα, όπου και δραστηριοποιείται στον χώρο της κρητικής διασκέδασης και κρητικής μαγειρικής. Γεννήθηκε στο Έλος Κισάμου και μεγάλωσε με τα εννιαχωριανά βιώματα, τα οποία ακόμα κυκλοφορούν στο αίμα του. Μερακλής χορευτής με μοναδική δεινότητα στα ταλίμια του, ξεχωρίζει για την ανδροπρεπή στάση του όταν χορεύει. Διατηρεί εδώ και χρόνια στην Αθήνα το κρητικό κέντρο "Ομαλός", το οποίο παρέλαβε από τον πεθερό του, τον Μανώλη Πατεράκη από τα Σκουλουδιανά Κισάμου. Παραδοσιακό στέκι ο "Ομαλός" εδώ και δεκαετίες με πλήθος καλλιτεχνών να έχουν περάσει από το πάλκο του. Ο Αντώνης Μπαντουράκης, είναι ο μοναδικός επιχειρηματίας που δίνει "βήμα" στους ντόπιους κισαμίτες καλλιτέχνες. Λατρεύει το βιολί, τα συρτά, την κισαμίτικη μουσική και συνεχώς, προάγει τα μουσικά και πολιτιστικά δρώμενα του τόπου του. Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι έχει βοηθήσει κατά καιρούς, πολλούς νέους μουσικούς και χορευτές ώστε να αναδειχθούν. Και βέβαια, μάστορας στο πιλάφι και στο βραστό, δίνει πάντα το παρόν-όποτε του ζητηθεί-σε οποιαδήποτε εκδήλωση με μοναδικές "τελετουργικές" γαστριμαργίες.
Ένας άνθρωπος ασφαλώς που πρεσβεύει και τιμά τον τόπο του, σήμερα που μερικοί παραμένουν εμπορικά...γραφικοί.

Να'σαι πάντα καλά Μπαντούρη!

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ - ΤΣΙΛΑΡΙΔΗΣ


Τα Νοχιά Κισάμου


Ο παλαιός αυτός βιολιστής γεννήθηκε στα Νοχιά Κισάμου, στο όμορφο αυτό κεφαλοχώρι, στα τέλη του 19ου αιώνα. Δυστυχώς, δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες για το βιογραφικό του, όμως γνωρίζουμε κάποια πράγματα από μαρτυρίες του Νικ.Χάρχαλη και του Κωστή Παπαδάκη ή Ναύτη.
Συγκεκριμένα, παραθέτουμε μαρτυρία του Νικ.Χάρχαλη όπως διεσώθει στην συνέντευξη που του πήρε ο Ιωαν.Παπαδάκης το 1970:

"[...] Ήτονε κι ο Τσιλαρίδης ο Νίκος από τα Νοχιά, έπαιζε καλό βιολί και είχε δείξει και πέντε πράματα του Σιδερωμανώλη μια φορά. Τον θυμούμαι κι έπαιζε κάθε χρόνο με τον Μπέρτη στου Άη Γιώργη στα Πλακάλωνα και με τον Παπαδογιώργη στη Σπηλιά, είχε βγάλει κι ένα σκοπουλάκι δικό του κι είχε κάνει ντόρο [...] "

Από αυτή την μαρτυρία καταλαβαίνουμε ότι ήταν σημαντικός καλλιτέχνης για εκείνα τα χρόνια. Ο Ναύτης δίνει την περίοδο ακμής του από το 1910 έως και το 1940 περίπου και από δική του μαρτυρία είχε πεί :

"Δεν ήταν καλλίφωνος, έπαιζε όμως στρωτό βιολί, εγώ δεν τον πρόλαβα στα πολύ καλά του, ο πατέρας μου όμως τον γνώριζε καλά".

Ο Νικ.Αποστολάκης ή Τσιλαρίδης, είχε συνθέσει το 1922 περίπου τον δικό του συρτό. Έναν συρτό εντυπωσιακό, λεβέντικο. Τον Νοχιανό συρτό, ο οποίος διασκευάστηκε κατόπιν από τον Χαρίλ.Πιπεράκη στην 2η ενότητα του "Λουσακιανού" που είχε ηχογραφήσει στην Αμερική, όπως επίσης είχε διασκευαστεί και αποτέλεσε την βάση για τον "Περβολιανό συρτό" του Ρεθυμνιώτη λυράρη Εμ.Λαγού.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΩΣΤΗΣ ΓΟΥΒΕΡΑΚΗΣ


Σε φιλικό συνταίριασμα με τον Γιώργη Κουτσουρέλη
(Οι φωτογραφίες προέρχονται από το blog των Παλαιών Ρουμάτων)


1902 - 1993

Σπουδαίος βιολιστής από τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου. Ο Γουβερόκωστας-όπως τον έλεγαν-σφράγισε με την παρουσία του τα μουσικά δρώμενα του χωριού του για πολλές δεκαετίες. Καλό παίξιμο, της σχολής "Χάρχαλη", μιας και ήταν φανατικός θαυμαστής του θρυλικού βιολάτορα, έπαιξε σε όλη την έκταση των Παλαιών Ρουμάτων, αλλά και στα γύρω χωριά, ακόμα και στο Σέλινο. Καλός χαρακτήρας, εξάσκησε την τέχνη του οργανοπαίκτη και για βιοποριστικούς λόγους διότι προερχόταν από φτωχή οικογένεια. Τα αδέλφια του, Γιώργης και Σταμάτης ήταν κι αυτοί εξαίρετοι μουσικοί. Ο Γουβερόκωστας έπαιξε μαζί με τον αδελφό του, τον Σταμάτη, με τον Στεφανή Λιονάκη και με άλλους πολλούς λαγουτιέρηδες. Καλός στα συρτά, αλλά καλός και στην γιτσικιά(ρουμαθιανή)σούστα. Σε φιλικά γλέντια, έπαιξε και με τον Γιώργη Κουτσουρέλη. Και κάτι άλλο σημαντικό: Δεν έπαιξε σχεδόν ποτέ σε γλέντια με μηχανήματα και μεγάφωνα, έλεγε μάλιστα ότι τα μεγάφωνα αλλοιώνουν το βιολί. Σήμερα, οι περισσότεροι νέοι Ρουματιανοί καλλιτέχνες, είτε είναι βιολιστές, είτε λυράρηδες, έχουν τον Γουβερόκωστα ώς παράδειγμα προς μίμηση.