Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Μουσικές και εν μέρει χιουμοριστικές ιστορίες νοσταλγικών εποχών που έχουν διασωθεί από τους παλαιοτέρους και έχουν φτάσει ώς τις μέρες μας

1)
Δεκαετία του '70, γαμήλιο γλέντι σε χωριό της ορεινής Κισάμου. Έπαιζε ο Μιχάλης Κουνέλης και ήδη το κέφι είχε ανάψει. Να πούμε όμως, ότι τα περισσότερα ρίφια που προορίζονταν για το τραπέζι ήταν....κλεμμένα. Αυτό βέβαια, το γνώριζε καλά ο Κουνέλης. Σε κάποια φάση λοιπόν άρχισε να ψιχαλίζει και ο πατέρας της νύφης τρέχει προς τον Κουνέλη και του κάνει "Μιχάλη, συνέχισε μωρέ να παίζεις για να μην φύγει ο κόσμος και να καθήσει να φάει γιατί δεν κατέω τι διάολο να τα κάνω τόσανα κρέατα που'χω και θα τα πετάξω κι είναι αμαρτία". Και του απαντά ο Κουνέλης με αφοπλιστικό τρόπο..: "Γιάντα μωρέ σε νοιάζουνε τα κρέατα, πλερωμένα τα'χεις;"

2)
Δεκαετία του '90 σε τοπικό αθηναϊκό κανάλι που είχε κρητική εκπομπή, ήταν καλεσμένος ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης. Ο παρουσιαστής, που προφανώς είχε μαύρα μεσάνυχτα του τι εστί Ναύτης, παρακάλεσε τον κόσμο να παίρνει τηλέφωνο ζωντανά και να κάνει τις δικές του παραγγελίες στον Ναύτη. Παίρνει λοιπόν ένας, του παραγγέλνει να παίξει το "Δάκρυ", το παίζει ο Ναύτης. Παίρνει άλλος ένας, του παραγγέλνει να παίξει τον Βατολακιανό, τον παίζει ο Ναύτης. Παίρνει και κάποια γυναίκα λοιπόν και λέει του Ναύτη "μου αρέσετε πολύ και σας θαυμάζω και είστε γνήσιος και θα ήθελα να μου παίξετε κάτι". Της απαντά ο Ναύτης "σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, παρακαλώ, ότι θέλετε ζητήστε μου".
Και του κάνει αυτή "θέλω να μου παίξετε τα Δώρα του Καρπουζάκη-Κακλή".
Και απαντά ο Ναύτης: "Ούτε δώρα παίζω εγώ, ούτε αντίδωρα, αμα θέλετε να σας παίξω κανα κρητικό, ευχαρίστως" !

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

ΜΑΡΚΟΣ ΡΕΝΙΕΡΗΣ




Ταλαντούχος και δεξιοτέχνης μουσικός του βιολιού. Ανήκει στην νέα γενιά που σταδιοδρομεί στα μουσικά μονοπάτια της Κρήτης με μεγάλη επιτυχία. Κατάγεται από τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου και από μικρός ξεκίνησε να παίζει, μαθητεύοντας για ένα διάστημα κοντά στον Μιχ.Κουνέλη αλλά και σε άλλους δασκάλους. Θεωρείται ώς ένας από τους δεινότερους εκτελεστές με μεγάλη γκάμα παλαιών κισαμίτικων συρτών, τους οποίους γνωρίζει σύμφωνα με τις γνήσιες ονομασίες τους. Τα τελευταία χρόνια "ζυγιάζει" μαζί με τον λαγουτιέρη Γιάννη Πολυχρονάκη και έχουν από κοινού εμφανιστεί τόσο στην Κρήτη, όσο και στο εξωτερικό με μεγάλη επιτυχία. Δισκογραφικά έχει παρουσιάσει δύο δουλειές μαζί με τον Γ.Πολυχρονάκη.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΤΖΟΥΓΑΝΑΚΗΣ




Ο Περικλής Τζουγανάκης ανήκει στην γενιά των καλλιτεχνών που διδάχτηκαν το βιολί από τον αείμνηστο Μιχ.Κουνέλη την δεκαετία του '80. Μόλις 11 χρονών πήρε ο Περικλής τα πρώτα του μαθήματα από τον μεγάλο δάσκαλο για να εξελιχθεί σιγά σιγά σε έναν καλό χειριστή του οργάνου. Γεννημένος στο Καστέλλι Κισάμου, όπου και κατοικεί μέχρι και σήμερα, έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στην περιοχή αυτή μαζί με βετεράνους λαγουτιέρηδες όπως ο Μαν.Καρτσώνης, ο Πέτρος Καρμπαδάκης κ.α. Είναι σημαντικό να πούμε ότι στα πρώτα του βήματα, ο Περικλής έπαιζε με ένα περίτεχνο "κουνελίστικο" ύφος, το οποίο όμως κατόπιν το άφησε για να εξελίξει τον ήχο του και να μπορέσει με το δικό του στύλ να βγεί έξω από τα στενά όρια του νομού Χανίων. Δισκογραφικά έχει παρουσιάσει δύο προσωπικές δουλειές και έχει συνεργαστεί με αξιόλογους μουσικούς του λαγούτου και όχι μόνο. Δυναμική η παρουσία του στους νομούς Ρεθύμνου και Ηρακλείου, αλλά και στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Βέβαια, έχει κατακριθεί από πολλούς διότι έχει ξεφύγει από το παραδοσιακό μουσικό ύφος της Κισάμου, σίγουρα όμως έχει καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια της παρουσίας του να προωθήσει το βιολί εκτός Χανίων και μάλιστα, με μεγάλη επιτυχία.

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΧΑΡΧΑΛΗΣ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ '30




Άπό το άρθρο του Γ.Δασκαλάκη που δημοσιεύτηκε το 1987 στον τοπικό τύπο. Από το αρχείο του Βαγγέλη Παπαδάκη.

=============================================

Αν και πέρασαν τόσα χρόνια, η παιδική ματιά μου δεν θάμπωσε την μνήμη όλων όσων έζησα εκείνο το καλοκαίρι του ’32 στο Ρέθυμνο. Πανηγύρια, γλέντια, μουσική και τραγούδια, όλα όσα μας λείπουν σήμερα, στην Ελλάδα της νέας εποχής και της Ε.Ο.Κ. Παραθερίζαμε τότε στο πατρικό σπίτι του πατέρα μου στην καρδιά του Ρεθύμνου και λόγω του ότι ο πατέρας μου είχε πολλούς φίλους, σχεδόν καθημερινά ήμασταν καλεσμένοι και σε κάποιο σπίτι, σε κάποιο γλέντι.
Ένας οικογενειακός μας φίλος έκανε μεγάλο τραπέζι λόγω του πανηγυριού του Αγίου Παντελεήμονα στο Άδελε και μας είχε καλέσει. Εμείς βέβαια ήμασταν μεγάλη οικογένεια και η μετακίνηση ήταν κάπως δύσκολη εκείνα τα χρόνια, όμως βρήκαμε τρόπο και από την παραμονή το πρωί ήμασταν στο πανέμορφο αυτό χωριό. Εγώ, σε ηλικία δέκα ετών, η μεγάλη μου αδελφή στα δεκαπέντε της και ο μικρός μας αδελφός στα επτά του χρόνια. Θυμάμαι με πόση ανυπομονησία περιμέναμε να στηθούν τα τραπέζια και να αρχίσουν τα όργανα. Βέβαια, όλα αυτά τα γεγονότα που κατέγραψε η παιδική μου ματιά, τα διηγιόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου με θαυμασμό. Ξάφνου, ακούσαμε φωνές και είδαμε μια μεγάλη παρέα να έρχεται και να προπορεύονται δύο άλογα. Στα άλογα πάνω ήταν οι δύο περίφημοι οργανοπαίχτες, ο Χάρχαλης και ο Μαυροδημητράκης. Λεβέντες, ντυμένοι με γκυλότες και στιβάνια. Ο Χάρχαλης ήταν ο καλύτερος βιολιστής του νομού Χανίων κι ίσως και ολόκληρης της Κρήτης εκείνη την εποχή. Η φήμη του, έφτανε μέχρι τα χωριά του Ρεθύμνου. Ο Χάρχαλης, από ότι μάθαμε, έπαιζε σε ένα μεγάλο γαμήλιο γλέντι στην Αργυρούπολη και εκεί τον βρήκανε μερικοί μερακλήδες Αδελιανοί και τον έφεραν στο πανηγύρι. Έκανε μεγάλη εντύπωση του πατέρα μου ότι, αν και μετά από τρείς κοπιαστικές μέρες γλεντιού ο Χάρχαλης ήταν ορεξάτος, χαμογελαστός και πεντακάθαρος! Κι έπειτα, άρχισαν να παίζουν. Οι μελωδίες γέμισαν τον αδελιανό αγέρα, τα τραγούδια έφτασαν μέχρι την κορυφή του Ψηλορείτη. Ο Χάρχαλης έπαιζε με μοναδικό τρόπο το βιολί του και η γλύκα του οργάνου του, γέμιζε τις ψυχές μας. Δίπλα του, ο λαουτιέρης Σταύρος Μαυροδημητράκης, τον συνόδευε υποδειγματικά με εξαίσιες πενιές, από αυτές που πραγματικά σε κάνουν να σηκωθείς και να χορέψεις μέχρι τελικής πτώσεως. Το γλέντι συνεχιζόταν με μεγάλη διάθεση και ο κόσμος διασκέδαζε ευχαριστημένος από την εξαίσια μουσική, παρόλο που πρέπει να τονίσω ότι εκείνη την εποχή, οι κισσαμίτικοι σκοποί και χοροί δεν ήταν ευρέως διαδεδομένοι στον νομό Ρεθύμνης. Πιο πέρα έπαιζαν οι δύο ταλαντούχοι και νέοι για την εποχή καλλιτέχνες, ο Μανώλης Σταγάκης, ο εξαίσιος αυτός οργανοποιός, κι ο Σταύρος Ψύλλος, ο αείμνηστος λαουτιέρης. Μα αλίμονο, ο κόσμος είχε τρέξει να ακούσει τον Χάρχαλη και έτσι λοιπόν, ελάχιστοι ήταν αυτοί που κάθισαν στην μεριά τους. Κι εκεί φανερώθηκε το μεγαλείο του χαρακτήρα του Χάρχαλη. Μετά το γλέντι, τους πλησίασε, τους κέρασε και είπε «Βρε κοπέλια, ελάτε να παίξετε σε ένα γλέντι στην Κίσσαμο να βγάλετε κι ένα χαρτζιλίκι γιατί εγώ δυστυχώς δεν προλαβαίνω να πάω». Αυτοί με χαρά αποδέχτηκαν την πρόκληση του Χάρχαλη και μάλιστα, ο ίδιος ο Ψύλλος έλεγε κατόπιν του πατέρα μου ότι ο Χάρχαλης ήταν πραγματικός άρχοντας. Το γλέντι κράτησε αρκετές ώρες, μέχρι που ήρθε η ώρα να επιστρέψουν οι καλλιτέχνες στην Κίσσαμο. Ο κόσμος τους περικύκλωσε, δεν τους άφηνε να φύγουν, μερικοί άλλοι τους καλούσαν να πάνε να παίξουν στα σπίτια τους κι ο Χάρχαλης, πάντα χαμογελαστός, αποκρινόταν σε όλους και έλεγε «Σε άλλη στρατιά θα ξανασμίξουμε». Δυστυχώς, δεν αξιώθηκα να τον ακούσω ξανά σε κάποιο γλέντι, δεν έμαθα αν ξαναήρθε στο Ρέθυμνο, αν και στην Αθήνα μετέπειτα πήγα και γνώρισα τον συνεργάτη του, τον Σταύρο Μαυροδημητράκη, με τον οποίο διατηρώ ακόμα και σήμερα φιλικές σχέσεις. Σίγουρα όμως, αυτό το γνήσιο κρητικό γλέντι με τον θρυλικό αυτόν καλλιτέχνη, έχει χαραχτεί έντονα στην μνήμη μου και δεν θα ξεχαστεί ποτέ.

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΤΖΑΝΑΚΑΚΗΣ

Γειτονιά της Μαλαθύρου
Μαρμάρινη στήλη στο σημείο θυσίας. Διακρίνεται το όνομα του Στ.Τζανακάκη.




1914 - 1944


Ο Στέλιος Τζανακάκης ήταν λαγουτιέρης που άκμασε στα χρόνια του μεσοπολέμου. Θεωρείται ώς ένας εκ των καλυτέρων καλλιτεχνών της γενιάς του. Γεννήθηκε στην μαρτυρική Μαλάθυρο Κισάμου, σε αυτό το χωριό που γνώρισε την βαρβαρότητα του ναζισμού. Στα χρόνια της ακμής του ο Στ.Τζανακάκης έπαιζε με τους καλύτερους βιολιστές των Χανίων, με τον Χάρχαλη, τον Μαριάνο, τον Μαύρο, τους Φαντήδες κ.α. Καλός σαν λαγουτιέρης, αλλά και καλός τραγουδιστής. Ο Μαριάνος τον παραδεχόταν. Ο Κουτσουρέλης τον "φοβόταν". Ασφαλώς θα είχε να προσφέρει πάρα πολλά στην κρητική μουσική, αν δεν έφευγε από την ζωή τόσο απότομα σε ηλικία μόλις 30 ετών. Εκτελέστηκε την αποφράδα μέρα της 28ης Αυγούστου του 1944 μαζί με άλλους 60 Μαλαθυριανούς. Οι Γερμανοί θέλησαν να μάθουν που είχαν κρυμμένο τον ασύρματο και που υπέθαλπταν τους Άγγλους. Μα κανείς δεν μαρτύρησε. Έτσι λοιπόν, το αυγουστιάτικο αυτό απόγευμα, κατέβασαν όλους τους άνδρες του χωριού στο φαράγγι, ανάμεσα από Μαλάθυρο-Βουλγάρω και τους εκτέλεσαν. Από τους 61 γλύτωσε ώς εκ θαύματος μόνο ο Παπά Γιάννης Καρτσωνάκης. Οι υπόλοιποι όμως δεν στάθηκαν τυχεροί, κι ανάμεσα σ'αυτούς, κι ο λαγουτιέρης Στέλιος Τζανακάκης.
Αιωνία η μνήμη όλων αυτών των αγωνιστών.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ

Βιολί: Στρ.Γαλαθιανός, λαγούτο: Δημ.Γαλάνης


1923 - 1972

Ο Δημήτρης Γαλάνης ήταν από τους καλύτερους λαγουτιέρηδες που πέρασαν από το κρητικό μουσικό στερέωμα τον προηγούμενο αιώνα. Γεννήθηκε στα Χανιά και καταγόταν από τα Νοχιά Κισάμου. Ο πατέρας του ήταν ερασιτέχνης μουσικός, όπως και τα αδέλφια του. Ο Δημήτρης Γαλάνης όμως ξεχώρισε από νέος για την άρτια τεχνική του, μπορούμε να πούμε ότι ήταν της σχολής "Κουτσουρέλη". Έπαιζε μόνο πρίμα, μπερντελίδικα και γέμιζε το λαγούτο του με γλυκές και λεβέντικες πενιές. Συνεργάστηκε με πολλούς βιολιστές των Χανίων, ξεχωρα όμως οι συνεργασίες του με τον Μάρκο Παπαδάκη και κυρίως, με τον Στρατή Γαλαθιανό, τον περίφημο αυτόν Κεραμιανό βιολιστή. Δισκογραφικά με τους δύο ανωτέρω βιολιστές εδωσε το παρόν σε κλασσικές πλέον εκτελέσεις με αποκορύφωμα, το εξαίσιο παίξιμο του στον συρτό της Χαραυγής, ή,του Δροσερού όπως λέγεται. Στην Αθήνα για κάποιο διάστημα συνεργάστηκε και με λυράρηδες όπως ο Κ.Μουντάκης κ.α. Δυστυχώς, έφυγε από την ζωή σχετικά νέος στα μέσα της δεκαετίας του '70.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ

Τα Τοπόλια Κισάμου


1928 - 2010

Από τους τελευταίους της "παλιάς σχολής" ήταν κι ο Μανώλης Πολυχρονάκης, ο οποίος έφυγε από την ζωή πρίν λιγες εβδομάδες. Γεννημένος στα Τοπόλια Κισάμου, εξάσκησε την τέχνη του βιολιστή για πολλά χρόνια, κυρίως με τον αδελφό του, τον σημαντικό λαγουτιέρη Μιχάλη Πολυχρονάκη, αλλά και με άλλους λαγουτιέρηδες όπως ο Βενιζέλος Κορκιδάκης κ.α. Συμμετείχε στις δισκογραφικές δουλειές του αδελφού του Μιχάλη και φημιζόταν για το πραγματικά παλαιϊκό του παίξιμο.

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΟΡΚΙΔΑΚΗΣ

Μερική άποψη του Βουλγάρω Κισάμου.



1936 - 1993

Πάνε αρκετά χρόνια από την ημέρα που έφυγε πολύ ξαφνικά από την ζωή ο Βενιζέλος. Καλός λαγουτιέρης, υπόδειγμα χαρακτήρα. Γεννήθηκε στο Μουρί, οικισμό που ανήκει στην πρώην κοινότητα Βουλγάρω Κισάμου. Εκεί πρωτόπιασε το λαγούτο και μαζί με τον συγχωριανό του βιολιστή, τον Αν.Κλειδουχάκη, βγήκε στα γλέντια. Έπαιξε όμως και με άλλους βιολιστές, όπως ο Μάμας Ηλιάκης από τις Στροβλές, ο Μιχ.Κουνέλης, ο Δημ.Χριστοφοράκης, ο Μαν.Πολυχρονάκης κ.α. Καλός συνοδός, απλό και στρωτό παίξιμο. Ερασιτεχνικά έπαιζε ώς επι το πλείστον, γιατί η κύρια του δουλειά ήταν η υποδηματοποιϊα, είχε φτιάξει μάλιστα μια μικρή βιοτεχνία στο Βουλγάρω όπου και διέμενε μόνιμα. Έπαιξε σε όλα τα πανηγύρια του χωριού, ακόμα μέχρι το Σέλινο. Άφησε αγαθή μνήμη και ήταν αγαπητός από όλους.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΛΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΙΣΑΜΟΥ




Η λύρα σήμερα, είναι το πιο αναγνωρίσιμο όργανο της κρητικής μουσικής. Έχουν περάσει κατά καιρούς, αξιόλογοι και σπουδαίοι καλλιτέχνες που χειρίστηκαν αυτό το όργανο με μοναδική δεξιοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την δεκαετία του '50 και έπειτα, μετά από κάποιες προσπάθειες μερικών μουσικολόγων και λαογράφων, η λύρα απέκτησε έναν σχεδόν παγκρήτιο χαρακτήρα, συμβολίζοντας την κρητική μουσική με αυτήν.
Δεν είναι βέβαια επί τους παρόντος να κρίνουμε αν αυτό ήταν και είναι σωστό ή όχι, ούτε και να αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους παραγκωνίστηκαν κάποια άλλα όργανα πρός όφελος της λύρας.
Τι γίνεται όμως στην επαρχία Κισάμου του νομού Χανίων και ποιόν ρόλο έχει παίξει η λύρα όλα αυτά τα χρόνια.
Από όλες τις μαρτυρίες (γραπτές και προφορικές), καθώς και από τα όποια ντοκουμέντα που έχουν διασωθεί και ερευνηθεί από διεθνούς φήμης μουσικολόγους αλλά και τοπικούς λαογράφους, η λύρα τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου ήταν σχεδόν άγνωστη στην ευρεία περιφέρεια της Κισάμου. Η λαϊκή μνήμη δεν έχει διασώσει κάποιο όνομα σημαντικού λυράρη στην επαρχία Κισάμου, τουλάχιστον μέχρι το 1850. Σίγουρα υπήρξαν κάποιοι που έπαιζαν λύρα, όμως δεν είχαν καθιερωθεί ώς "επαγγελματίες" και δεν έχει μείνει ούτε προφορική, ούτε γραπτή μαρτυρία του έργου τους. Το όργανο που έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο,ήταν το βιολί, είτε στην πρώτη-πρωτόγονη μορφή του, είτε κατόπιν στην πιο εξελιγμένη. Οι συνθέτες των κρητικών συρτών, που έως τις αρχές του 20 αιώνα ήταν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ Κισαμίτες(πλήν του Βουρογιάννη από την Μονή Σελίνου), έπαιζαν όλοι βιολί. Ήδη, από το 1750 που σηματοδοτείται το ξεκίνημα του συρτού με την μορφή που τον γνωρίζουμε σήμερα, αυτοί που απέδιδαν συρτά και συνέθεσαν επίσης μελωδίες συρτών, ήταν βιολιστές. Η λύρα δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνιση της, σε καμία μορφή. Μαρτυρίες για την μεμονωμένη ύπαρξη της λύρας στην Κίσαμο, αρχίζουμε να έχουμε από το 1860 κι έπειτα. Η λύρα όμως έπαιζε έναν άλλο ρόλο από αυτόν που γνωρίζουμε σήμερα. Τον ρόλο του μαθησιακού οργάνου. Δηλαδή, λόγω του ότι τα βιολιά ήταν σχετικώς ακριβά όργανα, οι περισσότεροι που θέλανε να μάθουνε βιολί, ξεκινούσανε με λύρα(τις περισσότερες φορές, αυτοσχέδιες λύρες) και όταν μαθαίνανε τα βασικά, αγόραζαν κάποιο καλό βιολί (μαρτυρίες των Ν.Χάρχαλη, Γ.Μαριάνου, Βασ.Κοπανίδη, Κων/νου Κουνελάκη, Εμμ.Φαντάκη). Επίσης, πολύ συχνά, η λύρα έπαιζε τον ρόλο του συνοδευτικού οργάνου δίπλα στο βιολί, δηλαδή, πρίμο το βιολί και σεγόντο η λύρα. Ο πρώτος ονομαστός λυράρης με εκτενή δράση στα μουσικά δρώμενα της Κισάμου, ήταν ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης από τα Μαρεδιανά Κισάμου, ο οποίος άκμασε προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, μερικές φορές, πρίν ο ίδιος καθιερωθεί, έπαιζε δίπλα στον Κουνελοκωστή με την λύρα του ώς συνοδεία. Τα λαγούτα μέχρι τα μέσα πρός τέλη του 19ου αιώνα σπάνιζαν. Ένας σημαντικός παράγοντας επίσης που δεν επέτρεψε την ένταξη της λύρας στην μουσική της Κισάμου, ήταν οι περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες της. Στην περιοχή αυτή που δέσποζαν(και δεσπόζουν ακόμα) τα δαιδαλώδη συρτά, το πεντοζάλι, η γιτσικιά σούστα, η λύρα δεν μπορούσε να αποδώσει στο 100% τις μελωδίες αυτές, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι καλλιτέχνες να μην ασχολούνται με αυτό το όργανο. Όσο και καλός να ήταν ο χειριστής της λύρας, σε κάποια σημεία το όργανο "εχανε" την απόδοση, με αποτέλεσμα οι σκοποί να παίζονται πιο απλά, πιο λιτά, χάνοντας έτσι κάποια σημαντικά στοιχεία της μουσικής δομής τους. Επίσης, άλλος ένας σημαντικός καλλιτέχνης, ο Ιωαν.Φελεσάκης, στα πρώτα του βήματα έπαιζε λύρα, όμως την εγκατέλειψε διότι δεν μπορούσε να αποδώσει σωστά τις μελωδίες του συρτού.
Άκόμα είναι άγνωστο με ποιόν τρόπο έφτασε η λύρα στην Κίσαμο, αν και υπάρχουν μερικές τοποθετήσεις κατά το παρελθόν που αναφέρονται στην είσοδο της λύρας μέσω των μουσουλμάνων υπηκόων, ή μέσω των επαναστάσεων, όταν οι Κισαμίτες ήρθαν σε επαφή με άλλους επαναστάτες από διάφορα μέρη που υπήρχε ήδη η λύρα.
Μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και του 'Β παγκοσμίου πολέμου, η λύρα σπάνιζε στην Κίσαμο και συναντιόταν ελάχιστα, εν συγκρίσει με το βιολί και το λαγούτο. Από την εποχή όμως που άρχισαν μερικοί Κισαμίτες λαγουτιέρηδες να συνεργάζονται με λυράρηδες του Ρεθύμνου και κυρίως, από το '55 κι έπειτα που ο Σίμων Καρράς, τότε υπεύθυνος του ΕΙΡ, απαγόρεψε με μια απαράδεκτη διαταγή να παίζεται κρητική μουσική με βιολί, η λύρα άρχισε να εισχωρεί δειλά δειλά στην Κίσαμο. Ο Κώστας Μουντάκης, λόγω της συνεργασίας του τότε με τους Αφους Κουτσουρέλη, ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιξε πιο εκτενή στα κισαμίτικα γλέντια την δεκαετία του '50.
Η λύρα άρχισε να εισχωρεί ευρύτερα στα μουσικά πράγματα της περιοχής κυρίως από την δεκαετία του '70 και μετά, λόγω του ότι οι βιολιστές ήταν παραγκωνισμένοι και είχαν υποστεί μια "κοιλιά" όσον αφορά την δράση τους. Αν και το μουσικόφιλο κοινό της Κισάμου προτιμούσε το βιολί, καθώς είχε γαλουχηθεί μουσικά με αυτό το όργανο, μερικοί θέλησαν να φέρουν την λύρα και να αντικαταστήσουν το βιολί, πράγμα όμως που παρόλες τις "ενέργειες" τους, δεν απέφερε το επιθυμητό για αυτούς αποτέλεσμα. Βέβαια, παρουσιάστηκαν ντόπιοι λυράρηδες, μερικοί εκ των οποίων σήμερα είναι αξιότατοι δεξιοτέχνες και σταδιοδρομούν στην κρητική μουσική, οι βιολιστές όμως συνεχίζουν να κρατούν επάξια το όργανο των προγόνων τους και να πρωταγωνιστούν στα μουσικά δρώμενα της επαρχίας, αλλά και του νομού Χανίων γενικότερα.
Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι πριν την δεκαετία του '50 δεν υπήρχε κανένας απολύτως διαχωρισμός οργανών, όλα ήταν αποδεκτά και αγαπητά από τον κόσμο. Με τις ενέργειες όμως πρώτα του Σιμ.Καρρά και κατόπιν των συνεργατών του, μερικοί εκ των οποίων συνεχίζουν αυτή την "πολιτική" μέχρι και τις μέρες μας, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πρόβλημα ανάμεσα στους καλλιτέχνες, με τοπικιστικές εξάρσεις, κι είχε ώς αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια άδικη διαμάχη μεταξύ των βιολιστών και των λυράρηδων, καθώς και μεταξύ των ερευνητών για το ποιό όργανο είναι το παλαιότερο και καταλληλότερο να εκτελεί την κρητική μουσική.

ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΟΥΝΕΛΑΚΗΣ - ΚΟΥΝΕΛΟΚΩΣΤΗΣ




1872 - 1968

Παλιός βιολιστής ο Κουνελοκωστής, από τους καλύτερους δεξιοτέχνες που άκμασαν στα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στον Γαλουβά Λουσακιών Κισάμου, όμως σε νεαρή ηλικία μετοίκησε με την οικογένεια του στα Καρφιανά. Βιολιστής υψηλού επιπέδου, μαθητής του παλαιού καλλιτέχνη, του Γιανν.Αντωνογιαννάκη ή Ματζουράνα. Λέγεται όμως ότι πήρε και 2-3 μαθήματα από τον Στεφ.Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο τον 'Γ. Επίσης, ήταν καλλίφωνος τραγουδιστής και ανεκδοτολόγος. Για την εποχή εκείνη μπορούμε να πούμε ότι ήταν "επαγγελματίας", μιας και η μουσική ήταν η κύρια του ασχολία. Συνεργάστηκε με πλήθος λαγουτιέρηδων, πιο στενά όμως με τον Αντρέα Κουτσουρέλη. Αρκετές φορές όμως έπαιζε μαζί με άλλο βιολί, ή, με λύρα, πρίμο-σεγόντο. Καλός στις δημόσιες σχέσεις, είχε πάντα γλέντια. Στην κατοχή του είχε ένα παμπάλαιο βιολί "Στραντιβάριους" ανεκτίμητης αξίας, το οποίο είχε αγοράσει από τους Κιώρους. Όμως, η κακή του χρήση (οι παλιοί έλεγαν ότι στα γλέντια το γέμιζε κρασί και έπινε από τις τρύπες του οργάνου) κατέστησε αυτό το όργανο σχεδόν ακατάλληλο και μετά από κάποια επισκευή στα Χανιά, χάθηκαν τα ίχνη του. Ο Κουνελοκωστής, μετέδωσε την τέχνη του και τις μουσικές του γνώσεις στον γιό του, τον αείμνηστο Μιχάλη Κουνέλη. Επίσης, στα γλέντια του ξεκινούσε πάντα με τα Κοτσιανά συρτά του Φαντομανώλη. Έζησε σχεδόν έναν αιώνα, έκ του οποίου, 60 περίπου χρόνια μουσικής δράσης.