Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Με τον Νικολή Χάρχαλη
Με τον Κουφιανό





1914 - 1994



«Καμάρι το’χει η Κίσαμος, καύχημα το Καστέλλι, που έβγαλε έναν γίγαντα, τον Γιώργη Κουτσουρέλη».


Το τεράστιο κεφάλαιο της κρητικής μουσικής. Ο άνθρωπος-ορχήστρα όπως τον είχε ονομάσει ο διάσημος μουσικολόγος Ρομπέρτο Λεϊντί. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο μοναδικός βιρτουόζος του λαγούτου, ο πρώτος των πρώτων, έγινε το σήμα κατατεθέν για την πόλη του Καστελλιού, για τον νομό Χανίων. Θεωρείται ως ο στυλοβάτης του κρητικού λαγούτου. Αυτός έδωσε αίγλη στο όργανο, αυτός το καθιέρωσε. Πριν την εμφάνιση του Κουτσουρέλη, το λαγούτο έπαιζε έναν άχαρο σχετικά ρόλο στην ζυγιά. Βέβαια, δεν ήταν και πολλά σε αριθμό τα λαγούτα, μιας και ως πολύ ακριβό όργανο, ήταν δύσκολο να αποκτηθεί εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης έκανε την πρώτη «επανάσταση» στον ρόλο του οργάνου αυτού, όμως ο Κουτσουρέλης ήταν αυτός που το καθιέρωσε. Και όχι απλά το καθιέρωσε, το κατέστησε ως ένα πλήρες σολιστικό όργανο με πολλές και πλούσιες δυνατότητες. Με την μουσική του ιδιοφυΐα, την αξεπέραστη τεχνική του, σφράγισε για τα καλά τα μουσικά μονοπάτια της Κρήτης. Η δεξιοτεχνική του διπλοπενιά (ο πρώτος που έπαιξε με αυτό τον τρόπο), τα βιρτουόζικα σολαρίσματα του και οι ανεπανάληπτες συνθέσεις του, τον κατατάσσουν στο υψηλότερο σκαλί των κρητικών λαγουτιέρηδων. Ο πατέρας του, ο Ανδρέας Κουτσουρέλης, ένα παλιός λαγουτιέρης, ήταν ο άνθρωπος που του έδωσε τα πρώτα ερεθίσματα. Αυτά τα ερεθίσματα τον έκαναν από μικρό παιδί να πιάσει στα χέρια του το λαγούτο και να το ερωτευτεί. Ήδη, στα 12 του χρόνια ήταν ένας τελειοποιημένος λαγουτιέρης. Οι παλαιότεροι βιολιστές και λυράρηδες συναγωνίζονταν ποιος θα τον πάρει στα γλέντια. Ο Χάρχαλης και κατόπιν ο Μαριάνος και ο Κουφιανός ήταν τα μεγαθήρια που έπαιξαν μαζί με τον τότε έφηβο Κουτσουρέλη. Μα και ο λαμπρός Ρεθυμνιώτης λυράρης Αλέκος Καραβίτης έπαιξε μαζί του, μάλιστα ηχογράφησαν και δίσκο. Σημαντική η παρουσία του Κουτσουρέλη με τον θρυλικό Κουφιανό στο Καλλιμάρμαρο στάδιο την δεκαετία του ’30. Ο Κουτσουρέλης μετέπειτα συνεργάστηκε με τον Νικ. Σαριδάκη, τον ανεπανάληπτο Μαύρο και αποτέλεσαν μια ιστορική ζυγιά για αρκετά χρόνια. Δισκογραφικά με τον Μαύρο, το έργο του ήταν πλουσιότατο, παλιά συρτά αλλά και νέες συνθέσεις του Κουτσουρέλη. Παρέα στα καλλιτεχνικά του συνταιριάσματα και ο αξέχαστος αδελφός του, ο Στέλιος Κουτσουρέλης. Για οκτώ χρόνια περίπου, μαζί με τα αδέλφια του Στέλιο και Μανώλη παρουσίαζαν τις περίφημες εκπομπές κρητικής μουσικής από το τότε Ε.Ι.Ρ. Η θρυλική μαντινάδα « Την μουσική της Κρήτης μας π’όλος ο κόσμος θέλει, σας την παρουσιάζουνε τ’αδέρφια Κουτσουρέλη» έχει μείνει χαραγμένη στην μνήμη του κόσμου που στηνόταν από νωρίς στα λιγοστά ραδιόφωνα για να απολαύσει τους Κουτσουρέληδες. Σημαντική η συνεργασία του Κουτσουρέλη με τον θρυλικό τροβαδούρο της Γραμπούσας, τον Νικολή Τσέγκα. Μαζί έπαιζαν τα περίφημα συρτά του Τσέγκα, τα ηχογράφησαν σε ερασιτεχνικές πομπίνες και τους έδωσαν μια νέα διάσταση. Ο Κουτσουρέλης είχε συνθέσει αρκετές μελωδίες συρτών, τα οποία τα ονόμαζε «εξευγενισμένα Κισαμίτικα συρτά», μιας και αποτελούσαν μια νέα ακουστική υφή στα μουσικά πράγματα. Περίτεχνες μελωδίες, παιγμένες μοναδικά είτε με βιολί, είτε με σόλο λαγούτο. Και τότε, υπήρξε η μεγάλη κόντρα, όταν ο Μίκης Θεοδωράκης χρησιμοποίησε σαν κύριο θέμα στον «Ζορμπά» την μουσική του Αρμενοχωριανού συρτού του Κουτσουρέλη. Το γνωστό – πασίγνωστο συρτάκι δεν είναι τίποτα άλλο από την σύνθεση του Γιώργη Κουτσουρέλη. Ο ίδιος, κινήθηκε νομικά για να διεκδικήσει τα πνευματικά του δικαιώματα. Επίσης, σημαντική η συνεργασία του με τον Κώστα Μουντάκη, στον Νέο Καστελλιανό συρτό και στον Εννιαχωριανό συρτό, σύνθεση του Στέλιου Κουτσουρέλη. Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι ο Γιώργης και ο Στέλιος Κουτσουρέλης ήταν οι «μέντορες» του Κώστα Μουντάκη στα πρώτα του βήματα. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης για δέκα περίπου χρόνια, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του αδελφού του Μανώλη, σταμάτησε να παίζει. Ύστερα όμως από παρακλήσεις πολλών, ξανάπιασε στα χέρια του το λαγούτο για να σκορπίσει ρίγη συγκίνησης στο φιλόμουσο κοινό. Μαζί με τον Μιχ. Κουνέλη, τον Ναύτη, τον Τζιμάκη κι άλλους πολλούς. Είναι δύσκολο να απαριθμήσουμε τους μουσικούς με τους οποίους συνεργάστηκε, μιας και όλοι ήθελαν να παίξουν μαζί του, είτε Χανιώτες, είτε Ρεθυμνιώτες. Οι συνθέσεις του επίσης είναι πάρα πολλές, αναφέρουμε μερικές όπως ο Αρμενοχωριανός συρτός, ο Συρτός του Κουτσουρέλη, το Άρωμα, το Αγρίμι, η Νενέ, η Κρουσταλλοβραχιωνάτη, ο Νέος Καστελλιανός συρτός κλπ. Την δεκαετία του ’70 συνεργάστηκε με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη, ώστε να παρουσιάσουν ένα ολοκληρωμένο δισκογραφικό έργο. Μα ήταν πολλές οι δυσκολίες, συν την αρρώστια που χτύπησε αδυσώπητα τον Ξυλούρη, με αποτέλεσμα να ηχογραφήσουν λίγα τραγούδια. Επίσης, σημαντική ήταν η συνεργασία με τον Χάρχαλη, όταν ο μεγάλος βιολάτορας ήταν σε βαθιά γεράματα και μαζί έγραψαν μερικές ερασιτεχνικές πομπίνες, οι οποίες όμως είχαν μεγάλη επιτυχία. Στο καφενείο που διατηρούσε ο Κουτσουρέλης στην καρδιά του Καστελλιού, γινόντουσαν αυτοσχέδια γλεντάκια με τον Χάρχαλη, τον Μαύρο, τον Κουνέλη κι άλλους πολλούς μουσικούς. Ο Κουτσουρέλης, με το σπάνιο χάρισμα που διέθετε, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία συνέχιζε να παίζει ακούραστος και να κρατά γερά τα σκήπτρα του «Πρώτου λαγούτου στην Κρήτη». Το κενό που άφησε είναι δυσαναπλήρωτο, η μουσική έγινε φτωχότερη και το λαγούτο πλέον, ψάχνει ακόμα απεγνωσμένα να βρεί τον διάδοχό του…


Ακούστε τον Γ.Κουτσουρέλη σε σόλο λαγούτο:

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΛΙΟΝΑΚΗΣ

Βιολί:Ν.Χάρχαλης, λαγούτο: Στέφανος Λιονάκης


1911 - 1999

Πολυτάλαντος καλλιτέχνης. Σωστός λαγουτιέρης αλλά και εξαίσιος τραγουδιστής στα ριζίτικα και περίφημος χορευτής. Το χωριό του, τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου, έχει προσφέρει τα μέγιστα στην μουσικοχορευτική παράδοση.
Ο Στέφανος Λιονάκης συνεργάστηκε με τα κορυφαία βιολιά των Χανίων, με τον Μαύρο, τον Χάρχαλη, τον Λυραντώνη, τον Καντηλιέρη, τους Γουβέρηδες κ.α.
Μπερντελίδικο παίξιμο και λεβέντικο παρουσιαστικό. Άφησε κυριολεκτικά εποχή, τόσο στα ρουματιανά γλέντια, όσο και στις υπόλοιπες περιοχές. Πολύ καλός γνώστης της μουσικής παράδοσης και σωστός αφηγητής της μουσικής του σταδιοδρομίας.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΑΣ



1836 - 1928

Από τους παλαιότερους βιολιστές της Κισάμου ο περίφημος Ματζουράνας. Ιωάννης Αντωνογιαννάκης ονομαζόταν, αλλά το κλαδί ματζουράνας που είχε πάντα στο πέτο του, του άφησε κι αυτό το παρατσούκλι.
Ο Ματζουράνας έπαιζε αρκετά καλά για την εποχή του και έκανε και τον δάσκαλο στα μικρά παιδιά. Ο Κουνελοκωστής, ο Μανώλης Μυλωνάκης, ήταν μερικοί από τους μαθητές του. Μα και ο Χάρχαλης είχε επηρεαστεί ακουστικά από τον παλιό βιολάτορα.
Ο Ματζουράνας από την Μεράδα Λουσακιών Κισάμου, εκτός από την μουσική του τέχνη και τις σκωπτικές του παροιμίες, χάρισε στην μουσική μας μερικές εκλεκτές του συνθέσεις:
Συρτός του Ματζουράνα, Μαλαθυριανός συρτός, Κεραμοθιανός συρτός,Κόντρα συρτός, Βουβιανός συρτός.
Ο "Κόντρα συρτός" συντέθηκε περίπου με τον ίδιο τρόπο που είχε συντεθεί και ο Ινάντιος του Καναρίνη. Δηλαδή, η μαντινάδα πήγαινε "κόντρα" στα μουσικά μέτρα του σκοπού.
Και μια μαντινάδα που είχα ακούσει από εκατόχρονο γέροντα πριν δέκα περίπου χρόνια στο Καστέλλι: "Κόντρα μου πάει η ζωή, κόντρα κι εγώ τση πάω, στου Ματζουράνα τον σκοπό κόντρα θα τραγουδάω".

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΙΑΝΟΣ - ΜΑΡΙΑΝΑΝΤΡΙΚΟΣ




1860 - 1938

Βιολιστής και συνθέτης από τον Δραπανιά Κισάμου.
Άνηκε στην γενιά του Μανιατογιάννη, του Ματζουράνα, του Καραγκιουλέ.
Η καταγωγή του ήταν από την Ανώπολη Σφακίων. Σαν μουσικός, καλός δεξιοτέχνης, αλλά επίσης πολύ καλός δάσκαλος. Αυτός "έβγαλε" τον Φαντομανώλη, τον γιό του τον Γιώργη, τον Ζερβό, τον Τσιλαρίδη.
Βέβαια, ο γιός του ο Γιώργης ξεπέρασε κατά πολύ σε τέχνη τον πατέρα του. Ο Μαριαναντρίκος, έπαιξε σε όλη την έκταση της Κισάμου, αλλά λόγω της καταγωγής του είχε ιδιαίτερα μεγάλη απήχηση και στα Σφακιά. Τότε, όπως είχε δηλώσει ο Γιώργης Μαριάνος, στα Σφακιά γλεντούσαν μόνο με βιολιά από την Κίσαμο και το Σέλινο.
Ο Μαριαναντρίκος ,εκτός από σωστός τεχνίτης και γνώστης της μουσικής παράδοσης, υπήρξε και άψογος συνθέτης. Οι πασίγνωστες πλέον μελωδίες του είναι οι εξής: Μεσογειανός συρτός, Πυργιανός συρτός, Δραπανιανός συρτός, Σηρικαριανός συρτός, Βοριάς συρτός (σ.σ. Χωρίς χρονολογική σειρά). Ο Μαριαναντρίκος ήταν ένας από τους παλαιούς μουσικούς που διέσωσαν και μεταλαμπάδευσαν στις επόμενες γενιές τις μελωδίες από το γνήσιο Πεντοζάλι.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΤΣΩΝΑΚΗΣ

Από δεξιά: Μαν.Καρτσωνάκης, Βασίλης Καρτσωνάκης, Μιχ.Κουνέλης, Γρηγ.Μαθιουδάκης, Στ.Λαϊνάκης


Από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές της "παλιάς φρουράς".
Καταγόταν από τα Καρφιανά της Πολυρρήνιας Κισάμου και ήταν αδελφός του βετεράνου λαγουτιέρη, Μανώλη Καρτσωνάκη.
Τραγούδησε με μοναδικό τρόπο τα κισαμίτικα συρτά, τα ριζίτικα και τα ταμπαχανιώτικα.
Μπορούμε να πούμε ότι δημιούργησε "σχολή" μιας και αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς.
Ο Βασίλης Καρτσωνάκης έλαβε μέρος σε πολλές ηχογραφήσεις με τον Μιχ.Κουνέλη, τον Ναύτη, τον Γρηγόρη Μαθιουδάκη, ακόμα και σε μουσική καταγραφή-έρευνα, της διακεκριμένης Ιταλίδας μουσικολόγου, της Τούλια Μαγκρίνι.
Τελευταία του εμφάνιση, το 1997 στο φεστιβάλ της Φλωρεντίας με τον Κουνέλη, τον Μαθιουδάκη, τον Στέλιο.Σ.Λαϊνάκη και τον αδελφό του τον Μανώλη. Η παραπάνω εμφάνιση ηχογραφήθηκε κι έγινε μεγάλη επιτυχία.
Ο Βασίλης Καρτσωνάκης, ο γνήσιος και δωρικός τραγουδιστής της Κισάμου, έφυγε από την ζωή το 1998.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΣΕΓΚΑΣ


Με τον Δ.Χριστοφοράκη και τον Στ. Λαϊνάκη
Στο καϊκι με την γυναίκα του την Μαρία (Οι παραπάνω φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Ανυφαντάκη)

1900 - 1966

«Γραμβούσα με το κάστρο σου στον κόσμο ξακουσμένη, κι από τον Τσέγκα τον ψαρά χιλιοτραγουδισμένη». Έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνη την μαύρη ημέρα που έφυγε από την ζωή ο Νικολής Τσέγκας, κι όμως, ο θρύλος που τον συνοδεύει ακόμα είναι μεγάλος. Υπήρξε ένας εκ των σπουδαιοτέρων λαϊκών συνθετών της κρητικής μουσικής. Ένας άνθρωπος γνήσιος, χωρίς ίχνος υποκρισίας και εγωισμού. Παθιασμένος με την θάλασσα και την μουσική. Για αυτόν, ιεροτελεστία το ψάρεμα, αλλά ιεροτελεστία και η μουσική του ενασχόληση. Η καταγωγή του Τσέγκα ήταν από τα Βάτικα Λακωνίας. Ο πατέρας του, ψαράς κι αυτός, ήρθε και ρίζωσε στην Κίσαμο κι εκεί ο Νικολής μεγάλωσε και γαλουχήθηκε με τους ήχους των συρτών, των βιολιών και των λαγούτων. Όλη η ζωή του, ένα τραγούδι. Τραγουδούσε στο ψάρεμα, πάνω στην βάρκα, στο πλέξιμο των διχτυών, στα καφενεία και στις παρέες, στα υπαίθρια νοσταλγικά γλέντια εκείνης της εποχής. Τραγουδούσε με ινάτι, με μεράκι. Όλοι οι οργανοπαίχτες της Κισάμου ήταν φίλοι του. Όλοι τον γνώριζαν και τον ανέβαζαν στο πάλκο να τραγουδήσει έναν σκοπό. Ο Μιχάλης Κουνέλης έλεγε: «ένα κατοσταράκι κρασί να του έβαζες, αυτό ήταν η χαρά του. Και μετά, δεν τον έκανε κανείς ζάφτι στο τραγούδι». Ο Τσέγκας δεν έπαιζε κανένα μουσικό όργανο, δεν είχε σπουδάσει μουσική με την απόλυτη έννοια. Παρόλα αυτά, οι συνθέσεις του είναι απόλυτα σωστές κι εναρμονισμένες με την υφή και την ακουστική της κισαμίτικης μουσικής. Τα συρτά του, αψεγάδιαστα, πλούσια σε ρυθμό και σε βάθος γυρισμάτων. Που τα συνέθεσε; Μα, στο πέλαγος, στην βάρκα πάνω. Τα κρατούσε στην μνήμη του παίζοντας «μπουκόλυρα», δηλαδή, σφυρίζοντας τα, μιμούμενος τον ήχο του οργάνου. Αιτία έμπνευσης γι’αυτόν ήταν μια καλή ψαριά, η γαληνεμένη θάλασσα, το ίδιο του το μεράκι εν κατακλείδι. Περπατούσε από την μία άκρη του καστελλιανού «τσαρσιού» έως την άλλη, έχοντας κρεμασμένο στα δάχτυλα του ένα μεγαλόπρεπο μπαρμπούνι και τραγουδούσε με την βραχνή του φωνή «έλα, άχι μπαρμπούνι μου…» . Κι άκουγαν όλοι το τραγούδι του, τον σκοπό του και τον συνόδευαν τραγουδιστά σε όλο το Καστέλλι. Όταν δέ, είχε κάποιον σκοπό στα σκαριά, για να μην τον ξεχάσει, δεν έλεγε ούτε καλημέρα σε κανέναν για να μην τον απασχολήσουν και τον μπερδέψουν. Έμπαινε στο καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη και του έλεγε «ούλους τσοι κερατάδες τσοι Καστελλιανούς τσ’απάντηξα σήμερα και παρολίγο να ξεχάσω τον σκοπό». Με τον Κουτσουρέλη είχε στενή συνεργασία, όπως και με τον Ναύτη, τον Χάρχαλη κ.α. Συνθετικά σήμερα, του αποδίδονται οι μελωδίες Γραμπουσιανός συρτός, Μπαρμπούνι συρτός, Ακολουθία Μπαρμπουνιού, Κακράπης συρτός και Αζογυριανός. Αυτές είναι οι μελωδίες που παίχτηκαν περισσότερο και ηχογραφήθηκαν. Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι συνθέσεις του. Υπάρχουν κι άλλες πολλές, ανέκδοτες ως επι το πλείστον, αν και ο Θοδωρής Πολυχρονάκης, αυτός ο εξαίσιος βιολιστής, πρίν λίγα χρόνια ηχογράφησε μερικούς από τους ξεχασμένους σκοπούς του Τσέγκα. Και λίγα λόγια για τον Κακράπη συρτό. Ο Κακράπης, πήρε το όνομα του από την ομώνυμη ξέρα, γύρω στα πενήντα μέτρα βάθος που βρίσκεται ανάμεσα από τον Ποντικό και την Γραμβούσα. Η ψαριά του Τσέγκα εκείνη την μέρα ήταν μεγαλόπρεπη, ροφοί και βλάχοι. Από την χαρά του συνέλαβε αυτό τον σκοπό που όμοιος του δεν υπήρχε, αλλά ούτε και σήμερα υπάρχει , διότι αποτελεί τον πιο δύσκολο και δαιδαλώδη σκοπό συρτού στην κρητική μουσική μέχρι και τις μέρες μας. Έχει συντεθεί σε σαράντα μουσικά μέτρα με πολλά γυρίσματα (μερικοί λένε ότι έχει δέκα γυρίσματα). Ο Τσέγκας με το ασπούδαστο μυαλό, κατόρθωσε να συνθέσει την σπουδαιότερη και δυσκολότερη μελωδία στην ιστορία του κρητικού συρτού. Σύμφωνα με πολλούς ειδήμονες, ο Ναύτης, ο Κουτσουρέλης κι ο Χάρχαλης έπαιζαν πιο σωστά από όλους τον συρτό αυτόν. Το έργο του Τσέγκα είναι δύσκολο να το απαριθμήσουμε σήμερα, μιας και όπως προείπαμε, είναι πολλές οι ανέκδοτες συνθέσεις του, αλλά και πολλές οι συνθέσεις που τις καπηλεύτηκαν κάποιοι άλλοι εις βάρος του. Το τέλος του Τσέγκα, ήταν τραγικό. Στις 8 του Δεκέμβρη του 1966 χάθηκε στα νερά της λατρεμένης του Γραμβούσας, μετά από μια φοβερή τρικυμία, λίγες ώρες πρίν σημειωθεί το μεγάλο ναυάγιο του πλοίου «Ηράκλειο» στην Φαλκονέρα. Η γυναίκα του, η κυρά –Μαρία, δεν μπόρεσε να τον κρατήσει πάνω στην βάρκα, κι έτσι ο μεγάλος συνθέτης και τροβαδούρος πνίγηκε. Στο σημείο που χάθηκε, έχει αναγερθεί μνημείο προς τιμήν του από τον σύλλογο προβολής Κισάμου «Η Γραμβούσα». «Να’τανε τρόπος να μιλούν ο Σπάθας κι η Γραμπούσα, τον Τσέγκα υπερήφανα θα το’νε χαιρετούσαν».




Ακούστε τον Θ.Πολυχρονάκη στον Κακράπη και στον Αζογυριανό του Τσέγκα.

ΗΛΙΑΣ ΔΡΟΣΕΡΑΚΗΣ - ΔΡΟΣΕΡΟΣ

Ο Δραπανιάς Κισάμου


1878 - 1944

Παλιός τεχνίτης στο μπουλγαρί, από τον Δραπανιά Κισάμου.
Ερασιτέχνης μουσικός, από τους ελάχιστους καλλιτέχνες της χανιώτικης υπαίθρου που έπαιζαν μπουλγαρί, μιας και αυτό το όργανο μέχρι και χρόνια του μεσοπολέμου το συναντούσε κανείς στα αστικά κέντρα της Κρήτης. Άλλος ένας Δραπανιανός έπαιζε μπουλγαρί, ο Παναγιώτης ο Ραϊσάκης.
Ο Δροσερός όμως έμεινε στην μουσική ιστορία του τόπου για μία και μοναδική σύνθεση: Τον συρτό του Δροσερού, ή, τον Συρτό της Χαραυγής όπως ονομάστηκε κατόπιν.
Είναι ο πιο αργός σε ρυθμό κισαμίτικος συρτός με πλούσια και όμορφη μελωδία. Έχει διασκευαστεί από πολλούς καλλιτέχνες κατά καιρούς, οι περισσότερες διασκευές όμως ατύχησαν να "πιάσουν" την ομορφιά αυτής της μελωδίας. Εξαίρεση, η ηχογράφηση από τον Στρατή Γαλαθιανό και τον Δημήτρη Γαλάνη με την φωνή του αξεπέραστου Θεοχάρη Τζινευράκη.
Ο Ηλίας Δροσερός έπαιξε με διαφόρους καλλιτέχνες της περιοχής, όπως με τον Μαριαναντρίκο, τον Χάρχαλη, τον Ζερβό κ.α.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΚΑΚΗΣ

Χωρίς αμφιβολία, ένας σπουδαίος λυράρης. Ανήκει στην γενιά που σήμερα κρατά τα σκήπτρα στην κρητική μουσική. Γεννήθηκε στα Χανιά το 1974 και κατάγεται από το Βαβουλέδο, οικισμό των Παλαιών Ρουμάτων Κισάμου. Από πολύ μικρός αγκάλιασε την λύρα για να γίνει το όργανο της ζωής του. Μαθήματα πήρε από τον Κώστα Μουντάκη. Ο μεγάλος Μουντάκης δεν άργησε να καταλάβει την αξία του μαθητή του. Ο Δημήτρης Βακάκης παίζει επαγγελματικά από έφηβος σχεδόν, έχοντας πλέον δημιουργήσει πολλούς μιμητές. Δεξιοτέχνης άψογος, πολύ καλός τραγουδιστής και γνώστης των μουσικών καταβολών της περιοχής. Το παίξιμο του είναι πλουσιότατο, άκρως τεχνικό. Πατάει πάνω στις διδαχές του Μουντάκη, εμπλουτίζει ομως την λύρα του με τα μουσικά ιδιώματα της Κισάμου και μεσω αυτών, έχει προβάλει την δική του μουσική προσωπικότητα. Στο ενεργητικό του έχει δεκάδες εμφανίσεις στο εξωτερικό, τρείς προσωπικές δισκογραφικές δουλειές όπου περιέχουν προσωπικές του συνθέσεις και ένα βραβείο στον διαγωνισμό κρητικής μουσικής. Επίσης, έχει διδάξει κατά καιρούς σε ωδεία. Κατά γενική γνώμη πολλών, αλλά και προσωπική αν θέλετε, ίσως είναι ο καλύτερος χειριστής της λύρας στην Κρήτη. Το παίξιμο του, είναι δύσκολο να αντιγραφεί γιατί ο Δημήτρης αυτοσχεδιάζει μανιωδώς στους διάφορους σκοπούς, βγάζοντας ένα λαμπρό αποτέλεσμα.

Ακούστε εδώ τον Δημήτρη Βακάκη:

ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΟΥΦΑΡΔΑΚΗΣ

Ο Μιχάλης Λουφαρδάκης είναι από τους νέους ελπιδοφόρους και δεξιοτέχνες μουσικούς των Χανίων. Δαιμόνιος χειριστής του δοξαριού, από τους καλύτερους της νέας γενιάς.Γεννήθηκε το 1978 στα Χανιά και κατάγεται από τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου, το χωριό με την πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση. Επηρεασμένος από τον τόπο καταγωγής του, αλλά και από το οικογενειακό του περιβάλλον, μιάς και ο πατέρας του έπαιζε λαγούτο, δεν άργησε να πιάσει στα χέρια του το βιολί. Στον σύλλογο του "Χάρχαλη" έκανε τα πρώτα του βήματα με τον βετεράνο Σταύρο Καντηλιέρη, πήρε όμως και μαθήματα από τον Μιχάλη Κουνέλη και τον Κωστή Παπαδάκη ή Ναύτη. Σημαντικές οι επιρροές από τον συγχωριανό του, τον παλαιό βιολιστή Γουβεροκωστή. Ο Μιχάλης παίζει, μπορούμε να πούμε, στην "γραμμή" του Ναύτη, έχοντας όμως και στοιχεία από τον Γουβεροκωστή. Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους λαγουτιέρηδες και χαράζει την δική του πορεία στην κρητική μουσική με σεμνότητα και αγάπη για αυτό που κάνει.


Ακούστε τον Μιχάλη εδώ:

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ



1878 - 1965

Παλαιός λαγουτιέρης από το Άρμενο Χωριό Κισάμου. Άκμασε από το 1890 έως το 1930 περίπου. Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης ήταν πατέρας των Κουτσουρέληδων, Γιώργη-Στέλιου-Μανώλη. Αυτός τους δίδαξε και την τέχνη του λαγούτου. Βέβαια τα παιδιά του τον ξεπέρασαν και κυρίως, ο Γιώργης, ο γίγαντας του κρητικού λαγούτου.
Εκείνα τα χρόνια έπαιζε ερασιτεχνικά, μιας και το κύριο επάγγελμα του ήταν καφετζής. Είχε ανοίξει καφενείο στο Καστέλλι κι όπως είχε πεί κάποτε ο γιός του ο Στέλιος "Αυτό δεν ήταν καφενείο, ήταν ωδείο" μιας και σύχναζαν εκεί όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες.
Ο Ανδρέας Κουτσουρέλης έπαιξε με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής του, όπως με τον Κουνελοκωστή, τον Μανιατογιάννη, τον Μαριαναντρίκο, τον Νικηφόρο κ.α. Στον τρόπο παιξίματος, έπαιζε πασαδόρικα αλλά και μπερντελίδικα πού και πού. Το μπερντελίδικο παίξιμο δεν είχε ακόμα καθιερωθεί, τουλάχιστον πρίν την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που παίζανε τότε καθαρό πρίμο λαγούτο. Η εμφάνιση όμως του Σταύρου Μαυροδημητράκη και κατόπιν του Γιώργη Κουτσουρέλη, άλλαξε τα πράγματα.